Το μήνυμα Τσάφου για την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ: Περισσότερα stress tests για πετρέλαιο, αέριο και ηλεκτρική ενέργεια
Tην ανάγκη ουσιαστικής αναπροσαρμογής της ευρωπαϊκής στρατηγικής γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια τόνισε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος κατά την παρέμβασή του στην άτυπη σύνοδο των υπουργών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Δουβλίνο, όπως επισημαίνει ο ίδιος με ανάρτησή του στο Linkedin.
Στο ίδιο μήκος κύματος είχαν κινηθεί και οι δηλώσεις του κατά την προσέλευσή του στη σύνοδο.
Επιπλέον, στη δημοσίευσή του, ο κ. Τσάφος θέτει στο επίκεντρο κρίσιμα πρακτικά ζητήματα, όπως την απώλεια δυναμικότητας διύλισης της ΕΕ, το ζήτημα των αποθεμάτων φυσικού αερίου, καθώς και την ανάγκη για διεξαγωγή stress tests και ακριβέστερων αναλύσεων σε όλο το φάσμα της αγοράς.
Η ανάρτηση του Νίκου Τσάφου στο Linkedin:
«Σήμερα, στην Άτυπη Σύνοδο των Υπουργών Ενέργειας στο Δουβλίνο, αναφέρθηκα στην ανάγκη να ανανεώσουμε και να ενισχύσουμε τις προσπάθειές μας για την ενεργειακή ασφάλεια.
Η αρχιτεκτονική της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης σχεδιάστηκε σε μια διαφορετική εποχή – όταν η ενέργεια ήταν σχετικά φθηνή και οι διαταραχές στον εφοδιασμό σπάνιες.
Όμως, αυτός δεν είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα.
Όλοι συμφωνούμε ότι ο μετασχηματισμός του ενεργειακού μας συστήματος θα μας καταστήσει πιο ασφαλείς και πιο ανθεκτικούς. Πρόκειται, όμως, για μια μακροπρόθεσμη μετάβαση. Δεν πρόκειται να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Ο προορισμός είναι σαφής, αλλά η διαδρομή θα έχει δυσκολίες. Και πρέπει να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι γι’ αυτήν.
Καταρχάς, χρειαζόμαστε περισσότερα δεδομένα, περισσότερη ανάλυση και περισσότερες δοκιμές αντοχής (stress tests) – στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια – ώστε να χαρτογραφήσουμε τους κινδύνους και να σχεδιάσουμε σωστά τις κατάλληλες πολιτικές απαντήσεις.
Παράλληλα, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς ως προς τα σημεία στα οποία οι διαφορετικοί στόχοι μας ενδέχεται να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους.
Η δυναμικότητα διύλισης αποδεικνύει αυτή τη στιγμή την αξία της. Ωστόσο, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουμε χάσει το 15% της δυναμικότητας διύλισης στην ΕΕ, με αποτέλεσμα η Ευρώπη να παρουσιάζει έλλειμμα σε προϊόντα όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Και εάν τα διυλιστήριά μας ήταν πλήρως εκτεθειμένα στις σημερινές τιμές του CO₂, η ανταγωνιστικότητά τους θα δεχόταν σοβαρό πλήγμα.
Στο φυσικό αέριο, έχουμε έναν στόχο πλήρωσης των αποθηκών για τον οποίο δεν είμαστε βέβαιοι ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίος, ενώ παράλληλα δεν έχουμε τη δυνατότητα να προσαρμοζόμαστε όταν τα μηνύματα των τιμών λειτουργούν αποτρεπτικά για την επαναπλήρωση των αποθηκών. Επίσης, μιλάμε για συνεργασία με αξιόπιστους εταίρους, την ίδια στιγμή που διαθέτουμε ένα πλαίσιο που αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε υποδομές φυσικού αερίου και μια διάρθρωση της αγοράς που καθιστά δύσκολη τη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης θα ενισχυθεί καθώς επενδύουμε στους πόρους που διαθέτουμε. Δεν υπάρχει, όμως, επίσης αμφιβολία ότι οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουμε στην πορεία είναι πολύ μεγαλύτερες – και πολύ πιο σύνθετες – από όσο ίσως είχαμε αρχικά εκτιμήσει.
Γι’ αυτό, οι θεσμοί και οι πολιτικές μας πρέπει να προσαρμοστούν, ώστε να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε αποτελεσματικά στις συνθήκες του κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα».
Tι είπε νωρίτερα ο Νίκος Τσάφος
Νωρίτερα, προσερχόμενος στη σύνοδο, ο υφυπουργός Ενέργειας υπογράμμισε την ανάγκη για περισσότερη συλλογική ευρωπαϊκή δράση και επανεξέταση της προσέγγισης στην ενεργειακή ασφάλεια.
Συγκεκριμένα, ανέφερε: «Συναντιόμαστε σε μια κρίσιμη συγκυρία για το ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης. Οι τελευταίοι έξι μήνες έχουν ασκήσει πραγματικά μεγάλη πίεση στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Αν κοιτάξετε τις τιμές της βενζίνης, του ντίζελ, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, όλες στέλνουν σαφή μηνύματα έντονης πίεσης» δήλωσε ο υφυπουργός Ενέργειας και επισημαίνοντας πως «κάθε ένας από εμάς, ξεχωριστά, λαμβάνει σημαντικά μέτρα για να αντιμετωπίσει το σοκ και να βοηθήσει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις να το διαχειριστούν».
Και συνέχισε: «Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι: μπορούμε να κάνουμε περισσότερα μαζί, συλλογικά, αξιοποιώντας τη δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα, τόσο σε ό,τι αφορά τη διάγνωση του προβλήματος όσο και στην εξεύρεση περισσότερων λύσεων για την αντιμετώπισή του.
Ταυτόχρονα, αυτή η κρίση θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα σχετικά με την ενεργειακή μας ασφάλεια. Όλοι συμφωνούμε ότι, μακροπρόθεσμα, ο μετασχηματισμός του ενεργειακού μας συστήματος θα μας καταστήσει πιο ασφαλείς και πιο ανθεκτικούς. Ωστόσο, μπορεί ο προορισμός να είναι ξεκάθαρος, όμως η διαδρομή αποδεικνύεται δύσκολη.
Από τη δική μας πλευρά, θεωρούμε ότι πρέπει πραγματικά να επανεξετάσουμε τη συνολική μας προσέγγιση στην ενεργειακή ασφάλεια. Η αρχιτεκτονική της ενεργειακής μας ασφάλειας σχεδιάστηκε ουσιαστικά για έναν διαφορετικό κόσμο. Και το πραγματικό ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί πράγματι να μας οδηγήσει στην κλιματική ουδετερότητα ή εάν χρειάζονται σημαντικές προσαρμογές στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και υλοποιούμε τη στρατηγική μας για την ενεργειακή ασφάλεια».