Όταν η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται μέτρο, κανόνες και τεχνική σοβαρότητα
του Στέλιου Λουμάκη

Όταν η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται μέτρο, κανόνες και τεχνική σοβαρότητα

25 05 2026 | 07:55

Η ενεργειακή μετάβαση είναι, αναμφίβολα, ένας από τους σημαντικότερους μετασχηματισμούς των τελευταίων δύο δεκαετιών. Για να αποδώσει όμως ουσιαστικά υπέρ των καταναλωτών, της οικονομίας, των επενδυτών και του περιβάλλοντος, δεν αρκεί η άκριτη προσθήκη νέας ισχύος όπου και όπως εμφανίζεται απλώς εμπορικά ελκυστική. Χρειάζεται σχεδιασμός, τεχνική πειθαρχία, σαφείς κανόνες και κυρίως επίγνωση των πραγματικών χαρακτηριστικών του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος.

Το τελευταίο διάστημα εισήλθαν στη δημόσια σφαίρα τα φωτοβολταϊκά σε μπαλκόνια. Παρουσιάζονται συχνά ως μια απλή, σχεδόν αυτονόητη λύση: αγοράζει ο πολίτης ένα μικρό σύστημα, το τοποθετεί στο μπαλκόνι του, το συνδέει σε μία πρίζα σούκο πίσω από τον μετρητή του σπιτιού του και μειώνει τον λογαριασμό ρεύματος του κατά περίπου 20%. Η εικόνα αυτή είναι μεν επικοινωνιακά ελκυστική, αλλά τεχνικά και ενεργειακά πολύ πιο σύνθετη. Και ακριβώς επειδή αφορά χιλιάδες καταναλωτές μέσα στον πυκνό αστικό ιστό, η συζήτηση δεν επιτρέπεται να γίνεται με όρους συνθημάτων ή μιμητισμού ξένων παραδειγμάτων, που ίσως δεν μας προσομοιάζουν ούτε τεχνικά αλλά ούτε και στην κουλτούρα και την αυτοπειθαρχία.

Μονολεκτικά, η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία.  Δεν έχει την ίδια βιομηχανική βάση, ενεργειακή ένταση και κατανάλωση, την ίδια δομή δικτύων ή την ίδια γεωγραφική θέση και διασυνδέσεις κεντρικά στο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.   Η μεταφορά πρακτικών από χώρες με τελείως διαφορετικό αποτύπωμα,  προφίλ ζήτησης και κουλτούρα οδηγεί σε λάθος κατεύθυνση. Στη χώρα μας η ηλεκτροπαραγωγική υπερδυναμικότητα δεν είναι θεωρητικό ενδεχόμενο· είναι ήδη καθημερινή πραγματικότητα και μάλιστα σε μεγάλο και αυξανόμενο αριθμό ωρών. 

Αναλυτικότερα, στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα λειτουργούν σήμερα περίπου 18,5 GW ανανεώσιμων σταθμών, εκ των οποίων περίπου 12 GW είναι φωτοβολταϊκά, 6 GW αιολικά και περί τα 0,5 GW λοιπές ΑΠΕ. Αν προστεθούν και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά, που ιστορικά προϋπήρχαν, η εγκατεστημένη ανανεώσιμη ισχύς προσεγγίζει συνολικά τα 22 GW. Μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, με την προσθήκη νέων κυρίως φωτοβολταϊκών έργων, η ισχύς εκτιμάται ότι μπορεί να κινηθεί περί τα 24,5 GW και ένας Θεός ξέρει που θα φθάσει παρακάτω, όταν υπάρχει δεξαμενή έργων με όρους σύνδεσης 15 GW και άλλων 50 GW πλήρως αδειοδοτημένων από αναμένουν όρους σύνδεσης.

Η επιτυχία της πράσινης μετάβασης οπωσδήποτε δεν έγκειται πλέον στο πόσα GW ΑΠΕ εγκαθιστούμε, αλλά στο πόση ηλεκτρική ενέργεια μπορεί πράγματι να απορροφήσει το σύστημα στις ώρες που αυτές την παράγουν. Η ετήσια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στο ηπειρωτικό σύστημα δεν έχει αυξηθεί την τελευταία εικοσαετία· αντιθέτως, από περίπου 56 TWh το 2008, σήμερα μετά βίας υπερβαίνει τις 52 TWh. Στον πραγματικό χρόνο, η εγχώρια ζήτηση μαζί με τις εξαγωγές κινείται συχνά στην περιοχή των 6 έως 9 GW. Αυτή τη ζήτηση καλούνται να μοιραστούν οι ανανεώσιμες μονάδες, μαζί και με κάποιες συμβατικές που δεν μπορούν να απέχουν πλήρως από το σύστημα για λόγους ευστάθειας και ασφάλειας.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν την αγορά: συχνές περικοπές παραγωγής στα έργα ΑΠΕ χωρίς προτεραιότητα κατανομής, μηδενικές ή και αρνητικές χονδρεμπορικές τιμές, πίεση της τάξης του -40% στα έσοδα των ανανεώσιμων σταθμών που λειτουργούν με σύμβαση διαφορικής προσαύξησης ή απευθείας στην αγορά ένεκα μηδενικών / αρνητικών τιμών στην χονδρική και αυξανόμενη αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα επενδύσεων που μέχρι χθες θεωρούνταν, εσφαλμένα, ασφαλείς. Σε ώρες υψηλής ηλιοφάνειας η περίσσεια ισχύος μπορεί να φτάνει σε επίπεδα αρκετών λ.χ. 5-6 GW.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ιδέα ότι πρέπει να ανοίξει μια νέα μαζική, δύσκολα ελεγχόμενη κατηγορία φωτοβολταϊκών μικροεγκαταστάσεων στον αστικό ιστό χρειάζεται σοβαρή αξιολόγηση. Δεν είναι λογικό, την ώρα που χιλιάδες επαγγελματικοί σταθμοί ΑΠΕ πλήττονται από περικοπές και κατάρρευση τιμών, να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη «πρόοδος» η εισαγωγή πρόσθετης αποκεντρωμένης παραγωγής χωρίς δυνατότητα εποπτείας και ελέγχου.  Όλα αυτά μάλιστα, όταν οι πληττόμενοι σταθμοί ΑΠΕ των ανεξάρτητων παραγωγών έχουν προσφέρει τα μέγιστα στην συγκράτηση του κόστους ενέργειας των καταναλωτών, χωρίς βεβαίως αυτό να απαλλάσσει του φορείς τους από τις δικές τους ευθύνες για την υπερφίαλη ανάπτυξη τους.

Με τον πρόσφατο ν. 5299/2026 προβλέφθηκε όριο ισχύος 800 W για φωτοβολταϊκά συστήματα σε μπαλκόνια, με τις λεπτομέρειες εφαρμογής να παραπέμπονται σε υπουργική απόφαση. Το σημείο αυτό είναι καθοριστικό. Η θεωρητική πρόβλεψη ενός ορίου δεν αρκεί, όταν η εγκατάσταση πραγματοποιείται πίσω από τον μετρητή, σε επίπεδο κατοικίας ή διαμερίσματος, και η φυσική σύνδεση μπορεί να γίνεται με τρόπο πρακτικά αόρατο για τον Διαχειριστή του Δικτύου. Το ερώτημα δεν είναι αν γράφεται ένα όριο στον νόμο, αλλά πώς ελέγχεται στην πράξη, ποιος πιστοποιεί την εγκατάσταση, ποιος επιβεβαιώνει την ασφάλεια και ποιος φέρει την ευθύνη σε περίπτωση υπέρβασης, βλάβης ή ατυχήματος.

Η τεχνική διάσταση είναι απολύτως ουσιώδης. Πολλά τοπικά δίκτυα χαμηλής τάσης είναι ήδη φορτωμένα με ανομοιόμορφες καταναλώσεις, παλιές παροχές και περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης αντίστροφων ροών σε συγκεκριμένες ώρες. Η μαζική εγκατάσταση μικρών φωτοβολταϊκών σε γειτονιές δεν λειτουργεί ως ουδέτερη προσθήκη. Μπορεί να προκαλέσει τοπικές υπερτάσεις, αποσυνδέσεις μέσω προστασιών των micro-inverters των συστημάτων αυτών οπότε εξαΰλωση του όποιου οφέλους για τους αυτοκαταναλωτές, αστάθεια στην ποιότητα τάσης και πιθανές φθορές σε οικιακές συσκευές, ιδίως εάν η εγκατάσταση γίνει χωρίς ουσιαστικό έλεγχο της ισχύος που επιλέγει ο κάθε αυτοκαταναλωτής.

Ακόμη και από καθαρά οικονομική σκοπιά, η εικόνα χρειάζεται απομυθοποίηση. Ένα σύστημα 800 W, λόγω δυσμενούς κλίσης, σκιάσεων, κακού προσανατολισμού και περιορισμένης επιφάνειας, δύσκολα θα αποδώσει όσο ένα τυπικό φωτοβολταϊκό σύστημα. Με ενδεικτική παραγωγή περίπου 900 kWh ανά εγκατεστημένο kW, ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να δώσει περί τις 720 kWh ετησίως, δηλαδή περίπου 2 kWh την ημέρα. Επειδή η παραγόμενη ενέργεια συμψηφίζεται μόνο στον βαθμό που καταναλώνεται ταυτόχρονα στο νοικοκυριό, το πραγματικό όφελος εξαρτάται επιπλέον από το καθημερινό προφίλ κατανάλωσης και δεν είναι δεδομένο ή ομοιόμορφο.

Με σημερινές χρεώσεις ρεύματος της τάξης των 0.25 ευρώ/kWh περιλαμβανομένων των ρυθμιζόμενων και του ΦΠΑ, υπολογίζεται ένα όφελος κατά μέγιστο της τάξης των 180 ευρώ ετησίως, δηλαδή περίπου 15 ευρώ τον μήνα, με την απόσβεση ενός τέτοιου συστήματος που θα κοστίσει περί τα 1.000 ευρώ να κινείται τουλάχιστον στην εξαετία. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει ότι το σύστημα λειτουργεί απρόσκοπτα, ότι δεν υπάρχουν βλάβες, ότι υπάρχει επαρκής ταυτοχρονισμένη κατανάλωση και ότι δεν προκύπτουν πρόσθετα κόστη εγκατάστασης, ελέγχου, στήριξης ή συντήρησης. Σε κάθε περίπτωση για πολλά νοικοκυριά η αρχική δαπάνη των 1.000 ευρώ είναι πολύ πιο άμεση και χειροπιαστή από ένα υπό προϋποθέσεις όφελος 15 ευρώ τον μήνα.

Υφίσταται επίσης και το ζήτημα της ασφάλειας. Ένα φωτοβολταϊκό σύστημα 800 W καταλαμβάνει περίπου 4 τετραγωνικά μέτρα επιφάνειας και έχει βάρος της τάξης των 45 κιλών. Η τοποθέτησή του σε μπαλκόνια, όψεις πολυκατοικιών ή κιγκλιδώματα δεν είναι διακοσμητική παρέμβαση. Απαιτεί σωστή μηχανική στήριξη, αντοχή σε ανεμοπιέσεις, πρόβλεψη για γήρανση υλικών, αποφυγή χαλαρώσεων και σαφή κατανομή ευθύνης. Σε αστικό περιβάλλον, μια αστοχία δεν απειλεί μόνο τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης, αλλά και ανυποψίαστους τρίτους που μπορεί να κινούνται στον δρόμο ή σε κοινόχρηστους χώρους.

Επίσης δεν πρέπει να υποτιμηθεί η πολεοδομική και κοινωνική πλευρά. Η άναρχη τοποθέτηση πάνελ σε προσόψεις, μπαλκόνια και τμήματα πολυκατοικιών μπορεί να δημιουργήσει σοβαρή οπτική υποβάθμιση, αντιπαραθέσεις μεταξύ γειτόνων, ζητήματα τήρησης κανονισμών πολυκατοικιών και νέα πεδία διενέξεων για ελάχιστο τελικά όφελος. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να υλοποιείται σε βάρος της αστικής λειτουργικότητας και της ασφάλειας, ούτε να μετατρέπεται σε ατομική παρέμβαση χωρίς κανόνες σε κοινά κτίρια.

Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι κάθε μορφή αυτοπαραγωγής είναι εξ ορισμού θετική καθώς και αυτονόητο δικαίωμα. Αυτό όμως είναι υπεραπλούστευση. Η αυτοπαραγωγή έχει αξία όταν εντάσσεται σε πραγματικές ανάγκες, όταν μειώνει φορτία σε ώρες αιχμής, όταν δεν επιβαρύνει την ποιότητα τάσης και όταν δεν επιδεινώνει τη συνολική εικόνα υπερπροσφοράς. Αντιθέτως, η ανεξέλεγκτη παραγωγή σε ώρες ήδη κορεσμένης ηλιακής παραγωγής απλώς αφαιρεί κατανάλωση από το σύστημα την ώρα που αυτή ήδη λείπει, επιτείνοντας τις περικοπές, τις μηδενικές / αρνητικές τιμές στην αγορά και απειλώντας ευθέως την ευστάθεια συνολικά το ηλεκτρικού συστήματος.  Για να το πούμε πιο απλά, η εκδίωξη των ανεξάρτητων παραγωγών και η επιβίωση μόνο των καθετοποιημένων ομίλων, θα επιδεινώσει τα οικονομικά των νοικοκυριών μέσω συνθηκών ολιγοπωλίου και συνεπακόλουθων αυξήσεων στο κόστος ρεύματος, πολύ χειρότερων απ’ ότι υποτίθεται θα τους εξοικονομήσουν τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού.

Η αποθήκευση, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μαγική λύση που θα θεραπεύσει τάχα κάθε υπερβολή εγκατεστημένης ισχύος. Ακόμη και με σημαντική ανάπτυξη μπαταριών έως το 2030, η προοπτική να φθάσουν τα φωτοβολταϊκά περί τα 20 GW, συν τις λοιπές τεχνολογίες ΑΠΕ και με ζήτηση που αυξάνεται ασθενικά ή καθόλου, σημαίνει ότι η χώρα κινδυνεύει να παράγει σε ετήσια βάση περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από όση μπορεί να καταναλώσει και να εξαγάγει. Σε τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και με τέλεια αποθήκευση, οι περικοπές σε έργα χωρίς προτεραιότητα κατανομής θα υπερβαίνουν σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας το 25%, πλέον βεβαίως της απώλειας εισοδήματος από τις μηδενικές / αρνητικές τιμές.

Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι η τεχνολογία των φωτοβολταϊκών. Αντιθέτως, αυτά έχουν συμβάλει καθοριστικά στη μείωση της εξάρτησης από το ακριβό φυσικό αέριο και έχουν προσφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος στους καταναλωτές μέσω της συγκράτησης των τιμών ρεύματος, ιδίως μάλιστα σε περιόδους διεθνών κρίσεων και αυξημένων τιμών καυσίμων. Η πηγή του κακού παραμένει η αδυναμία εφαρμογής ενός συνεκτικού σχεδιασμού στα ενεργειακά. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας δυστυχώς μετατρέπεται σε άκριτη επέκταση ισχύος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η ζήτηση, τα δίκτυα, οι αγορές και οι φυσικοί περιορισμοί του συστήματος.

Αν η Πολιτεία επιθυμεί τέλος πάντων να προχωρήσει σε τέτοιες μικροεγκαταστάσεις, απαιτείται  αυστηρό πλαίσιο που θα σέβεται τον Κανονισμό εκάστης πολυκατοικίας και συνεπώς την αξία της ακίνητης περιουσίας των πολιτών.  Υπό την επιφύλαξη αυτή, επιπλέον απαιτούνται προδιαγραφές πιστοποιημένου εξοπλισμού, ηλεκτρολογικός έλεγχος, αληθής δηλώσεις στον Διαχειριστή, διασφάλιση της ασφαλούς στήριξης τους και όρια συνολικής ισχύος ανά περιοχή-τοπικό δίκτυο. Χωρίς αυτά, η κατάσταση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα ακόμη ανεξέλεγκτο πεδίο

Το διακύβευμα, τελικά, είναι ευρύτερο. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να στηρίζεται σε επικοινωνιακές υπεραπλουστεύσεις, ούτε σε νέες αγορές που ανοίγουν, επειδή κάποιοι αναζητούν επόμενη πελατειακή δεξαμενή μετά τον κορεσμό των επαγγελματικών έργων και που δεν πρόκειται να δημιουργήσουν καν θέσεις εργασίας. Χρειάζεται ιεράρχηση, τεχνοκρατική αξιολόγηση και σεβασμός στους κανόνες λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος. Αλλιώς, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την πράσινη μετάβαση σε πεδίο σοβαρών ανισορροπιών, αστοχιών και κοινωνικής τριβής.

Η χώρα έχει ανάγκη από περισσότερη ενεργειακή ωριμότητα, όχι από περισσότερα συνθήματα. Οι ΑΠΕ παραμένουν κεντρικός πυλώνας της ενεργειακής πολιτικής, αλλά η επιτυχία τους από εδώ και πέρα θα κριθεί λιγότερο από το πόσα ακόμη MW εγκαθιστούμε και περισσότερο από το αν αυτά εντάσσονται σωστά στο σύστημα. Τα φωτοβολταϊκά στα μπαλκόνια, όπως προβάλλονται σήμερα, δεν αποτελούν αυτονόητη πρόοδο. Μπορεί να αποτελέσουν ακόμη μία φενάκη, εάν προηγηθεί η αγορά και ακολουθήσει καθυστερημένα η τεχνική λογική.

-------------------

Ο Δρ. Στέλιος Λουμάκης είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ).

Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2026 που ετοιμάζει για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM