Άρθρο Στ. Παπαθανασίου: Ποιές είναι οι προτεραιότητες για την ενεργειακή πολιτική που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά
Επί δύο σχεδόν δεκαετίες, η ενεργειακή μετάβαση συζητήθηκε στην Ευρώπη σχεδόν αποκλειστικά ως ζήτημα κλιματικής πολιτικής. Σήμερα, η πραγματικότητα έχει επιβάλει μια πιο σύνθετη οπτική, στην οποία η ενέργεια αποτελεί κεντρικό ζήτημα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, της βιομηχανικής πολιτικής, αλλά και της στρατηγικής αυτονομίας της ηπείρου μας.
Με τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), η Ευρώπη κατάφερε να αναπτύξει καθαρή παραγωγή σε ιστορικά χαμηλό κόστος. Το 2025, οι καθαρές πηγές κάλυψαν περίπου το 70% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ, ενώ αιολικά και φωτοβολταϊκά έφτασαν το 30%, υπερβαίνοντας τα ορυκτά καύσιμα (26%). Ωστόσο, η φθηνή αυτή παραγωγή δεν έχει μεταφραστεί πλήρως σε φθηνή ενέργεια για τον τελικό καταναλωτή −σε κάθε περίπτωση, η συσχέτιση αυτή δεν έχει γίνει επαρκώς αντιληπτή από την οικονομία και την κοινωνία. Οι τιμές του ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία παραμένουν 2 έως 3 φορές υψηλότερες στην Ευρώπη από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτό το χάσμα υπονομεύει την παραγωγική βάση και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη αναπτύσσει νέες επικίνδυνες εξαρτήσεις σε θέματα πρώτων υλών, εφοδιαστικής αλυσίδας και τεχνολογίας από τρίτες χώρες, οι οποίες έρχονται να προστεθούν στη γνωστή εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Με αφετηρία τις κρίσιμες αυτές διαπιστώσεις, η συζήτηση που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τον ενεργειακό σχεδιασμό και την ευρύτερη οικονομική και γεωπολιτική του διάσταση, έχει αναδείξει ορισμένες προτεραιότητες που οφείλουν να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά.
Πρώτη προτεραιότητα: Τα δίκτυα
Τα δίκτυα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως στρατηγική υποδομή, κρίσιμη για την ανταγωνιστικότητα, καθώς αποτελούν την αναγκαία συνθήκη προκειμένου η καθαρή και φθηνή παραγωγή να μπορεί να φτάσει στα κέντρα ζήτησης, αλλά και να ενσωματωθούν οι πόροι ευελιξίας που απαιτούνται για την επιτυχή ενσωμάτωση στοχαστικών ΑΠΕ και την ασφάλεια του απανθρακοποιημένου ηλεκτρικού συστήματος.
Κύριο εμπόδιο για την ανάπτυξη νέων πόρων παραγωγής σήμερα δεν είναι η έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος, αλλά η επάρκεια των δικτύων και οι μεγάλες καθυστερήσεις στην πρόσβαση σε αυτά. Οι αριθμοί δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) εκτιμά ότι απαιτούνται επενδύσεις 584 δισ. Ευρώ στα ευρωπαϊκά δίκτυα μέσα στη 10ετία που διανύουμε, ενώ εκτιμήσεις τρίτων ανεβάζουν σε περισσότερα από 1500 GW τα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης που αναμένουν σύνδεση στα δίκτυα στην Ευρώπη.
Δεδομένων των μεγάλων χρόνων ανάπτυξης των υποδομών, οφείλουμε να μεταβούμε σε περισσότερο προβλεπτική προσέγγιση των επενδύσεων στα δίκτυα, αντί να ανταποκρινόμαστε στη ζήτηση για πρόσβαση αφού αυτή εκδηλωθεί (anticipatory vs. reactive planning). Ταυτόχρονα, πρέπει να αναθεωρήσουμε ριζικά το μοντέλο πρόσβασης. Η ιστορική αρχή του "first-come-first-served" και ad hoc προτεραιότητες πρέπει να εγκαταλειφθούν. Η δέσμευση ηλεκτρικού χώρου πρέπει να είναι επιλεκτική, με βάση αυστηρά ποιοτικά κριτήρια, να συνδέεται με τη βιωσιμότητα των επενδύσεων και την εξυπηρέτηση ευρύτερων εθνικών ενεργειακών και οικονομικών στόχων, να προϋποθέτει την ταχεία αξιοποίηση του δεσμευόμενου χώρου αλλά και την αποδοτική του χρήση, δηλαδή τη μεγιστοποίηση της ενεργειακής “απολαβής” ανά MVA δεσμευόμενης χωρητικότητας. Παράλληλα, εξίσου άμεση και πιεστική προτεραιότητα είναι η απελευθέρωση ηλεκτρικού χώρου από «λιμνάζοντα» έργα που δεν προχωρούν.
Δεδομένης της σπανιότητας του πόρου (χωρητικότητα δικτύων) και της μεγάλης ζήτησης για πρόσβαση, οι ευέλικτες συμβάσεις αποτελούν αναγκαιότητα και νομιμοποιούν την επιβολή περιορισμών στη χρήση του πόρου με στόχο τη βέλτιστη αξιοποίησή του. Ωστόσο δεν συνιστούν λύση στο πρόβλημα, παρά μόνο ένα διοικητικό περίβλημα που επιτρέπει την ελεγχόμενη πρόσβαση υπό όρους και περιορισμούς. Οι πραγματικές λύσεις για τη διαχείριση της συμφόρησης και τη βέλτιστη αξιοποίηση των υποδομών ακόμη αναμένονται. Μέχρι να προσδιοριστούν, πρέπει να αποφύγουμε την αθρόα έκδοση όρων σύνδεσης στην προσπάθεια ικανοποίησης του πληθωριστικού κύματος αιτημάτων σύνδεσης.
Δεύτερη προτεραιότητα: Ο σχεδιασμός της αγοράς
Η Ευρώπη διαθέτει μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλού οριακού κόστους, οι οποίες, με το τρέχον υπόδειγμα αγορών και την περιορισμένη επάρκεια των δικτυακών υποδομών, συμπιέζουν τις τιμές των αγορών, πλέον και σε αρνητικά επίπεδα. Οι εξαιρετικά χαμηλές αυτές τιμές συνυπάρχουν με υψηλές τιμές σε άλλα διαστήματα, δημιουργούν έντονη αβεβαιότητα για τις επενδύσεις και δεν συνεπάγονται αυτομάτως εξίσου φθηνή ενέργεια για τους τελικούς καταναλωτές.
Η ευρωπαϊκή πολιτική έχει αναγνωρίσει τη νέα αυτή διάσταση και την πολυπλοκότητα που εισάγει. Η συζήτηση μετατοπίζεται από τη χονδρεμπορική τιμή στο τελικό ενεργειακό κόστος, περιλαμβανομένων των ρυθμιζόμενων χρεώσεων, ενώ η μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρισμού ενισχύει τα PPAs, τις αμφίδρομες συμβάσεις διαφορών (CfDs) και τα εργαλεία μακροχρόνιας κάλυψης κινδύνου.
Πλέον αναγνωρίζεται ότι, ενώ οι βραχυχρόνιες αγορές είναι απαραίτητες για την αποδοτική λειτουργία του συστήματος και για την παροχή σωστών σημάτων τιμών, δεν αποτελούν επαρκές οικονομικό θεμέλιο για την ορθολογική ανάπτυξη του συστήματος μέσα από επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου και μακρού χρόνου απόσβεσης, όπως κατ’ εξοχήν είναι οι ενεργειακές υποδομές. Οι μακροχρόνιες συμβάσεις και κυρίως οι μηχανισμοί εγγυημένου εσόδου στις ποικίλες μορφές τους, δεν υποκαθιστούν τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμά τους που καλύπτει τα κενά βιωσιμότητας των επενδύσεων, αντισταθμίζει το μακροχρόνιο ρίσκο εσόδου και μειώνει το κόστος κεφαλαίου, οδηγώντας σε χαμηλότερο τελικό κόστος για τον καταναλωτή. Και παρέχοντας ταυτόχρονα στην πολιτεία τη δυνατότητα παρέμβασης στην ανάπτυξη του ενεργειακού συστήματος.
Τρίτη προτεραιότητα: Επάρκεια-ευελιξία-αποθήκευση
Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η επίτευξη μεγάλης διείσδυσης μεταβλητών ΑΠΕ προϋποθέτει υψηλή ευελιξία για το ηλεκτρικό σύστημα, αλλά και επάρκεια πόρων για διασφάλιση της συνέχειας και αξιοπιστίας τροφοδότησης.
Σε ό,τι αφορά την επάρκεια, η θέσπιση μηχανισμών ισχύος για διασφάλιση της βιωσιμότητας συμβατικών πόρων, όπως οι μονάδες αερίου, αντιμετωπίζεται πλέον χωρίς τα ενοχικά σύνδρομα του παρελθόντος, στον βαθμό που οι μηχανισμοί αυτοί καλύπτουν πραγματικές ανάγκες, είναι ανοικτοί στη συμμετοχή και παρέχουν ενίσχυση με ανταγωνιστικούς όρους. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη καθαρών μορφών ηλεκτροπαραγωγής, όπως η πυρηνική ενέργεια, που μπορούν να συμβάλουν στην απανθρακοποίηση του ηλεκτρικού συστήματος με ταυτόχρονη διασφάλιση της αξιοπιστίας παροχής, δεν μπορεί να αγνοηθεί και έχει μπει ξανά στην ατζέντα. Ωστόσο, οι επιλογές αυτές δεν είναι εξίσου εφικτές και βιώσιμες σε όλες τις χώρες και η υιοθέτησή τους πρέπει να αποτελεί αντικείμενο στάθμισης σε εθνικό επίπεδο και όχι αυτονόητη επιλογή.
Οι πόροι ευελιξίας του συστήματος θεωρητικά περιλαμβάνουν ένα πλήθος διαφορετικών πηγών και επιλογών: συμβατικές μονάδες αερίου, αποθήκευση, ευελιξία της ζήτησης, διασυνοριακές διασυνδέσεις κ.ά. Στα κείμενα πολιτικής είναι σύνηθες η ανάπτυξή τους να αντιμετωπίζεται μέσα από «πολιτικώς ορθές», αλλά ισοπεδωτικές, αντιλήψεις περί τεχνολογικής ουδετερότητας, που αγνοούν κρίσιμες διαφορές στη φύση, την εφικτότητα και το επίπεδο διαθεσιμότητας των λύσεων. Οι αντιλήψεις αυτές τελικώς τείνουν να στρεβλώνουν και να καθυστερούν την ανάπτυξη της ευελιξίας, καθώς αποτρέπουν την επιλεκτική παροχή στήριξης εκεί που περισσότερο χρειάζεται, π.χ. παραβλέποντας το γεγονός ότι η αποθήκευση είναι ο μόνος ουσιαστικός πόρος σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά αυξημένης διείσδυσης ΑΠΕ -καθαρός, διαθέσιμος σε μεγάλες ποσότητες, διαρκώς μειούμενου κόστους, πολλαπλού σκοπού και αξίας.
Η αξία της αποθήκευσης είναι πλέον γνωστή και εμπεδωμένη: περιορίζει τις αρνητικές τιμές, αποσβένει ακραία υψηλές τιμές, παρέχει υπηρεσίες εξισορρόπησης και άλλες τεχνικές υπηρεσίες, μειώνει τις περικοπές και την επισφάλεια των εσόδων των ΑΠΕ, συμβάλλει στην επάρκεια ισχύος και επιτρέπει την αποσυμφόρηση των δικτύων.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η αποθήκευση δεν πρέπει να αναπτυχθεί με μόνο υπόδειγμα τους σταθμούς κεντρικής αποθήκευσης. Εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντική είναι η αποκεντρωμένη αποθήκευση πίσω από τον μετρητή έργων ΑΠΕ και καταναλωτών, ώστε να διευκολυνθεί η άμεση συνεργασία μεταξύ των πόρων, να αποκτήσει κατανεμόμενο χαρακτήρα η παραγωγή ΑΠΕ και ευελιξία η ζήτηση, να αυξηθεί η χωρητικότητα των δικτύων και να επιτευχθεί η αποσυμφόρησή τους.
Ταυτόχρονα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι επαρκής ανάπτυξη της αποθήκευσης αποκλειστικά μέσω εμπορικών (merchant) έργων δεν μπορεί να επιτευχθεί. Για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητα τα σωστά σχεδιασμένα σχήματα στήριξης, γενικά μέσω CfDs, τα οποία δεν συνιστούν επιδοτήσεις αλλά εγγύηση της βιωσιμότητας των επενδύσεων αποκλείοντας ταυτόχρονα τις υπεραποδόσεις.
Τέταρτη προτεραιότητα: Στρατηγική αυτονομία
Η τεχνολογική εξάρτηση που σταδιακά αναπτύσσεται στην ήπειρό μας είναι ζήτημα που επανέρχεται στη συζήτηση, αλλά σπάνια παίρνει την προσοχή που του αξίζει. Το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της International Energy Agency, η Κίνα παρήγαγε πάνω από το 80% των μπαταριών παγκοσμίως, ενώ σχεδόν όλες οι μπαταρίες για εφαρμογές ηλεκτρικών δικτύων εξαρτώνται από την Κίνα σε τουλάχιστον ένα στάδιο της αλυσίδας αξίας —από τις πρώτες ύλες έως τα ηλεκτρονικά ισχύος και τα βοηθητικά τους συστήματα. Στον τομέα της αποθήκευσης, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε ό,τι έγινε με τα φωτοβολταϊκά την προηγούμενη δεκαετία: η Ευρώπη ανέπτυξε τεράστια ζήτηση, χωρίς ταυτόχρονα να ελέγχει επαρκώς την τεχνολογία, την εφοδιαστική αλυσίδα και τη βιομηχανική παραγωγή. Προφανώς, αυτό δεν συνιστά ενεργειακή ασφάλεια, αλλά μετακίνηση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα σε εισαγόμενες καθαρές τεχνολογίες.
Όταν μιλάμε για ασφάλεια εφοδιασμού, δεν αρκεί να μένουμε στο ότι οι ΑΠΕ είναι εγχώριος ενεργειακός πόρος. Πρέπει ταυτόχρονα να ρωτάμε και:
- Ποιος ελέγχει την τεχνολογία
- Ποια η πρόσβαση στις πρώτες ύλες
- Πού βρίσκεται η βιομηχανική παραγωγή
Λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, γραφίτης, χαλκός, σπάνιες γαίες, όλα είναι πλέον ενεργειακές πρώτες ύλες. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα των ορυκτών, αλλά ακόμη περισσότερο η επεξεργασία τους, μέχρι το τελικό προϊόν. Και εδώ εντοπίζεται η κρισιμότερη εξάρτηση: σύμφωνα με την International Energy Agency, η Κίνα ελέγχει σήμερα κατά μέσο όρο περίπου το 70% της παγκόσμιας επεξεργασίας των κρίσιμων υλικών —πάνω από 90% για τον γραφίτη και τις σπάνιες γαίες και περίπου 60% για το λίθιο και το κοβάλτιο. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες θέτει για το 2030 στόχους: 10% των ετήσιων αναγκών της ΕΕ από εγχώρια εξόρυξη, 40% από ευρωπαϊκή επεξεργασία, 25% από ανακύκλωση και όχι πάνω από 65% εξάρτηση από μία τρίτη χώρα για κάθε στρατηγική πρώτη ύλη. Όλοι σωστοί στόχοι, αλλά απέχουν πολύ από το να αποτελούν πραγματικότητα.
Ίσως το σοβαρότερο ζήτημα είναι η απώλεια της βιομηχανικής παραγωγής. Η Ευρώπη έχει ακριβότερη ενέργεια, βαριά αδειοδότηση, υψηλό κόστος κεφαλαίου, σύνθετη ρύθμιση. Επενδύουμε στη ζήτηση για πράσινη μετάβαση, αλλά μεγάλο μέρος της παραγωγικής αξίας δημιουργείται αλλού. Χωρίς ευρωπαϊκή βιομηχανία, θα αντικαταστήσουμε την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα με εξάρτηση από εισαγόμενες καθαρές τεχνολογίες, και αυτό δεν είναι βιώσιμο μοντέλο.
Στην περίπτωση της αποθήκευσης, χρειαζόμαστε ευρωπαϊκή στρατηγική όχι μόνο για την εγκατάσταση μπαταριών, αλλά για όλη την αλυσίδα αξίας της αποθήκευσης. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποφύγουμε τη μονοκαλλιέργεια τεχνολογιών. Η τεχνολογική διαφοροποίηση είναι εργαλείο ασφάλειας εφοδιασμού. Οι μπαταρίες ιόντων λιθίου είναι σήμερα η κυρίαρχη λύση για βραχυχρόνια αποθήκευση, αλλά η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει σε εναλλακτικές τεχνολογίες, στις οποίες θα μπορέσει να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα —αντλησιοταμίευση, μπαταρίες ροής, θερμική αποθήκευση, υδρογόνο. Οπωσδήποτε η Ευρώπη δεν πρέπει να περιοριστεί σε ρόλο καταναλωτή προϊόντων αποθήκευσης. Πρέπει να διαμορφώσει την αγορά, να ελέγξει κρίσιμα τμήματα της αλυσίδας αξίας, να διαφοροποιήσει τις τεχνολογίες της και να κρατήσει βιομηχανική παραγωγή στο έδαφός της. Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν εξαιρετικά γρήγορα, αν κανείς λάβει υπόψη την ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται οι υποδομές αυτές —η ΕΕ εκτιμά ότι η αποθηκευτική ικανότητα πρέπει να αυξηθεί σε 200 GW έως το 2030 (AccelerateEU, Απρίλιος 2026), από περίπου 55 GW σήμερα κυρίως αντλησιοταμιευτικών σταθμών (European Energy Storage Inventory της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).
Πέμπτη προτεραιότητα: Ολοκληρωμένη ενεργειακή πολιτική
Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στον ηλεκτρισμό, αλλά πρέπει να επεκτείνεται στο σύνολο του ενεργειακού συστήματος. Πέρα από τη διείσδυση των ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα, απαιτείται μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανάπτυξη και χρήση των καθαρών μορίων, όπως το πράσινο υδρογόνο, το βιομεθάνιο και τα e-fuels, για τομείς όπου ο εξηλεκτρισμός είναι τεχνικά αδύνατος ή οικονομικά ασύμφορος (hard-to-abate) —τα λιπάσματα, η χημική βιομηχανία, ο χάλυβας, η ναυτιλία, οι αερομεταφορές. Η στρατηγική αυτή, σε συνδυασμό με τις άμεσες δράσεις για μείωση του ενεργειακού κόστους, είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της βαριάς βιομηχανίας.
Έκτη προτεραιότητα: Από τους στόχους στην πράξη
Η Ευρώπη διαθέτει πλήθος κειμένων στρατηγικής –το Clean Industrial Deal, το Net-Zero Industry Act, το European Grids Package–, καθώς και κανονισμούς, οδηγίες, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις. Σε τέτοιο πλήθος που η παρακολούθηση, υιοθέτηση, εξειδίκευση και πολύ περισσότερο η εφαρμογή τους καθίσταται πλέον υπαρκτό πρόβλημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η χώρα μας, με την ενδημική δυστοκία στην έγκαιρη υιοθέτηση και εφαρμογή των κοινοτικών κειμένων.
Αν η Ευρώπη θέλει να φανεί αντάξια των περιστάσεων και να πετύχει στην πρόκληση της ενεργειακής μετάβασης, απαιτείται λιγότερη γραφειοκρατία και ρύθμιση, απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών, καθαρά επενδυτικά μοντέλα που κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια και έμφαση στην υλοποίηση και στα μετρήσιμα αποτελέσματα. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί η μετάβαση συνδυάζοντας καθαρή, επαρκή, αξιόπιστη και προσιτή ενέργεια με εγχώρια βιομηχανική βάση και ελάχιστες εξωγενείς εξαρτήσεις.
________
Σταύρος Αθ. Παπαθανασίου, καθηγητής ΕΜΠ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2026 που ετοίμασε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress.