Το μέλλον είναι ηλεκτρικό - Στοίχημα είναι να είναι ταυτόχρονα ασφαλές και ανταγωνιστικό
Το μέλλον της Ευρώπης διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από τον ηλεκτρισμό. Η εξηλεκτρισμένη οικονομία αποτελεί τον πυρήνα της πράσινης μετάβασης και της προσπάθειας για ενεργειακή αυτονομία της ηπείρου, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό. Όμως το στοίχημα δεν είναι απλώς το μέλλον να είναι ηλεκτρικό· θα πρέπει ταυτόχρονα να έχει κοινωνικό πρόσημο και να είναι οικονομικά βιώσιμο.
Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δοκιμάζεται τα τελευταία χρόνια από το υψηλό ενεργειακό κόστος (βλ. ενεργειακή κρίση 2021-2023). Οι περισσότεροι κλάδοι της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ενέργειας είναι περίπου διπλάσιο από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών (βλ. Inflation Reduction Act-2022 και την ομοσπονδιακή πολιτική βιομηχανικής στήριξης) και κατά 50% υψηλότερο από το αντίστοιχο της Κίνας (βλ. έμπρακτη και πολυεπίπεδη στήριξη εταιρειών με εξαγωγικό χαρακτήρα σε τεχνολογίες αιχμής). Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί απλά και μόνο ένα στατιστικό στοιχείο, αλλά μεταφράζεται σε απτή απώλεια επενδύσεων, επιβράδυνση εκμοντερνισμού της βιομηχανίας και μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων εκτός Ευρώπης. Αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης μηχανισμών όπως το CBAM, οι οποίοι όμως δεν αντισταθμίζουν πλήρως το δομικό πρόβλημα κόστους ενέργειας εντός της ΕΕ.
Η πράσινη μετάβαση για την οποία τόσος θόρυβος γίνεται – και δικαιολογημένα - για να είναι κοινωνικά και οικονομικά βιώσιμη, χρειάζεται τη στήριξη των κοινωνιών και του επιχειρηματικού κόσμου. Αυτή η στήριξη, όμως, κλονίζεται όταν το ενεργειακό κόστος, ως θεμελιώδες συστατικό, αυξάνεται και όταν οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπονται σε παράγοντα πίεσης για νοικοκυριά και βιομηχανία. Παρά το γεγονός ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) αξιοποιούν δωρεάν φυσικούς πόρους, η μετάβαση σε ένα ηλεκτρικό σύστημα με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διαλείπουσα λειτουργία, συνοδεύεται από σημαντικά κρατικά/ενωσιακά κονδύλια.
Τα ποσά αυτά δεν περιορίζονται μόνο στις αρχικές επιδοτήσεις των έργων ΑΠΕ (είτε upfront είτε με λειτουργικές ενισχύσεις). Περιλαμβάνουν κεφάλαια που (πρέπει να) κατευθύνονται σε έργα για υλοποίηση μεγάλης κλίμακας σταθμών αποθήκευσης ενέργειας, την ενίσχυση και επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων, την ανάπτυξη νέων διασυνδέσεων, τις περικοπές πράσινης ενέργειας σε περιόδους υπερπαραγωγής, καθώς και το αυξανόμενο κόστος ανακατανομής φορτίου (redispatching). Σε αυτό το περιβάλλον, το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS), αν και αποτελεί βασικό εργαλείο απανθρακοποίησης, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο κόστους στην τελική τιμή της ενέργειας.
Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής παραμένει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, μετά από μια δεκαετία έντονου εστιασμού στην επίτευξη ονομαστικών στόχων διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, καθίσταται αναγκαία μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση. Τα οφέλη της απανθρακοποίησης στην ηλεκτροπαραγωγή αποδίδουν ήδη καρπούς (βλ. πλειάδα μηδενικών τιμών κατά τη διάρκεια του θέρους). Το επόμενο στάδιο εκτιμούμε πως θα είναι δύσκολο καθώς αφορά τόσο την περαιτέρω μείωση των εκπομπών στον ηλεκτρισμό όσο και –κυρίως– την ουσιαστική παρέμβαση σε τομείς όπως οι μεταφορές. Νωπή βεβαίως είναι η από 16 Δεκεμβρίου ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Automotive Package που αποτελεί μια φιλόδοξη, καίτοι ρεαλιστική ενωσιακή πολιτική (verbatim “pragmatic policy” σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση).
Σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο, η ασφάλεια εφοδιασμού αναδεικνύεται σε κρίσιμο πυλώνα της εθνικής ενεργειακής πολιτικής. Η διασφάλισή της οφείλει να γίνεται με αρχές και εργαλεία βασιζόμενα στην αγορά που θα προάγουν και θα ενισχύουν τον ανταγωνισμό. Η αγορά διαθέσιμης ισχύος αποτελεί μια τέτοια λύση, ικανή να ενισχύσει την επάρκεια του συστήματος και ταυτόχρονα να λειτουργήσει ως μηχανισμός προστασίας των καταναλωτών από ακραίες διακυμάνσεις των τιμών, μέσω σχημάτων τύπου reliability option. Παράλληλα, η ευελιξία του συστήματος μετατρέπεται σε βασικό ζητούμενο για τη λειτουργία του συστήματος. Σταθμοί αποθήκευσης ενέργειας, αντλησιοταμιευτικά έργα, μηχανισμοί απόκρισης ζήτησης, μεγάλα υδροηλεκτρικά –παρά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις υδρολογικές συνθήκες– και μονάδες φυσικού αερίου πρέπει να συνθέσουν ένα μίγμα τεχνολογιών συμπληρωματικές των ΑΠΕ. Ο σχεδιασμός της ενεργειακής πολιτικής δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά ή μονοδιάστατα σε ανανεώσιμες τεχνολογίες, τουλάχιστον όχι για τα επόμενα αρκετά χρόνια. Στο βαθμό που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της ΕΕ, όλες οι τεχνολογίες πρέπει να διαμορφώσουν ένα ευέλικτο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα.
Στην κατεύθυνση αυτή, η διατήρηση επαρκούς διαθέσιμης ισχύος από μονάδες φυσικού αερίου δεν υπονομεύει τους κλιματικούς στόχους. Αντιθέτως, λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας. Οι ΑΠΕ, λόγω ακριβώς του χαμηλού μεταβλητού κόστους τους, θα συνεχίσουν να αυξάνουν σταθερά το μερίδιό τους. Όμως στις κρίσιμες στιγμές –στις αιχμές της ζήτησης, στις περιόδους χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ ή σε ακραία καιρικά ή εποχικά φαινόμενα– οι μονάδες φυσικού αερίου παραμένουν απαραίτητες για τη διασφάλιση της ευστάθειας του συστήματος και την αποφυγή γενικευμένων διακοπών ηλεκτροδότησης, όπως εκείνη που βίωσε πρόσφατα η Ιβηρική Χερσόνησος τον Απρίλιο του 2025.
Τέλος, η ουσιαστική μείωση του κόστους ηλεκτρισμού στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά προϋποθέτει σημαντικές επενδύσεις σε έργα διασύνδεσης μεταξύ των αγορών/ζωνών της ΕΕ. Αντίστοιχα σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα καλείται να επιταχύνει τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των Δωδεκανήσων και των νησιών του Βορείου Αιγαίου με το ηπειρωτικό σύστημα. Η ολοκλήρωση αυτών των έργων θα επιτρέψει την οριστική απόσυρση ακριβών και ρυπογόνων πετρελαϊκών μονάδων, ένα βήμα που η ηπειρωτική χώρα έχει πραγματοποιήσει εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας είναι η αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, με στόχο την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων έως το τέλος της δεκαετίας.
Το 2025 ήταν το έτος που ανέδειξε την κρισιμότητα της αποθήκευσης σε συνδυασμό με την ενίσχυση και αναβάθμιση των ευρωπαϊκών συστημάτων και δικτύων για την περαιτέρω διείσδυση ΑΠΕ, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το blackout στην Ιβηρική και τις εκτεταμένες περικοπές στην Ελλάδα. Το 2026 εύχομαι να σηματοδοτήσει μια προσεκτική και στοχευμένη μετάβαση σε τεχνολογίες και επενδύσεις που θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη θωράκιση και την αποδοτική ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας.
_______
Η Κατερίνα Καραλή είναι Πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Ανεξαρτήτων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΑΗ).
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.