Ζημιές άνω του 1 δισ. ευρώ για τις εισηγμένες
Ζημιές 1,378 δισ. ευρώ εμφάνισαν στο σύνολό τους οι εισηγμένες στο εξάμηνο. Ο τζίρος ενισχύθηκε κατά 4,6% διαμορφούμενος στα 38,45 δισ. ευρώ ενώ τα EBITDA υποχώρησαν 15,1% διαμορφούμενα στα 4,7 δισ. ευρώ. Η πλειονότητα πλέον των εταιρειών είναι ζημιογόνες σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλλεξε το τμήμα αναλύσεων και μελετών της Πήγασος ΑΧΕΠΕΥ.
Όπως αναφέρει η ΑΧΕ, η ελκυστικότητα της αγοράς με βάση τα κέρδη είναι μηδενική. Ωστόσο η αξία των εταιρειών είναι υπαρκτή. Απελπιστικά λίγες είναι οι θετικές εξαιρέσεις. Παγίδες και κίνδυνοι από την παρατεταμένη εμφάνιση ζημιών σε πολλές εταιρείες εντοπίζει επίσης η Πήγασος.
Αιτίες για αυτή την κατάσταση μπορούν να αναζητηθούν σε πολλά επίπεδα και σε διαφορετικούς χώρους: Η μείωση του εισοδήματος από την περικοπή μισθών και επιδομάτων στο Δημόσιο, η αύξηση της φορολογίας σε βασικά είδη, η μείωση της ζήτησης ακόμα και σε ανελαστικά προϊόντα, η υποτίμηση των κρατικών ομολόγων, η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης σε οριακό πλέον σημείο, η αύξηση του κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, η μείωση της κρατικής δαπάνης για έργα υποδομών ή σε κλάδους με μεγάλη εξάρτηση από το δημόσιο, ο ανταγωνισμός σε κλάδους με οριακά περιθώρια (Ακτοπλοΐα, Ηλεκτρικές συσκευές, Εκδόσεις), η έκτακτη εισφορά ακόμα και η χρηματιστηριακή κάμψη των τιμών του α’ εξαμήνου συνέβαλαν στην χειρότερη επίδοση όλων των εποχών η οποία εκμηδένισε τα κέρδη του α’ τριμήνου και βύθισε οριστικά την χρήση σε ζημιές. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες έχουν ωστόσο ένα κοινό παρανομαστή που δεν είναι άλλος από την πιστοληπτική αναξιοπιστία της Ελληνικής οικονομίας.
Ζημιές δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζονται στο σύνολο. Φαινόμενα ζημιών και μάλιστα σε επίπεδο άνω του 1 δις. ευρώ παρατηρήθηκαν στο δ’ τρίμηνο του 2008 και του 2009. Αυτό που αλλάζει δραματικά σε αυτή την δημοσίευση είναι η μαζικότητα των ζημιογόνων εταιριών. Για πρώτη φορά στην ιστορία των περιοδικών δημοσιεύσεων το πλήθος των εταιριών με αρνητική τελική γραμμή πήρε κεφάλι σε μια σχέση 54/46 επιβεβαιώνοντας μια τάση που από το περυσινό δ’ τρίμηνο είχε αρχίσει να διαφαίνεται. Και η σημασία αυτής της εξέλιξης έχει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης για επενδυτές, τραπεζίτες και… εφοριακούς.
Στα απόλυτα νούμερα μπορούν να υποστηριχθούν πολλά «αν»: Αν δεν ήταν οι μεγάλες ζημιές της MIG της Εμπορικής Τράπεζας, του Ατλάντικ και της Γενικής Τράπεζας το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό και πάντως πιο ήπιο από το συντριπτικό 1,4 δις ευρώ που εμφανίστηκε στην τελική γραμμή. Αν δεν ήταν η αύξηση των φόρων στα διυλιστήρια και τα πρατήρια ο τζίρος θα ήταν οριακά μειωμένος. Αν αθροίζονταν η έκτακτη εισφορά στα μεγέθη της τελικής γραμμής τα καθαρά κέρδη θα ήταν βελτιωμένα κατά 581 εκ. ευρώ. Αν οι τράπεζες δεν είχαν τόσο μεγάλη αύξηση στις πισφάλειες (+37%) και διατηρούσαν τους περυσινούς ρυθμούς μη εξυπηρετούμενων δανείων τα μεγέθη τους θα ήταν καλύτερα κατά 900 εκ. ευρώ.
Εκεί που δεν χωράνε πολλά «αν» είναι στα λειτουργικά αποτελέσματα (EBITDA). Τα λειτουργικά κέρδη είναι μειωμένα 15% το οποίο σαν μέγεθος είναι «πολύ» για μία και μόνο περίοδο. Η πτώση στην λειτουργική κερδοφορία έχει επιταχύνει και σε σχέση με το α’ τρίμηνο (-9%) αλλά και η μεταξύ πρώτου και δεύτερου τριμήνου διαφορά (Q2 vs Q1) δείχνει ότι η παραγωγή λειτουργικού αποτελέσματος έχει μειωθεί κατά 19%. Με σταθερό σχεδόν το τζίρο η μείωση των λειτουργικών αποτελεσμάτων αφήνει πολύ εκτεθειμένες τις επιχειρήσεις στις διακυμάνσεις της οικονομίας μειώνοντας αισθητά τις δυνατότητες που έχουν για να αντιμετωπίσουν έκτακτες καταστάσεις ή να γίνουν πιο ανταγωνιστικές. Κλαδικά ή εταιρικά λειτουργικά περιθώρια κάτω από 5% έχουν κίνδυνο ειδικά αν αναφέρονται σε εμπόριο (χονδρικό, λιανικό) ή υπηρεσίες. Το δεύτερο τρίμηνο πλέον κατέχει την καλύτερη και την χειρότερη επίδοση όλων των εποχών. Από τα 3,2 δις ευρώ το 2007 οι εισηγμένες εταιρίες έφθασαν στα 1,8 δις ευρώ ζημιές το 2010 ενώ σε επίπεδο εξαμήνου η εξέλιξη είναι ακόμα πιο ενδεικτική αφού πέρυσι η επίδοση κερδών ήταν οριακά πάνω από τα 3 δις ευρώ και πρόπερσι σχεδόν 6 δις ευρώ. Σε ότι αφορά τα περιθώρια κερδοφορίας ο «θόρυβος» και η μεγάλη αρνητική μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων της MIG οδήγησε σε υποχώρηση του καθαρού περιθωρίου στο -7,5%. Η προσαρμοσμένη τιμή κινείται κοντά στο 1,4% το οποίο εξακολουθεί να είναι σημαντικά μειωμένο έναντι του 4,7% που παρατηρείται στο περυσινό εξάμηνο.