Το εκρηκτικό κοκτέιλ από μια σπασμωδική αντίδραση του «στριμωγμένου» Ιράν και ενός ισχυρού καύσωνα στη ΝΑ Ευρώπη - Η ανησυχία από το «stop» στο ρωσικό αέριο
Το εφιαλτικό σενάριο από μια απρόβλεπτη αντίδραση του «στριμωγμένου στα σχοινιά» Ιράν, κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ ανησυχεί όλο και περισσότερο αναλυτές και αγορές, όπως δείχνει η χθεσινή άνοδος της τιμής του φυσικού αέριου που έφτασε μια ανάσα από τα 40 ευρώ.
Δύο επιπλέον ωστόσο αβεβαιότητες που δεν σχετίζονται με τον αντίκτυπο του πολέμου Ισραήλ - Ιράν αυξάνουν ακόμη περισσότερο την ανησυχία στην ΝΑ Ευρώπη και την Ελλάδα ως προς τις προοπτικές των τιμών σε φυσικό αέριο και ρεύμα.
Η μια αβεβαιότητα αφορά τις γνωστές δομικές αδυναμίες της περιοχής ενόψει Ιουλίου - Αυγούστου. Δηλαδή το συνδυασμό από την αυξημένη ζήτηση, τις περιορισμένες διασυνδέσεις και τα χαμηλά υδατικά αποθέματα στη γειτονιά μας (χαρακτηριστική η βουτιά 34% που ανακοίνωσε η Ρουμανία τη περασμένη εβδομάδα), και που συνδυαστικά με ένα κακό σενάριο στη Μ.Ανατολή θα διαμορφώσουν σκηνικό μιας τέλειας καταιγίδας.
Οι αγορές βλέπουν ανοδικές τιμές για το καλοκαίρι, όπως δείχνουν τα futures. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ενώ για τον Ιούνιο γίνονται πράξεις στα 85,64 €/MWh, για τον Ιούλιο εκτινάσσονται στα 126,25 €/ MWh. Το ίδιο και στη περίπτωση της πάντα «επικίνδυνης» Ουγγαρίας, απ’ όπου και ξεκίνησε η περυσινή κρίση, όπου από 85,97 €/ MWh για τον Ιούνιο, οι πράξεις απογειώνονται στα 125,47 €/ MWh για τον Ιούλιο. Και στη μεγαλύτερη ευρωπαική αγορά, τη γερμανική, τα νούμερα δείχνουν 66,14 €/ MWh (Ιούνιος), 84,31 €/ MWh (Ιούλιος), 88,40 €/ MWh (Αύγουστος) και 96,82 €/ MWh (Σεπτέμβριος).
Η τρίτη αβεβαιότητα που αφορά πάλι τη περιοχή μας και όχι το σκληρό πυρήνα της Ευρώπης συνδέεται με το αμφιλεγόμενο πακέτο που ανακοίνωσε χθες η Κομισιόν για σταδιακή απαγόρευση των ρωσικών εισαγωγών αερίου, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2026, προκαλώντας ανάμεικτες αντιδράσεις μεταξύ των χωρών - μελών.
Αν και η χθεσινή άνοδος μέσα σε μια ημέρα κατά 3,4% στη τιμή του φυσικού αερίου, που έφτασε στα 39,7 €/ MWh αποδίδεται στις ανησυχίες των αγορών για το κίνδυνο περαιτέρω ανάφλεξης στη Μ.Ανατολή, εντούτοις το νέο κοινοτικό πακέτο για την απαγόρευση στο ρωσικό αέριο συνοδεύεται από ερωτηματικά. Το κυριότερο στο οποίο δεν έχει καταφέρει να απαντήσει πειστικά η Επιτροπή είναι με ποιο τρόπο η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο θα φέρει και χαμηλότερες τιμές στην Ευρώπη.
Το πακέτο ανακοινώθηκε την ίδια στιγμή που αυξάνονται οι φωνές στη Τεχεράνη όσο ενισχύεται η εικόνα πως η θέση της δυσχεραίνει, να ενεργοποιήσει το πανίσχυρο όπλο που διαθέτει, δηλαδή να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ.
«Αν λάβετε υπόψιν ότι από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται το 50% του παγκόσμιου εμπορίου LNG, τότε μπορείτε να συνειδητοποιήσετε την έκταση της κρίσης αν αυτά κλείσουν. Δεν μιλάω μόνο για την ασφάλεια του εφοδιασμού, αλλά και για πιθανές υψηλές τιμές», ανέφερε χθες μιλώντας στο συνέδριο «Energy Transition Summit» της Καθημερινής και των FT, ο Chief Executive Director της Metlen, Γιάννης Καλαφατάς, σχολιάζοντας ότι όλο το υγροποιημένο αέριο του Κατάρ διέρχεται από εκεί, καθώς επίσης και κάποια φορτία από τις ΗΠΑ. Συνολικά το 75% των ποσοτήτων που διέρχονται μέσω των Στενών κατευθύνονται στην Ασία και το 25% στην Ευρώπη.
Διαβεβαιώσεις από Κομισιόν για τις τιμές και επιφυλάξεις από 8 χώρες
Στη σκιά των παραπάνω και ενώ αυξάνονται οι φόβοι ως προς το πώς θα αντιδράσει η Τεχεράνη στη πίεση που δέχεται, η Κομισιόν ανακοίνωσε χθες το σχέδιο σταδιακού τερματισμού των ρωσικών εισαγωγών ρωσικού αερίου. Το κατά πόσο ήταν σωστή η επιλογή να ανακοινώσει εν μέσω μιας συγκυρίας υψηλής νευρικότητας για τις αγορές ένα σχέδιο, για το οποίο δεν υπάρχει αρραγές μέτωπο στους «27» και συνοδεύεται από αρκετά ερωτήματα, θα φανεί τις αμέσως επόμενες ημέρες.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το υγροποιημένο αέριο, ακριβώς επειδή μεταφέρεται με πλοία και άρα είναι πιο ευάλωτο στους γεωπολιτικούς κινδύνους κοστίζει de facto ακριβότερα από το (ρωσικό) αέριο αγωγών. Σήμερα το 50% του LNG που διακινείται στην Ευρώπη και το 25% του συνολικού φυσικού αερίου που πωλείται στην ΕΕ (τόσο μέσω πλοίων, όσο και μέσω αγωγών) είναι αμερικανικό. Αλλά αθροίζοντας τις δαπάνες για υγροποίηση, μεταφορικά και αεριοποίηση, φτάνει στην Ευρώπη με κόστος 20-25 €/ MWh και πωλείται σε τιμή market και υπερδιπλάσια του κόστους, δηλαδή προς 39,7 €/ MWh, όσο η τρέχουσα διακύμανση στον ολλανδικό κόμβο του TTF.
Αν και η Επιτροπή επιχείρησε χθες με ένα συνοδευτικό κείμενο να πείσει ότι δεν υπάρξουν επιπτώσεις σε επίπεδο τιμών, τουλάχιστον 8 χώρες, κάθε μια για τους δικούς της λόγους, έχουν εκφράσει επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητα του, με ό,τι αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτό.
Αφήνοντας στην άκρη τη φιλορωσική κυβέρνηση της Ουγγαρίας που απειλεί ότι αν προχωρήσει το σχέδιο θα μπλοκάρει τις εξαγωγές ρεύματος προς την Ουκρανία και την επίσης φιλορωσική Σλοβακία, επιφυλάξεις εξέφρασαν ακόμη και χώρες, όπως η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Γαλλία, που ναι μεν δήλωσαν ότι στηρίζουν την απαγόρευση, ωστόσο ανησυχούν για τους νομικούς κινδύνους που συνεπάγεται η απόφαση. Και την πιθανότητα πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες να αναγκαστούν να καταβάλουν παχυλές αποζημιώσεις στη Gazprom για να «σπάσουν» τις μεταξύ τους συμβάσεις.
Στη περίπτωση της Ιταλίας, που πέρσι ήταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικού αερίου στην ΕΕ, πηγές της κυβέρνησης Μελόνι αφήνουν να εννοηθεί πως θα μπορούσε να επανεξετάσει τις εισαγωγές μετά τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία. Ενώ και η Αυστρία, άλλος μεγάλος εισαγωγέας ρωσικού αερίου, φαίνεται να υποστηρίζει ότι η ΕΕ πρέπει να είναι ανοιχτή στο ενδεχόμενο επανέναρξης των εισαγωγών από τη Gazprom σε περίπτωση που επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία με την Ουκρανία.
Στην ίδια κατηγορία των χωρών με υψηλή εξάρτηση από το ρωσικό αέριο ανήκει και η Ελλάδα. Αν και στα τέλη του 2024, το μέσο μερίδιο των εισαγωγών ρωσικού αερίου στην ΕΕ ήταν 19% (από 45% πριν την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία), το ποσοστό στην Ελλάδα έφτανε το 51,6%. Στο δε, πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2025 παρέμενε στο 40,3% των εισαγωγών σύμφωνα με το Green Tank.
Στον αντίποδα η Κομισιόν δεν ανησυχεί για τις τιμές. Σύμφωνα με κείμενο που συνοδεύει τις χθεσινές ανακοινώσεις, οι παγκόσμιες προμήθειες LNG πρόκειται να αυξηθούν ραγδαία, ενώ η συνολική ζήτηση για αέριο στην ΕΕ αναμένεται να μειωθεί. Η επιχειρηματολογία στηρίζεται στο γεγονός ότι με την ολοκλήρωση της πράσινης μετάβασης, η ΕΕ πρόκειται να αντικαταστήσει έως και 100 bcm φυσικού αερίου έως το 2030, γεγονός που μεταφράζεται σε μειωμένη ζήτηση κατά 40-50 bcm ήδη από το 2027. Ταυτόχρονα, η παγκόσμια παραγωγή LNG αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 200 bcm έως το 2028, ποσότητα πέντε φορές μεγαλύτερη από τις τρέχουσες εισαγωγές ρωσικού αερίου στην ΕΕ.