Κοινωνικά Σχέδια για το Κλίμα: Μια μεγάλη ευκαιρία υπό προϋποθέσεις
Βρισκόμαστε στο ξεκίνημα του νέου θεσμικού κύκλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόσφατα επανεκλεγμένη πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επαναβεβαίωσε την προσήλωσή της στην υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (ΕΠΣ). Παρά το γεγονός ότι μεγάλο τμήμα της σχετικής εφαρμοστικής νομοθεσίας ολοκληρώθηκε κατά την προηγούμενη θητεία -εν μέσω μάλιστα μιας «τέλειας καταιγίδας» πολλαπλών κρίσεων-, είναι βέβαιο ότι τα δυσκολότερα είναι ακόμα μπροστά μας.
Ίσως μια από τις μεγαλύτερες επερχόμενες προκλήσεις για την ΕΠΣ είναι η έναρξη από το 2027 της λειτουργίας του νέου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ-2) για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές. Οι τομείς αυτοί σήμερα (2022) είναι υπεύθυνοι για περίπου το 35% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ-27 και το 27% στην Ελλάδα. Στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα, υπάρχει ανάγκη επιτάχυνσης της απεξάρτησης τους από τα ορυκτά καύσιμα. Όπως και στην περίπτωση του «παραδοσιακού» ΣΕΔΕ που λειτουργεί από το 2005 και αφορά στους τομείς της ηλεκτροπαραγωγής και της βιομηχανίας, το ΣΕΔΕ-2 εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο μέσα από την κοστολόγηση του άνθρακα που εκπέμπουν. Σε πρακτικό επίπεδο, η εφαρμογή του ΣΕΔΕ-2 σημαίνει ότι όσο οι πολίτες και οι επιχειρήσεις που εξακολουθούν να βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα για τη θέρμανση και τη μετακίνησή τους, οι λογαριασμοί τους θα «φουσκώσουν» ακόμα περισσότερο σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, από το 2027 και μετά. Ωστόσο τα κρισιμότερα ζητήματα που αφορούν στη μελλοντική εφαρμογή του ΣΕΔΕ-2 θα αποφασιστούν μέσα στο 2025.
Αναγνωρίζοντας τον κοινωνικό αντίκτυπο του ΣΕΔΕ-2, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε τη δημιουργία ενός ειδικού Ταμείου, με το χαρακτηριστικό όνομα «Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα» (ΚΤΚ) για να στηρίξει τους πιο ευάλωτους πολίτες των κρατών μελών που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο στην πορεία απανθρακοποίησης των δύο αυτών τομέων. Κατά γενική ομολογία, το μέγεθος του ΚΤΚ (€ 86,7 δις για την επταετία 2026-2032, € 4,8 δις για την Ελλάδα) είναι μικρό για να αντιμετωπίσει πλήρως την πρόκληση περιορισμού της ενεργειακής και μεταφορικής φτώχιας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη έχουν ήδη στη διάθεσή τους και τα έσοδα από το υφιστάμενο ΣΕΔΕ τα οποία -σύμφωνα με την οδηγία- μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν για το «πρασίνισμα» των μεταφορών και για έργα μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος των κτιρίων. Επιπλέον, από το 2027 τα κράτη μέλη θα έχουν στη διάθεσή τους και τους πόρους από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων του νέου ΣΕΔΕ-2, οι οποίοι θα είναι προφανώς περισσότεροι όσο η τιμή του δικαιώματος ανεβαίνει στο νέο αυτό χρηματιστήριο ρύπων. Επομένως για την αντιμετώπιση της πρόκλησης τα κράτη μέλη θα έχουν στη διάθεση τους πόρους από μια ποικιλία πηγών.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό για το ΚΤΚ, τα κράτη μέλη πρέπει να καταθέσουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) ως τον Ιούνιο του 2025, τα λεγόμενα «Κοινωνικά Σχέδια για το Κλίμα» (ΚΣΚ). Αυτά θα περιγράφουν αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες θα αξιοποιήσουν τους διαθέσιμους πόρους προκειμένου να βοηθήσουν τους ευάλωτους να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την επερχόμενη αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές.
Καθώς η πρώτη δόση του ΚΤΚ θα εκταμιευτεί το 2026, τα χρονικά περιθώρια για τη διαμόρφωση των Κοινωνικών Σχεδίων για το Κλίμα είναι ασφυκτικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσεγγιστούν ως μια βιαστική άσκηση υπολογιστικής φύσης ή ως ένα ακόμα παραδοτέο της χώρας προς την ΕΕ. Σύμφωνα άλλωστε με τον σχετικό Κανονισμό για το ΚΤΚ, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ΚΣΚ πρέπει να έχει η εκτεταμένη διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους. Το ΥΠΕΝ ξεκίνησε αυτή τη διαδικασία στις αρχές Δεκεμβρίου με μια συνάντηση στην οποία κλήθηκε πλήθος φορέων, στην οποία όμως δυστυχώς προσήλθαν πολύ λίγοι -μεταξύ των οποίων και το Green Tank όπως και άλλες περιβαλλοντικές ΜΚΟ-. Προκειμένου λοιπόν να ενισχυθεί η συμμετοχή είναι αναγκαίο να υπάρξει μια πολύ δυναμικότερη ενημέρωση των πολιτών για τη σημασία των ευρύτερων εξελίξεων γύρω από το ΣΕΔΕ-2 αλλά και των αποφάσεων που θα ληφθούν έως τον Ιούνιο του 2025 για τα πιο ευάλωτα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.
Ως προς το περιεχόμενο των σχεδίων, η πρώτη βασική παράμετρος σχετίζεται με τον ίδιο τον ορισμό του προβλήματος, ποιες θα είναι δηλαδή οι κατηγορίες πολιτών που θα είναι οι δικαιούχοι των πόρων και ποιες θα είναι οι αναμενόμενες επιπτώσεις σε αυτούς από τη λειτουργία του ΣΕΔΕ-2. Ο προσδιορισμός αυτών των παραμέτρων θα επηρεάσει το είδος των μέτρων και των πολιτικών που πρέπει να εφαρμοστούν αλλά και το ύψος των πόρων που απαιτείται να διατεθούν προκειμένου να αντιμετωπιστεί με επάρκεια η πρόκληση και να οδηγηθεί σε δραστική βελτίωση η ποιότητα ζωής των πολιτών.
Ένα θεμελιώδες ερώτημα αφορά στον διαχωρισμό της χρήσης των πόρων ανάμεσα σε απευθείας οικονομικές ενισχύσεις προς τους ευάλωτους πολίτες και σε μέτρα που θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα στη ρίζα του, θα μειώσουν δηλαδή μόνιμα την εξάρτηση νοικοκυριών από τα ορυκτά καύσιμα. Ο μεν Κανονισμός για το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα θέτει ανώτατο όριο στις απευθείας ενισχύσεις το 37% του συνόλου του ΚΤΚ. Ωστόσο κανένα τέτοιο πλαφόν δεν υπάρχει στη χρήση των πολύ περισσότερων πόρων του ΣΕΔΕ (υφιστάμενου και νέου). Ως αποτέλεσμα, από την έναρξη της 4ης φάσης του ΣΕΔΕ ως σήμερα (περίοδος 2021-2024) η Ελλάδα έχει διοχετεύσει περισσότερο από το 68% των πόρων της (€3,35 δις) στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης (ΤΕΜ) το οποίο ελάχιστα έχει συμβάλλει στη μόνιμη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Αντίθετα, από τη θέσπισή του στην αρχή της μεγάλης ενεργειακής κρίσης το 2021 έως σήμερα, οι πόροι του ΤΕΜ αξιοποιούνται για τη μείωση των λογαριασμών ενέργειας, οι οποίοι κάθε τόσο «φουσκώνουν» λόγω αύξησης των τιμών ή/και της χρήσης των ορυκτών καυσίμων. Υπό αυτή την έννοια, το ΤΕΜ επιδοτεί εμμέσως την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, χωρίς ωστόσο να θωρακίζει στο ελάχιστο τα νοικοκυριά από την επόμενη τέτοια κρίση τιμών. Μπορεί αυτή η πολιτική να είναι εύκολα εφαρμόσιμη και δημοφιλής, αλλά αν συνεχιστεί και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ανόδου των ενεργειακών τιμών στα κτίρια και τις οδικές μεταφορές λόγω λειτουργίας του ΣΕΔΕ-2, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι οι διαθέσιμοι πόροι θα εξαντληθούν γρήγορα, αφήνοντας τους πολίτες εκτεθειμένους στο κόστος του άνθρακα.
Πρέπει επομένως να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι πεπερασμένοι πόροι του ΚΤΚ αλλά και του ΣΕΔΕ-2 να διοχετευτούν -αντί σε επιδοτήσεις κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων- εκεί που πραγματικά «θα πιάσουν τόπο». Και εκεί όμως τα ερωτήματα είναι πολυσύνθετα. Για παράδειγμα, στα κτίρια πώς θα γίνει ο καταμερισμός των πόρων, μεταξύ των απαραίτητων ενεργειακών αναβαθμίσεων και εκείνων που πρέπει να ενισχύσουν τον εξηλεκτρισμό της θέρμανσης και την αυτοπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, είτε από μεμονωμένα νοικοκυριά, είτε από ενεργειακές κοινότητες; Στις οδικές μεταφορές, εκτός από την προώθηση της ηλεκτροκίνησης, η ανάπτυξη της οποίας αντιμετωπίζει σειρά προκλήσεων, θα κατευθυνθούν πόροι σε μέτρα βιώσιμης κινητικότητας ή στην ανάπτυξη πολύ πιο αποτελεσματικών και «καθαρών» μέσων μαζικής μεταφοράς; Θα δοθεί έμφαση σε μέτρα όπως η μείωση ορίων ταχύτητας, ή η προώθηση του συνεπιβατισμού (car pooling) και της τηλεργασίας;
Η εκπόνηση των Κοινωνικών Σχεδίων για το Κλίμα αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών που θα συνδυάζει τη μείωση των λογαριασμών ενέργειας με την προστασία του κλίματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για να αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία είναι να δοθούν τεκμηριωμένες απαντήσεις στα παραπάνω δύσκολα ερωτήματα ως τον Ιούνιο του 2025, μετά από διαβούλευση και πραγματική συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους. Διαφορετικά, οι όποιες πολιτικές αποφασιστούν, κινδυνεύουν με αποτυχία καθώς θα απευθύνονται σε μια ανενημέρωτη και αμέτοχη κοινωνία, οδηγώντας τελικά στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, και ειδικά της ενεργειακής και μεταφορικής ένδειας.
Ο κ. Νίκος Μάντζαρης είναι αναλυτής πολιτικής & συνιδρυτής του Green Tank