Στερεύουν τα ποτάμια της Ευρώπης – Οι επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά, τα μαθήματά του 2018 και οι μνήμες του 2024

Στερεύουν τα ποτάμια της Ευρώπης – Οι επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά, τα μαθήματά του 2018 και οι μνήμες του 2024

Στερεύουν τα ποτάμια της Ευρώπης – Οι επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά, τα μαθήματά του 2018 και οι μνήμες του 2024

Για αιώνες, τα ποτάμια της Ευρώπης ήταν κάτι πολύ περισσότερο από υδάτινες οδοί. Αποτελούσαν τις αόρατες βιομηχανικές υποδομές της ηπείρου. Διαδρομές για τη μεταφορά πρώτων υλών, πηγές νερού για την ψύξη των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, στήριγμα για τη γεωργία και τα οικοσυστήματα, αλλά και ζωτικής σημασίας σύνδεσμοι ανάμεσα σε εργοστάσια, λιμάνια και αγορές. Η βιομηχανική γεωγραφία της Ευρώπης οικοδομήθηκε γύρω από αυτά και, για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, η αξιοπιστία τους θεωρούνταν σχεδόν δεδομένη.

Φέτος  η βεβαιότητα αυτή δοκιμάζεται. Τα μεγαλύτερα ποτάμια της Ευρώπης αντιμετωπίζουν εξαιρετικά χαμηλές στάθμες νερού, καθώς διαδοχικά κύματα καύσωνα και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας εξαπλώνονται σε ολόκληρη την ήπειρο. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για άλλη μία ιστορία ξηρασίας. Πρόκειται για έναν συνδυασμό υδρολογικών, βιομηχανικών, ενεργειακών και διατροφικών κινδύνων που αποκαλύπτει τις ευπάθειες του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος. Οι συνέπειες επεκτείνονται και πέρα από την Ευρώπη, απειλώντας τις αλυσίδες εφοδιασμού και περιπλέκοντας την παγκόσμια προσπάθεια για μια πιο ανθεκτική ενεργειακή μετάβαση.

Μία σύνθετη διαδικασία

Η κρίση ξεκινά από μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία. Τα ποτάμια συστήματα της Ευρώπης εξαρτώνται από διάφορες πηγές νερού, μεταξύ των οποίων οι άμεσες βροχοπτώσεις, το λιώσιμο του χιονιού στις Άλπεις και οι συνεισφορές των υπόγειων υδάτων από τα εδάφη των λεκανών απορροής. Όταν συστήματα υψηλών πιέσεων παραμένουν στάσιμα πάνω από την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, τα καιρικά συστήματα που μεταφέρουν υγρασία μπορούν να εκτραπούν μακριά από τις βασικές λεκάνες απορροής, μειώνοντας τις εισροές νερού στα ποτάμια.

Ωστόσο, έχει αρχίσει να αλλάζει και το ίδιο το τοπίο.

Ύστερα από εβδομάδες ζέστης και ελάχιστων βροχοπτώσεων, τα εδάφη έχουν χάσει μεγάλο μέρος της υγρασίας τους. Όταν τελικά βρέχει, σημαντικό μέρος του νερού απορροφάται από το ξηρό έδαφος αντί να μετατραπεί σε επιφανειακή απορροή που θα μπορούσε να φτάσει στα ποτάμια. Έτσι, ακόμη και μέτριες βροχοπτώσεις μπορούν να προσφέρουν εντυπωσιακά μικρή ανάκαμψη στις ποτάμιες ροές που έχουν ήδη υποχωρήσει κάτω από κρίσιμα επίπεδα.

Ο David Hannah, καθηγητής Υδρολογίας στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, περιγράφει την κλιματική αλλαγή ως παράγοντα που ενισχύει αυτή τη διαδικασία. Οι υψηλότερες βασικές θερμοκρασίες καθιστούν τις θερμές και ξηρές περιόδους πιο αποτελεσματικές στην απομάκρυνση υγρασίας από το έδαφος και στη μείωση των παροχών των ποταμών. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ξηρών εδαφών, υψηλών θερμοκρασιών και μειωμένης απορροής δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο που γίνεται ολοένα πιο χαρακτηριστικός σε ένα θερμότερο κλιματικό σύστημα.

Το πρόβλημα του Ρήνου

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό στη λεκάνη του Ρήνου, όπου η μακροπρόθεσμη συρρίκνωση των αλπικών παγετώνων και του χιονιού εξαλείφει σταδιακά ένα σημαντικό φυσικό απόθεμα ασφαλείας. Ιστορικά, το λιώσιμο των πάγων και του υπολειπόμενου χιονιού βοηθούσε στη διατήρηση των θερινών παροχών του άνω Ρήνου. Καθώς όμως αυτή η αποθηκευμένη ποσότητα νερού μειώνεται, ο ποταμός έχει μικρότερη προστασία απέναντι στις περιόδους ακραίας χαμηλής στάθμης.

Αυτό που κάνει το 2026 ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι η γεωγραφική κλίμακα του φαινομένου. Δεν πρόκειται για έναν μόνο ποταμό που αντιμετωπίζει προβλήματα. Έξι μεγάλα ποτάμια συστήματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζουν σοβαρές συνθήκες χαμηλής ροής.

Ο Ρήνος, που επηρεάζει τη Γερμανία και την Ελβετία, απειλεί τις εμπορευματικές μεταφορές και τις αλυσίδες εφοδιασμού της χημικής βιομηχανίας. Ο Δούναβης προκαλεί προβλήματα στη ναυσιπλοΐα και δημιουργεί δυσκολίες στην ψύξη πυρηνικών εγκαταστάσεων στη Ρουμανία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Ο Πάδος της Ιταλίας απειλεί την άρδευση της γεωργίας, ενώ αντιμετωπίζει και διείσδυση θαλασσινού νερού. Ο Λίγηρας στη Γαλλία παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλή ροή και οικολογική πίεση, ενώ ο Ροδανός και o Γαρούνας δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στους πυρηνικούς σταθμούς λόγω τόσο της διαθεσιμότητας νερού όσο και της θερμοκρασίας του.

Στον Ρήνο, τα προειδοποιητικά σημάδια είναι ιδιαίτερα έντονα. Στο Kaub, ένα κρίσιμο σημείο για τη ναυσιπλοΐα των εμπορευματικών μεταφορών προς τη νότια Γερμανία και την Ελβετία, η στάθμη του νερού έφτασε περίπου τα 25 εκατοστά στις αρχές Αυγούστου. Μια πτώση στα 24 εκατοστά θα αντιπροσώπευε τη χαμηλότερη στάθμη από τότε που ξεκίνησαν οι συστηματικές μετρήσεις το 1880. Με ένα τέταρτο συνεχόμενο κύμα καύσωνα να επιδεινώνει τις συνθήκες, οι οικονομικές επιπτώσεις είναι σημαντικές. Κι αυτό γιατί η ευρωπαϊκή βιομηχανική οικονομία έχει σχεδιαστεί γύρω από τις φθηνές και αποτελεσματικές ποτάμιες μεταφορές.

Πλωτές λεωφόροι

Ο Ρήνος, μήκους περίπου 1.290 χιλιομέτρων από τις Ελβετικές Άλπεις έως τη Βόρεια Θάλασσα, είναι η πιο πολυσύχναστη εσωτερική πλωτή οδός της Ευρώπης. Χημικά προϊόντα, πετρελαϊκά προϊόντα, οικοδομικά υλικά, γεωργικές εισροές και άλλα χύδην φορτία μπορούν να μεταφερθούν με φορτηγίδες με πολύ χαμηλότερο κόστος από ό,τι οδικώς ή σιδηροδρομικώς. Όταν όμως η στάθμη του νερού πέφτει, οι φορτηγίδες δεν μπορούν να μεταφέρουν τα συνηθισμένα φορτία τους με ασφάλεια. Τα φορτία πρέπει να μειωθούν, αυξάνοντας το κόστος ανά τόνο. Σε αρκετά χαμηλές στάθμες, ορισμένα σκάφη δεν μπορούν πλέον να επιχειρήσουν.

Το μάθημα του 2018

Το οικονομικό μάθημα ήταν ήδη ορατό κατά την ξηρασία του Ρήνου το 2018. Η BASF αναγκάστηκε να περιορίσει την παραγωγή στο συγκρότημά της στο Ludwigshafen, επειδή η χαμηλή στάθμη του νερού περιόρισε την πρόσβαση των πλοίων. Έρευνα του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Kiel εκτίμησε ότι τα χαμηλά επίπεδα του Ρήνου μείωσαν τη γερμανική βιομηχανική παραγωγή έως και 1,5% εκείνη τη χρονιά.

Η κρίση του 2018 ώθησε τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν. Η BASF ανέπτυξε εναλλακτικές λύσεις μεταφοράς, ακόμη και αν αυτές ήταν ακριβότερες. Η DB Cargo ενίσχυσε τον συντονισμό με τους βιομηχανικούς πελάτες. Ενεργειακές εταιρείες δημιούργησαν αποθέματα καυσίμων σε περιόδους κανονικής ροής, ενώ σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής ανέπτυξαν σχέδια έκτακτης ανάγκης με μικρότερα φορτία ανά πλοίο, φορτηγίδες μικρότερου βυθίσματος και μερική στροφή προς τις σιδηροδρομικές μεταφορές.

Τα μέτρα αυτά έχουν μειώσει την έκθεση της Ευρώπης στον κίνδυνο. Δεν την έχουν εξαλείψει.

Η ευπάθεια του ενεργειακού συστήματος

Η σημαντικότερη ίσως ευπάθεια, ωστόσο, βρίσκεται στο ενεργειακό σύστημα.

Οι πυρηνικοί και θερμικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής χρειάζονται τεράστιες ποσότητες νερού για την ψύξη τους. Όταν η στάθμη των ποταμών μειώνεται, περιορίζεται η δυνατότητα άντλησης επαρκούς νερού ψύξης. Παράλληλα, τα κύματα καύσωνα αυξάνουν τη θερμοκρασία των ποταμών. Το νερό που επιστρέφει στους ποταμούς μετά τη διαδικασία ψύξης είναι θερμότερο και οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί περιορίζουν τη θερμοκρασία του, ώστε να προστατεύονται τα υδάτινα οικοσυστήματα.

Έτσι δημιουργείται ένας διπλός περιορισμός: μπορεί να υπάρχει λιγότερο νερό διαθέσιμο για ψύξη, ενώ το νερό που απομένει μπορεί να είναι ήδη υπερβολικά θερμό για να απορροφήσει επιπλέον θερμότητα χωρίς να παραβιαστούν τα κανονιστικά όρια.

 

Η Ουγγαρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η μοναδική πυρηνική εγκατάσταση της χώρας, έπειτα από 44 χρόνια συνεχούς λειτουργίας, αναγκάστηκε να διακόψει πλήρως τη λειτουργία της εξαιτίας των περιορισμών που προκάλεσε η στάθμη του Δούναβη. Η απώλεια αντιστοιχούσε περίπου στο 40% της συνολικής παραγωγικής ικανότητας ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Η κυβέρνηση απάντησε με μέτρα έκτακτης ανάγκης, μεταξύ άλλων με προσπάθειες περιορισμού της κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια, το σβήσιμο διακοσμητικού και μη απαραίτητου δημόσιου φωτισμού στη Βουδαπέστη και εκκλήσεις προς μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές —μεταξύ άλλων αυτοκινητοβιομηχανίες και παραγωγούς μπαταριών— να περιορίσουν την κατανάλωσή τους. Η Ουγγαρία ενεργοποίησε επίσης έκτακτες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας για να καλύψει το έλλειμμα.

Η Ρουμανία αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα. Η ενεργειακή της αγορά τέθηκε σε παρατεταμένη επιφυλακή έως τον Αύγουστο, καθώς η παραγωγή μειώθηκε απότομα. Οι αρχές συζητούν διασυνοριακή στήριξη με την Ουκρανία για την κάλυψη της ζήτησης στις ώρες αιχμής, ενώ ένας ακόμη αντιδραστήρας στον πυρηνικό σταθμό της Cernavoda αντιμετωπίζει πιθανή διακοπή λειτουργίας εάν οι συνθήκες στον Δούναβη επιδεινωθούν περαιτέρω.

Η κρίση δεν περιορίζεται στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Στο Szentendre, βόρεια της Βουδαπέστης, η αυξημένη ζήτηση που προκάλεσε ο καύσωνας συνέβαλε στην πίεση στις υποδομές ύδρευσης, αφήνοντας αρκετές χιλιάδες κατοίκους χωρίς πόσιμο νερό. 

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δική της πρόκληση. Ο πυρηνικός της στόλος αποτελεί βασικό πυλώνα της ηλεκτροδότησης της Δυτικής Ευρώπης, όμως οι σταθμοί που εξαρτώνται από τον Ροδανό και τον Γαρούνα αντιμετωπίζουν τις συνδυασμένες επιπτώσεις των χαμηλών επιπέδων των ποταμών και των υψηλών θερμοκρασιών του νερού. Οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί για την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα λειτουργίας τους σε περιόδους ακραίας ζέστης.

Μνήμες του 2024

Η νέα αναστάτωση στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης θυμίζει την περιφερειακή κρίση τιμών του καλοκαιριού του 2024. 

Οι υψηλές τιμές επηρεάζουν επίσης τη Σλοβακία, τη Σλοβενία και την Αυστρία, αυξάνοντας τον κίνδυνο μετάδοσης του προβλήματος σε ολόκληρη την περιοχή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί στενά την κατάσταση, χωρίς μέχρι στιγμής να διαπιστώνει άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια εφοδιασμού.

 

Η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερη εικόνα, χάρη στην υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ, την επάρκεια των θερμικών μονάδων και τη συμβολή των μπαταριών. Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές προς τις βόρειες αγορές μπορεί να περιορίσει το εγχώριο πλεόνασμα και να αυξήσει τις τιμές. Επομένως, η ελληνική αγορά παραμένει σχετικά προστατευμένη, αλλά όχι ανεπηρέαστη από την περιφερειακή ενεργειακή κρίση.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM