Πολλαπλές αρρυθμίες από την ειδική εισφορά στο αέριο ηλεκτροπαραγωγής – Ακόμη πιο εκτεθειμένη στις αυξήσεις η λιανική αν δεν καταργηθεί από 1η Ιανουαρίου

Πολλαπλές αρρυθμίες από την ειδική εισφορά στο αέριο ηλεκτροπαραγωγής – Ακόμη πιο εκτεθειμένη στις αυξήσεις η λιανική αν δεν καταργηθεί από 1η Ιανουαρίου

Πολλαπλές αρρυθμίες από την ειδική εισφορά στο αέριο ηλεκτροπαραγωγής – Ακόμη πιο εκτεθειμένη στις αυξήσεις η λιανική αν δεν καταργηθεί από 1η Ιανουαρίου

Η ενίσχυση των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, η υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας των μονάδων αερίου, αλλά και τα αυξημένα τιμολόγια ηλεκτρισμού αποτελούν μερικές μόνο από τις αρρυθμίες που προκαλεί στην εγχώρια ενεργειακή αγορά η ειδική εισφορά στο αέριο ηλεκτροπαραγωγής. Μάλιστα, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, σε τυχόν παράταση του μέτρου και μετά την 1η Ιανουαρίου (όταν πλέον θα λήξουν οι οριζόντιες επιδοτήσεις), οι τελικοί καταναλωτές ρεύματος θα είναι πλέον πλήρως εκτεθειμένοι στις επιβαρύνσεις που προκαλεί το «καπέλο» στο αέριο. 

Υπενθυμίζεται ότι η «φόρμουλα» της εισφοράς άλλαξε τον Μάιο του 2023, με συνέπεια να είναι πλέον ίση με το 5% του συμβολαίου στον ολλανδικό κόμβο. Η «φόρμουλα» αυτή έδωσε τη θέση της στην οριζόντια και σταθερή χρέωση των 10 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, που ίσχυε έως τότε από τον Νοέμβριο του 2022 – όταν τέθηκε σε εφαρμογή το μέτρο. 

Ακόμη όμως και με την τροποποίηση, το μέτρο μεταφράζεται σε σημαντική επιβάρυνση κάθε Μεγαβατώρας που παράγεται από μονάδες αερίου. Μάλιστα, η πρόσφατη άνοδος των τιμών του αερίου, που έχει ως συνέπεια αυτή τη στιγμή το TTF να κινείται στα επίπεδα των 50 ευρώ ανά MWh, έχει ενισχύσει στα επίπεδα των 5 ευρώ ανά Μεγαβατώρα την επιβάρυνση για τις ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν παραχθεί από αέριο. 

Τεχνητά ακριβότερη η ελληνική αγορά 

Ανεξαρτήτως πάντως από το ύψος στο οποίο κινείται κάθε φορά το «καπέλο», η έκτακτη εισφορά δημιουργεί μία σειρά από σημαντικές στρεβλώσεις και μόνο από το γεγονός ότι αποτελεί μέτρο που ισχύει αποκλειστικά στην Ελλάδα, απουσιάζοντας από τις υπόλοιπες χώρες. Ως συνέπεια, η ελληνική χονδρεμπορική εγχώρια αγορά γίνεται τεχνηέντως ακριβότερη από τις γειτονικές αγορές ηλεκτρισμού, γεγονός που «μεταφράζεται» σε στρέβλωση του διασυνοριακού εμπορίου εντός της Ε.Ε. και αύξηση των εισαγωγών στην Ελλάδα, εις βάρος της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρισμού.

Όπως είναι φυσικό, με αυτό τον τρόπο θίγεται η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο, έναντι των αντίστοιχων μονάδων που βρίσκονται σε άλλες αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως αποτέλεσμα, διαταράσσεται και ο προγραμματισμός των εισαγωγών αερίου που υποχρεώνονται να κάνουν οι παραγωγοί, με παράλληλη αύξηση του κόστους τους για την εξασφάλιση καυσίμου. 

Από την άλλη πλευρά, η τεχνητή αύξηση της εγχώριας χονδρεμπορικής αγοράς οδηγεί σε αυξημένο κόστος προμήθειας για τους παρόχους και, κατά συνέπεια, σε αυξημένα τιμολόγια λιανικής. Μάλιστα, οι αυξήσεις των τιμολογίων θα «περνούν» πλέον απευθείας στους τελικούς καταναλωτές από την 1η Ιανουαρίου, καθώς πλέον δεν θα υπάρχουν οριζόντιες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς, οι οποίες να «κουρεύουν» ένα μέρος των ανατιμήσεων. 

Αιτία και για περικοπές ΑΠΕ 

Σε αυτό το πλαίσιο, πηγές της αγοράς σημειώνουν ότι το ΥΠΕΝ θα πρέπει όντως να υλοποιήσει το σχέδιο απόσυρσης του μέτρου στο τέλος του έτους – σχέδιο που, όπως έχει γράψει το energypress, βρίσκεται υπό εξέταση από το υπουργείο. Όπως προσθέτουν οι ίδιες πηγές, τυχόν διατήρηση της εισφοράς δεν θα είχε νόημα ούτε από εισπρακτική σκοπιά, καθώς τα όποια έσοδα θα συνέχιζαν να μαζεύονται για το ΤΕΜ (φορολογώντας ένα μόνο καύσιμο ηλεκτροπαραγωγής) θα είναι σαφώς μικρότερα από την επιβάρυνση που προκαλείται σε όλους τους καταναλωτές ρεύματος. 

Όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά, με την υπόθεση ότι το TTF διατηρείται στα 50 ευρώ ανά Μεγαβατώρα και η ετήσια παραγωγή των μονάδων αερίου είναι 30 Τεραβατώρες, τα έσοδα για το ΤΕΜ θα ήταν 75 εκατ. ευρώ σε έναν χρόνο. Ωστόσο, με το «καπέλο» των 5 ευρώ ανά Μεγαβατώρα στη λιανική, μόνο για τους καταναλωτές χαμηλής τάσης (που καταναλώνουν 30 Τερβατώρες περίπου ετησίως) η επιβάρυνση θα ήταν 150 εκατ., δηλαδή διπλάσια. 

Επιπλέον, η συνέχιση εφαρμογής του μέτρου θα σήμαινε και συνέχιση των αρνητικών επιπτώσεων που έχει αυτό πολλές φορές και στην παραγωγή των ΑΠΕ, αφού οι αθρόες εισαγωγές καλύπτουν μέρος της ζήτησης που αλλιώς θα ικανοποιείτο τις συγκεκριμένες ώρες από «πράσινες» Μεγαβατώρες. Κατά συνέπεια, διευρύνονται οι περιπτώσεις που ο Διαχειριστής αναγκάζεται να προβαίνει σε περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. 

Την ίδια στιγμή, με την εισφορά μειώνεται η παραγωγή ηλεκτρισμού από ελληνικές μονάδες φυσικού αερίου και αυξάνεται από λιγότερο αποδοτικές μονάδες αερίου σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επομένως, επιβαρύνεται το ανθρακικό «αποτύπωμα» συνολικά του ευρωπαϊκού μίγματος ηλεκτροπαραγωγής, με τις εκπομπές CO2 στην «Γηραιά Ήπειρο» να αυξάνονται, αφού για την ίδια ποσότητα παραγόμενου ηλεκτρισμού χρησιμοποιείται περισσότερη ποσότητα ορυκτού καυσίμου. 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM