Πάνω από 400 εκατ. ευρώ «έχει λαμβάνειν» η βιομηχανία για αντιστάθμιση – Η ειδική περίπτωση του 2023 που απαιτεί αναπροσαρμογή του ποσοστού εσόδων

Πάνω από 400 εκατ. ευρώ «έχει λαμβάνειν» η βιομηχανία για αντιστάθμιση – Η ειδική περίπτωση του 2023 που απαιτεί αναπροσαρμογή του ποσοστού εσόδων

Πάνω από 400 εκατ. ευρώ «έχει λαμβάνειν» η βιομηχανία για αντιστάθμιση – Η ειδική περίπτωση του 2023 που απαιτεί αναπροσαρμογή του ποσοστού εσόδων

Σε «άγνωστο Χ» έχει εξελιχθεί το σχήμα της αντιστάθμισης στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, καθώς, όπως μεταφέρουν κύκλοι της βιομηχανίας στο energypress, δεν υπάρχει καμία ορατότητα για την απόδοση των ποσών ενώ αυτά συνεχίζουν να συσσωρεύονται, φτάνοντας πλέον την τριετία.

Άγνωστο επίσης παραμένει, όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, και το σχετικό «χρονοδιάγραμμα» για το άνοιγμα της πλατφόρμας του ΔΑΠΕΕΠ, όπου εγγράφονται οι ενεργοβόρες βιομηχανίες και καθορίζονται οι δικαιούχοι προκειμένου να προχωρήσει κανονικά η διαδικασία και να αποδοθούν τα χρήματα της αντιστάθμισης.

Αναλυτικότερα,  η ενεργοβόρος βιομηχανία υπό το σύστημα αντιστάθμισης δικαιούται να λάβει για τα έτη 2021 περί τα 100 εκατομμύρια ευρώ, το 2022 140 εκατ. ευρώ και το 2023 πάνω από 165 εκατ. ευρώ. Τα χρήματα για την κάλυψη του σχήματος της αντιστάθμισης προκύπτουν από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων ρύπων που ως γνωστόν, τα έσοδα από αυτές κατανέμονται προς διάφορες κατευθύνσεις με σχετική υπουργική απόφαση που εκδίδεται σε ετήσια βάση.

Στην περίπτωση του 2023, τα προ δημοπράτηση δικαιώματα της χώρας φτάνουν τα 17.600.000 EUA, πράγμα που με μια τιμή πώλησης στα 86 ευρώ/tn CO2, μεταφράζεται σε συνολικά έσοδα περί το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ από τα οποία το 11% προβλέπεται να διατεθεί για την Αντιστάθμιση, ήτοι 165 εκατ. ευρώ.

Κύκλοι της βιομηχανίας, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι το εν λόγω ποσοστό θα πρέπει να αυξηθεί στο 17% καθώς αν κανείς υπολογίσει το ποσό κατά ανάλογο τρόπο με τον τρόπο υπολογισμού που εφαρμόστηκε το 2020, τότε το τελικό ποσό ανέρχεται στα 220 εκατομμύρια ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, το 2020 το ποσοστό επί των εσόδων που πιστώθηκε υπέρ της αντιστάθμισης ήταν 13.6%, πράγμα που σήμαινε έσοδα για την βιομηχανία περί τα 68 εκατ. ευρώ. Έκτοτε και μέχρι το 2023, η τιμή των ρύπων εκτοξεύθηκε στα 86 ευρώ από τα 25 ευρώ που ήταν πριν τρία χρόνια και επήλθαν αλλαγές στις επιλέξιμες βιομηχανίες με την ένταξη της διύλισης και την απένταξη κλωστοϋφαντουργείων και βιομηχανιών λιπασμάτων.

Όπως αναφέρουν πηγές με γνώση του θέματος, οι δύο προαναφερόμενες «μεταβλητές» άλλαξαν ριζικά την εικόνα, καθώς από την μία, τα συνολικά έσοδα της αντιστάθμισης καλύπτουν σημαντικά μικρότερο μέρος του κόστους των ρύπων καθώς η τιμή των ρύπων έχει αυξηθεί και από την άλλη, οι δικαιούχοι έχουν αυξηθεί με αποτέλεσμα να μειώνονται εν γένει τα επιμέρους μερίδια.

Σημειώνεται ότι έως το 2020 η διύλιση δεν ήταν ανάμεσα στις επιλέξιμες βιομηχανίες πράγμα που άλλαξε με την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών το 2021. Να συμπληρώσουμε ότι η διύλιση που διαδέχθηκε τις κλωστοϋφαντουργείες και τα λιπάσματα μειώνει σημαντικά τα επιμέρους μερίδια καθώς έχει ετήσια κατανάλωση 1 TWh όταν οι υπόλοιπες επιλέξιμες βιομηχανίες αθροίζουν συνολικά 4.5 TWh.

Κατά συνέπεια, η «πεπατημένη» του 2020 ως τον τρόπο υπολογισμού και απόδοσης της αντιστάθμισης «υποδεικνύει» ότι για το 2023 το ποσό που χρειάζεται να διατεθεί για την βιομηχανία προκειμένου να καλυφθεί ανάλογο ποσοστό του κόστους των ρύπων ανέρχεται στα 220 εκατομμύρια ευρώ, όταν με βάση το ποσοστό του 11%, τα διαθέσιμα κεφάλαια υπολογίζονται στα 165 εκατομμύρια ευρώ. Από την άποψη αυτή, η βιομηχανία επισημαίνει την ανάγκη αναθεώρησης του ποσοστού που διατίθεται προς κάλυψη του σχήματος της αντιστάθμισης και από 11% να αναπροσαρμοστεί στο 17% προκειμένου να καλυφθεί πλήρως το σχήμα για το 2023.

Υπενθυμίζεται ότι με ενίσχυση (αντιστάθμιση ρύπων) καλύπτονται οι ευρωπαϊκές ενεργοβόρες επιχειρήσεις που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο «διαρροής άνθρακα», λόγω του κόστους δικαιωμάτων ρύπων το οποίο μετακυλίεται στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας (κόστος έμμεσων εκπομπών). Ο κίνδυνος «διαρροής άνθρακα» αφορά τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα τους έναντι ανάλογων επιχειρήσεων σε χώρες όπου η ηλεκτροπαραγωγή δεν επιβαρύνεται με κόστος δικαιωμάτων ρύπων. Γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις για μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής εκτός Ε.Ε., στην περίπτωση που δεν υπάρχει το αντίμετρο της αντιστάθμισης.

Ο μηχανισμός αντιστάθμισης εφαρμόζεται στην ΕΕ από το 2013, επιστρέφοντας στους δικαιούχους κάθε έτος σημαντικό μέρος του κόστους των έμμεσων εκπομπών με το οποίο επιβαρύνθηκαν την προηγούμενη χρονιά. Στο νέο σχήμα, το μέγιστο ποσό ενίσχυσης ανά δικαιούχο θα ισούται με το 75% του προκύψαντος κόστους έμμεσων εκπομπών.

Από το 2021 και έως το τέλος του 2030, ισχύουν νέες Κατευθυντήριες Γραμμές, στη βάση των οποίων υποβλήθηκε και η ελληνική πρόταση. Μια βασική αλλαγή στις νέες Κατευθυντήριες είναι η διαφοροποίηση των επιλέξιμων βιομηχανιών, όπως προαναφέρθηκε.

Έτσι πλέον η ΕΕ έχει εντάξει και τα διυλιστήρια, τη βιομηχανία χαλκού και την παραγωγή υδρογόνου, στους κλάδους με κίνδυνο «διαρροής άνθρακα», ενώ απεντάχθηκαν οι κλωστοϋφαντουργίες και οι βιομηχανίες λιπασμάτων. Στο σχετικό κατάλογο, συνεχίζουν να δίνουν το «παρών» οι βιομηχανίες αλουμινίου, οι χαρτοβιομηχανίες, όπως και η παραγωγή σιδήρου και χάλυβα.

Να συμπληρώσουμε τέλος ότι το μέτρο της αντιστάθμισης αποτελεί σχεδόν το τελευταίο «όπλο» της βιομηχανίας να εξισορροπήσει το υψηλό ενεργειακό κόστος σε συνάρτηση με τα αντίστοιχα μεγέθη των ανταγωνιστών της, δεδομένου ότι, όπως έχει γράψει το energypress, η ελληνική πρόταση για το Green Pool αποτελεί πλέον παρελθόν και τα βιομηχανικά PPAs τίθενται εν αμφιβόλω στα πλαίσια της συνολικότερης συζήτησης για το καθεστώς των προτεραιοτήτων του ΑΔΜΗΕ. Ανάλογος προβληματισμός υπάρχει και για το πλαίσιο στήριξης TCTF που, αν και υπάρχει καταρχήν σύμφωνη γνώμη κυβέρνησης και Κομισιόν να προχωρήσει, δείχνει να καθυστερεί ακόμη η εφαρμογή του, με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για τέλος του χρόνου. 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM