Αξιολόγηση των προτάσεων για την νέα αρχιτεκτονική της αγοράς ηλεκτρισμού από Aurora και epico Klimalnnovation: Το «ελληνικό μοντέλο», το «ιβηρικό» και ο 3ος δρόμος
Την ριζική αλλαγή του τρόπου διαμόρφωσης των τιμών ενέργειας στην αγορά και κατά συνέπεια την εξάλειψη των ανάλογων «σημάτων» για τους συμμετέχοντες αναγνωρίζει ως βασικό μειονέκτημα στο «ελληνικό μοντέλο» για την αλλαγή της αρχιτεκτονικής της αγοράς ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, νεότερη μελέτη που εκπόνησαν το ινστιτούτο EPICO Klimalnnovation από την Γερμανία σε συνεργασία με την Aurora Energy Research.
Ειδικότερα, οι συντάκτες της έκθεσης αξιολογούν τρεις προτάσεις – το ιβηρικό μοντέλο, το ελληνικό μοντέλο και μια δική τους πρόταση – υπό το πρίσμα των επιπτώσεων που έχει η εφαρμογή τους σε μια σειρά «μεγέθη» της αγοράς όπως είναι το «merit order», οι ΑΠΕ, τα σήματα από την πλευρά της ζήτησης, το διασυνοριακό εμπόριο και η συμμετοχή του καταναλωτή και οι ευάλωτοι καταναλωτές.
Το «Ελληνικό μοντέλο», στην ουσία του, όπως έχει γράψει το energypress, προβλέπει τον διαχωρισμό των αγορών ηλεκτρισμού της επόμενης ημέρας με στόχο την αποσύνδεση των τιμών ηλεκτρισμού από εκείνες του φυσικού αερίου, προκειμένου να υπάρξει μια μόνιμη λύση φθηνότερο ρεύμα. Πιο συγκεκριμένα, η συγκεκριμένη πρόταση προκρίνει διαφορετική αποζημίωση για τα ορυκτά καύσιμα και διαφορετική για τις «καθαρές» μορφές ενέργειας που έχουν διαφορετικό κόστος, δηλαδή τις ΑΠΕ, τα πυρηνικά, την βιομάζα και άλλες μορφές. Η πρόταση της Κομισιόν διαφέρει ως προς αυτό, χωρίς ωστόσο να έχει αναπτυχθεί ακόμη σε όλες τις λεπτομέρειές της. Ούτε αναφέρει ρητά το ενδεχόμενο διχοτόμησης της αγοράς ούτε και το αποκλείει.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η έκθεση, το ελληνικό μοντέλο μεταβάλει ριζικά τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις καθώς τα σήματα τιμών προσφέρουν ουσιαστικές πληροφορίες στους συμμετέχοντες, καταδεικνύοντας τα επίπεδα σπανιότητας (scarcity) αλλά και στην κατανομή (dispatch). Ταυτόχρονα, σημειώνεται πως από την στιγμή που όλες οι ΑΠΕ θα τεθούν υπό το καθεστώς μακροχρόνιων «συμβολαίων επί της διαφοράς» (contracts for difference), αυτό θα σημάνει το τέλος των μονάδων ΑΠΕ που στηρίζονται στην αγορά. «Αν οι ΑΠΕ πάψουν να είναι εκτεθειμένες στα σήματα τιμών, τότε θα συντελεστεί μια επιστροφή στην πρακτική «παράγω και ξεχνάω», μη δίνοντας κανένα κίνητρο στις ΑΠΕ να απαντούν και να προσαρμόζονται στα σήματα τιμών».
Επιπρόσθετα, δεδομένου ότι ο καταναλωτής βλέπει μια μέση τιμή, τα κίνητρα και τα σήματα για προβλέψεις ευελιξίας θα καταλήξουν να είναι εξαιρετικά αδύναμα στην περίπτωση του ελληνικού μοντέλου. Επισημαίνεται ακόμη ότι η δημιουργία ξεχωριστών «pools» για τις επιμέρους τεχνολογίες, με ένα μέρος αυτών να λειτουργεί με ρυθμιζόμενα έσοδα, συνιστά ρίσκο για το διασυνοριακό εμπόριο. «Όσο μικρότερη είναι η παραγωγή που αντιδρά στα σήματα του διασυνοριακού εμπορίου και τόσο λιγότερο αποτελεσματική αποβαίνει η διαδικασία του market coupling», σημειώνεται χαρακτηριστικά. Σε ότι αφορά τις επιπτώσεις της εφαρμογής του ελληνικού μοντέλου στη συμμετοχή του καταναλωτή και τους ευάλωτους καταναλωτές, η έκθεση αναφέρει ότι είναι απίθανο το ελληνικό μοντέλο να συμβάλει στην μείωση του κοστών του συστήματος και επομένως να διασφαλίσει συνολικά οφέλη μέσω των χαμηλότερων τιμών ενέργειας.
Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται συνοπτικά τα βασικά σημεία κριτικής τόσο για το ελληνικό μοντέλο όσο και για το ιβηρικό μοντέλο, ενώ καταγράφονται και τα οφέλη της πρότασης που κάνουν οι συντάκτες της έκθεσης και αφορούν σε ένα μοντέλο ολοκληρωμένης αγοράς που στηρίζεται στο «market order».
Το προτεινόμενο μοντέλο έχει τρία βασικά σημεία:
- Εφαρμογή των υφιστάμενων κανονισμών. Σύμφωνα με την έκθεση, αν εφαρμοζόταν το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο σε όλο του το εύρος, οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης θα ήταν ηπιότερες, καθώς θα υπήρχε μεγαλύτερη ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης. Επίσης, σημαντικά θέματα που χρειάζεται να διευθετηθούν αφορούν στην αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου, στην ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης, την αναθεώρηση των ζωνών προσφορών καθώς και την ενσωμάτωση των αγορών εξισορρόπησης.
- Επέκταση των ευκαιριών αντιστάθμισης. Εδώ εγγράφεται η ανάπτυξη των PPAs ως μακροχρόνια συμβόλαια, τα CfD ως συμβόλαια φορτίου και οι μηχανισμοί επιδότησης όπου χρειάζονται.
- Αύξηση της ευελιξίας του συστήματος.
