Οι προκλήσεις της ενεργειακής κρίσης και οι ευκαιρίες για την επόμενη ημέρα
του Κωνσταντίνου Ελευθεριάδη

Οι προκλήσεις της ενεργειακής κρίσης και οι ευκαιρίες για την επόμενη ημέρα

23 12 2022 | 15:55

Αδιαμφισβήτητα, το 2022 αποτέλεσε ένα έτος σημαντικών προκλήσεων, με τον πόλεμο στην Ουκρανία στο επίκεντρο. Η ενεργειακή κρίση γιγαντώθηκε μέσα στο έτος, φτάνοντας σε πρωτοφανή επίπεδα, με τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης να υπερβαίνουν ακόμα και τα 1000€/MWh. Η ισχυρή εξάρτηση της Ευρώπης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα και κυρίως από το ρωσικό φυσικό αέριο, αποτέλεσε ένα υψηλό εμπόδιο στην ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης, αλλά και μοχλό πίεσης της Ρωσίας προς τη Γηραιά Ήπειρο. Ο δρόμος για την επίτευξη ενεργειακής αυτάρκειας αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολος και κοστοβόρος για την Ευρώπη.

Έχοντας γεμάτες τις αποθήκες φυσικού αερίου, αλλά και επωφελούμενη από τον ήπιο καιρό του Νοεμβρίου, η Ευρώπη εκτιμάται πως δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα επάρκειας φυσικού αερίου, τόσο για την ηλεκτροπαραγωγή όσο και για θέρμανση, για την τρέχουσα χειμερινή περίοδο. Οι τιμές του αερίου, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση από τα υψηλά του Αυγούστου, αυξήθηκαν εκ νέου, παραμένοντας σε επίπεδα πολύ υψηλότερα των προηγούμενων ετών. Το περιβάλλον υψηλών τιμών και έντονης μεταβλητότητας αναμένεται να διατηρηθεί και το 2023. Μεγάλες προκλήσεις αναδύονται για την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου από την άνοιξη του 2023 και έπειτα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, καθώς η Ευρώπη θα προετοιμάζεται για τον επόμενο χειμώνα. Με τον Nord Stream να είναι εκτός λειτουργίας αλλά και την αναμενόμενα υψηλότερη ζήτηση για LNG από την Ασία, η εξασφάλιση επιπλέον φορτίων δε θα είναι μια εύκολη διαδικασία και αναμένεται να πραγματοποιηθεί με υψηλό κόστος.

Το φυσικό αέριο αποδείχθηκε ρυθμιστικός παράγοντας για όλο το ενεργειακό οικοσύστημα. Η προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας του αερίου της Ευρώπης επέφερε σημαντικές ανακατατάξεις στις διεθνείς αγορές και διαφοροποίηση των συσχετισμών σε όρους εμπορίου. Πλέον, η Ευρώπη προμηθεύεται φυσικό αέριο κυρίως μέσω LNG και όχι μέσω αγωγών όπως ίσχυε τα προηγούμενα έτη. Σε ύψιστης στρατηγικής σημασίας αναδεικνύονται οι υποδομές για την υποδοχή και αεριοποίηση υγροποιημένου φυσικού αερίου(LNG). Τέτοιες υποδομές σχεδιάζονται και αναπτύσσονται ταχύτατα σε όλη την Ευρώπη. Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στους ωφελημένους, μέσα σε αυτή τη δυσμενή συγκυρία. Οι σχετικά μικρές ανάγκες για ιδιοκατανάλωση αερίου αλλά και η υποδομή στη Ρεβυθούσα, η οποία αποδείχθηκε ιδιαίτερα υψηλής σημαντικότητας, διασφαλίζουν την εγχώρια σταθερότητα έναντι των κινδύνων ενεργειακής ανεπάρκειας. Χαρακτηριστικό είναι πως υπήρξε τεράστια αύξηση υποδοχής φορτίων LNG στη Ρεβυθούσα, με τα περισσότερα φορτία να έρχονται από τις Η.Π.Α. και πολλά εξ αυτών να χρησιμοποιούνται προς εξαγωγή σε άλλες χώρες των Βαλκανίων. Το νέο FSRU που βρίσκεται υπό κατασκευή στην Αλεξανδρούπολη, όπως και τα τουλάχιστον τρία ακόμη που σχεδιάζονται ή αναπτύσσονται από ιδιωτικές εταιρείες, εκτιμάται πως θα αναδείξουν την Ελλάδα ως κόμβο υποδοχής LNG, και ταυτόχρονα εξαγωγικό κόμβο φυσικού αερίου, διασφαλίζοντας την ενεργειακή επάρκεια των συνορευόντων χωρών και ενδεχομένως της Ευρώπης γενικότερα.

Οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου και κατ’ επέκταση της ηλεκτρικής ενέργειας αναθέρμαναν το ενδιαφέρον για τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής ενέργειας με καύσιμο το φυσικό αέριο που ήδη κατασκευάζονται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα. Το γεγονός αυτό δε συνεπάγεται απαραίτητα πως οι μονάδες αυτές θα συνεισφέρουν στο 100% της παραγωγής τους στο εγχώριο σύστημα, αλλά μπορεί να έχουν εξαγωγικό χαρακτήρα μέσω των διασυνδέσεων με γειτονικές χώρες. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με τη διασύνδεση EuroAsia Interconnector και την ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, μετατρέπεται δυνητικά η χώρα μας σε έναν ολοκληρωμένο ενεργειακό κόμβο.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις δείχνουν με τις πολιτικές τους, πως η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί σημαντικό πυλώνα του στρατηγικού τους σχεδιασμού. Πιο συγκεκριμένα, στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εντός του 2022, πραγματοποιήθηκαν πολλές συμφωνίες για εξαγορές, ενώ παράλληλα νέα πάρκα ολοκληρώθηκαν, ενισχύοντας το σύστημα της χώρας, αυξάνοντας σταθερά τη συμμετοχή τους στο ενεργειακό μίγμα. Για το 2023, παρουσιάζονται σημαντικές ευκαιρίες για περαιτέρω και ταχύτερη ανάπτυξη των Α.Π.Ε., ειδικότερα μέσω της αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων στα πλαίσια του Ταμείου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας (RRF) και πιο συγκεκριμένα μέσω του REPowerEU. Το 2023 αναμένεται επίσης και το νέο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, με αναθεωρημένους αυξημένους στόχους για τις Α.Π.Ε., ενώ αναμένεται να ολοκληρωθεί και η υπουργική απόφαση σχετικά με τους όρους σύνδεσης για τις ανανεώσιμες. Το τελευταίο, αναμένεται να τονώσει την αγορά και να ενθαρρύνει ιδιαίτερα τις διμερείς συμφωνίες (PPAs), συμβάλλοντας στην ταχύτερη ανάπτυξη νέων έργων.

Όλοι οι ενεργειακοί καταναλωτές αποζητούν εναλλακτικές λύσεις για να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος. Τα διμερή συμβόλαια (Corporate PPAs) φαίνεται να είναι η βασικότερη μέθοδος για να το επιτύχουν και ταυτόχρονα ένας τρόπος για ταχύτερη διείσδυση των Α.Π.Ε. Οι τράπεζες αναμένεται να παίξουν σημαντικό ρόλο στα PPAs καθώς πέρα από τη χρηματοδότηση των πάρκων, θα απαιτηθεί να βοηθήσουν και στην αντιστάθμιση των κινδύνων που προκύπτουν κυρίως από τα Financial Pay As Produced PPAs που φαίνεται πως θα είναι η κυρίαρχη μορφή που θα επικρατήσει και το 2023. 

Η αγορά για την πράσινη μετάβαση συνεχίζει να διευρύνεται. Με την προσδοκώμενη απελευθέρωση της αγοράς, έργα αποθήκευσης ενέργειας και υπεράκτια αιολικά πάρκα αναμένεται να ξεκλειδωθούν. Παράλληλα, το υδρογόνο που βρίσκεται στον πυρήνα του χρηματοδοτικού προγράμματος REPowerEU, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εντός του έτους, είδαμε σημαντικές συνεργασίες μεταξύ μεγάλων ομίλων στον τομέα του υδρογόνου, αναγνωρίζοντας την αξία του εγχειρήματος αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, το 2023 αναμένεται να είναι ένα έτος στο οποίο θα διατηρηθούν οι προκλήσεις του 2022, θα γεννηθούν όμως και νέες ευκαιρίες. Το παγκόσμιο μακροοικονομικό περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό, με την ενεργειακή κρίση να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε ευνοϊκότερη θέση σε σχέση με τα περισσότερα μέλη της Ευρωζώνης. Μέσα σε αυτήν τη συγκυρία, ανοίγεται για τη χώρα μας μια μοναδική ευκαιρία ανάδειξής της ως σημαντικός παράγοντας στη διασφάλιση ενεργειακής σταθερότητας στην Ευρώπης. Μακροπρόθεσμα αναμένεται να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο ιδιαίτερης σημασίας για όλη την Ευρώπη. 

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης είναι Partner, Εnergy Industry Leader της Deloitte Ελλάδος

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM