Ο Μπάιντεν δεν μπορεί να κάνει και πολλά για τις τιμές του πετρελαίου
Η Ουάσιγκτον είναι εξοργισμένη με τη Σαουδική Αραβία: μέλη του Κογκρέσου απαιτούν να παγώσει κάθε συνεργασία, να σταματήσουν οι πωλήσεις όπλων για έναν χρόνο και να αποσυρθούν τα αμερικανικά στρατεύματα και τα πυραυλικά συστήματα από το βασίλειο. Ο Πρόεδρος Μπάιντεν προειδοποίησε για "συνέπειες".
Η οργή των Αμερικάνων έρχεται σε συνέχεια της απόφασης που έλαβε στις 5 Οκτωβρίου ο OPEC+ (οι 23 παραγωγοί πετρελαίου, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, περιλαμβανομένης της Ρωσίας) για μείωση της παραγωγής πετρελαίου κατά δύο εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα από τον Νοέμβριο.
Αν οι ΗΠΑ υλοποιήσουν τις απειλές τους, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα επιδείξει μια ανορθόδοξη πολιτική στη Μέση Ανατολή, καθώς καμία άλλη κυβέρνηση -Ρεπουμπλικανική ή Δημοκρατική- δεν έχει αντεπιτεθεί σοβαρά στη Σαουδική Αραβία για τις πετρελαϊκές της πολιτικές, στο παρελθόν.
Η Σαουδική Αραβία, βασικός παραγωγός του ενεργειακού καρτέλ, πίεσε για την απόφαση, κόντρα στις έντονες αντιρρήσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν. Η μείωση της παραγωγής ώθησε υψηλότερα τις τιμές του αμερικανικού πετρελαίου κατά περίπου 10 δολάρια το βαρέλι, από τα 80 δολάρια, αν και από τότε έχει χάσει σχεδόν τα μισά από τα εν λόγω κέρδη. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και της βενζίνης πλήττει τους Αμερικανούς καταναλωτές σε όλο το φάσμα του λιανικού εμπορίου αλλά και στην αντλία.
Ο Λευκός Οίκος έχει εκλάβει την απόφαση του OPEC+ ως μια κίνηση στήριξης προς τη Ρωσία, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ωστόσο η Σαουδική Αραβία είχε βάσιμους οικονομικούς λόγους να πιέσει για μείωση της παραγωγής. Η πρόβλεψη για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης σημαίνει μείωση της ζήτησης για πετρέλαιο.
Οι εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, όπως η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας και ο OPEC, έχουν προβλέψει κάμψη της παγκόσμιας ζήτησης για πετρέλαιο από τον Οκτώβριο έως τον Νοέμβριο.
Η Σαουδική Αραβία εξετάζει τους οικονομικούς δείκτες που προμηνύουν παγκόσμια ύφεση μέσα στους επόμενους έξι με εννέα μήνες, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου. Η παγκόσμια οικονομική κρίση το 2008 προκάλεσε πτώση των τιμών του πετρελαίου στα 40 δολάρια το βαρέλι τον Δεκέμβριο, από τα 100 δολ. το βαρέλι τον Σεπτέμβριο. Ο OPEC δεν κατάφερε τότε να αποτρέψει την περαιτέρω πτώση, με τις τιμές του πετρελαίου να βυθίζονται έως τα 32 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι Σαουδάραβες δεν κατάφεραν να πείσουν τη Ρωσία να συνταχθεί με τον OPEC σε μια σημαντική μείωση της παραγωγής. Τέτοιου είδους μεταβλητότητα στις τιμές πλήττει σημαντικά τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, ενώ η απότομη διακοπή στην παραγωγή μπορεί να προκαλέσει ζημιές στα κοιτάσματα πετρελαίου. Η Σαουδική Αραβία, όμως, ευελπιστεί ότι τώρα θα αποτρέψει μια αντίστοιχη κατάσταση μειώνοντας την παραγωγή.
Η μείωση της παραγωγής πετρελαίου είναι λογική για τον OPEC+. Το διεθνές καρτέλ ήδη παράγει 3,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα λιγότερα από την ποσόστωση των 42,2 εκατ. βαρελιών. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι παραγωγοί του OPEC+ δεν θα μειώσουν πολύ την παραγωγή τους, μπορεί και καθόλου. Η απόφαση για μείωση της παραγωγής αποτελεί περισσότερο μια δήλωση προς την αγορά, παρά μια κίνηση που θα επηρεάσει τα κέρδη του OPEC+. Ο Πρίγκιπας Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν, υπουργός Πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, έχει προβλέψει ότι οι χώρες του OPEC+ θα μειώσουν τελικά την παραγωγή τους συνολικά κατά μόλις 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Παρά τους απόλυτα δικαιολογημένους οικονομικούς λόγους για μείωση της παραγωγής, οι αμερικανοί βουλευτές είναι εύλογα απογοητευμένοι από την απόφαση της Σαουδικής Αραβίας. Καθώς θα πλήξει τους Αμερικανούς καταναλωτές, τη στιγμή που οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν. Στις 31 Μαρτίου, η κυβέρνηση Μπάιντεν ανταποκρινόμενη στην αύξηση των τιμών της ενέργειας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αποφάσισε να απελευθερώσει 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα για έξι μήνες, από τα στρατηγικά αποθέματα της χώρας με στόχο τη μείωση των τιμών. Οι μειώσεις από τον OPEC+ θα συμπέσουν με την ολοκλήρωση αυτής της πρωτοβουλίας. Η συγκυρία θα εντείνει τον αντίκτυπο και ο κ. Μπάιντεν εξετάζει το ενδεχόμενο να απελευθερώσει περισσότερα αποθέματα πετρελαίου σταδιακά, κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Στο παρελθόν, όταν οι πολιτικές της Σαουδικής Αραβίας για το πετρέλαιο είχαν αρνητικό αντίκτυπο στους Αμερικανούς καταναλωτές, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέδρασαν με διάφορους τρόπους. Τον Οκτώβριο του 1973, ως αντίποινα στην απόφαση της κυβέρνησης Νίξον να ξεκινήσει εκ νέου τις προμήθειες στρατιωτικού υλικού προς το Ισραήλ, κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου, τα μέλη του OPEC από την Αραβία επέβαλαν πετρελαϊκό εμπάργκο στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ενώ ο OPEC επέτρεψε στις τιμές του αργού να υπερεπταπλασιαστούν. Η Αμερική βίωσε αξέχαστες στιγμές, με ατέλειωτες ουρές στα πρατήρια καυσίμων και αξιοσημείωτες αυξήσεις των τιμών.
Η κυβέρνηση Νίξον τότε εξέτασε το ενδεχόμενο να "αντεπιτεθεί”, στέλνοντας στρατεύματα να καταλάβουν κοιτάσματα πετρελαίου στη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά δεν το έπραξε τελικά. Δεν υπήρξαν συνέπειες για το εμπάργκο, το οποίο ήρθη τελικά διά της διπλωματικής οδού το 1974.
Τον Μάρτιο του 1999, η Σαουδική Αραβία, η οποία είχε συσσωρεύσει χρέος ύψους 130 δισ. δολαρίων μετά από χρόνια χαμηλών τιμών του πετρελαίου, ενορχήστρωσε τη μείωση της παραγωγής του πετρελαίου των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, μελών του OPEC και μη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, από τον Ιανουάριο του 1999 έως τα μέσα του 2000, η τιμή ενός βαρελιού πετρελαίου σχεδόν να τριπλασιαστεί. Ορισμένοι βουλευτές των ΗΠΑ πρότειναν τότε την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Σαουδικής Αραβίας. Ο Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον επέλεξε όμως τη διπλωματία έναντι των αντιποίνων, απόφαση που είχε αποτέλεσμα.
Η μακρόχρονη αυτή πολιτική της Αμερικής, να μην διαταράξει τις σχέσεις της με τη Σαουδική Αραβία, παρά το ζοφερό ιστορικό του βασιλείου όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, φαίνεται ότι υποκινούνταν από μια σειρά παραγόντων: τη μη διατάραξη της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, τον περιορισμό της σοβιετικής επιρροής στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και την αντιστάθμιση του νέου καθεστώτος στο Ιράν μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Σήμερα, μια επιτροπή της αμερικανικής Γερουσίας προώθησε νομοσχέδιο "κατά των καρτέλ παραγωγής και εξαγωγής πετρελαίου”, γνωστό και ως NOPEC, και πιθανότατα θα τεθεί σε διαβούλευση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Εάν εγκριθεί και γίνει νόμος του κράτους, θα επιτρέπει τον γενικό εισαγγελέα των ΗΠΑ να ασκήσει μήνυση σε μέλη του OPEC για παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Πιθανόν κάτι τέτοιο να ικανοποιήσει την οργή, αλλά θα καταλήξει να βλάψει τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Στο πλαίσιο του NOPEC, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να δεσμεύσουν περιουσιακά στοιχεία μελών του ενεργειακού καρτέλ που βρίσκονται υπό την δικαιοδοσία των ΗΠΑ. Το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο της Σαουδικής Αραβίας στην Αμερική είναι το διυλιστήριο Motiva στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στη Saudi Aramco. Το Motiva είναι το μεγαλύτερο διυλιστήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες και παράγει βενζίνη, ντίζελ και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα κρίσιμης σημασίας για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Ωστόσο, η ικανότητα διύλισης της Αμερικής ήδη κλυδωνίζεται και μια διατάραξη στη λειτουργία του διυλιστηρίου Motiva θα ήταν καταστροφική για τους Αμερικανούς καταναλωτές και την οικονομία.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν ουσιαστικά δεν έχει νομοθετικά ή νομικά "όπλα” για να προχωρήσει σε αντίποινα κατά της Σαουδικής Αραβίας χωρίς να βλάψει ταυτόχρονα τους Αμερικανούς καταναλωτές, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τμήμα της παγκόσμιας πετρελαϊκής οικονομίας.
Η πιο αποτελεσματική κίνηση για την αντιστάθμιση της μείωσης της παραγωγής πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία θα ήταν χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου και η απρόσκοπτη στήριξη της αμερικανικής βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτό θα οδηγούσε σε μείωση των τιμών του πετρελαίου παγκοσμίως και θα έπληττε τα πετρελαϊκά κέρδη της Σαουδικής Αραβίας.
Ακόμη και στις περιβαλλοντικές διατάξεις που περιλαμβάνει η νομοθεσία για τη μείωση του πληθωρισμού, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές υπέρ των Αμερικανών παραγωγών, επιταχύνοντας τις ρυθμιστικές διαδικασίες και μειώνοντας ορισμένους δασμούς. Αλλά είναι απίθανο να προχωρήσει σε μια τόσο δραστική κίνηση που αντίκειται στις πολιτικές της για την ενέργεια και το περιβάλλον.
Επί δεκαετίες, η βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας καλλιεργεί μια εικόνα στενών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να νομιμοποιεί και να ενισχύει την κυριαρχία της. Η κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί να επηρεάσει την πετρελαϊκή πολιτική της Σαουδικής Αραβίας δείχνοντας στη βασιλική οικογένεια ότι κινδυνεύει να καταρρεύσει η εικόνα που η ίδια καλλιεργεί. Ο κ. Μπάιντεν θα μπορούσε δημοσίως να διακόψει, να καθυστερήσει ή να παρέμβει στη διαδικασία πώλησης αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού στη Σαουδική Αραβία, όπως ζήτησαν αρκετά μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.
Αλλά μην υπολογίζεται ότι η Ουάσιγκτον θα επιβάλλει κυρώσεις στη Σαουδική Αραβία. Οι Αμερικανοί καταναλωτές δεν θα επωφεληθούν και το κατεστημένο της Ουάσιγκτον δεν βλέπει κανένα πολιτικό όφελος από την ανατροπή του status quo.
* Η Ellen R. Wald είναι συγγραφέας του "Saudi, Inc.: The Arabian Kingdom’s Pursuit of Profit and Power" και συνιδρύτρια της Washington Ivy Advisors.
(Opinion/The New York Times, capital.gr)