Τα πλαφόν στις τιμές αερίου και οι επιδοτήσεις είναι δαπανηρά και μάταια - Στροφή στην εξοικονόμηση
Αντί για ένα πλαφόν σε όλη την ΕΕ στο φυσικό αέριο, με κίνδυνο ένα σπιράλ υψηλότερων τιμών εισαγωγής και επιδοτήσεων, οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τα κατάλληλα κίνητρα για να μειώσουν την κατανάλωσή τους σε φυσικό αέριο, γράφει ο Daniel Gros.
Η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με μία ενεργειακή κρίση. Το de facto εμπάργκο της Ρωσίας στις εξαγωγές αερίου, έχει στείλει τις τιμές spot στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια σε πρωτόγνωρα επίπεδα. Οι τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές έχουν επίσης αυξηθεί αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις τιμές spot. Οι τιμές για τα νοικοκυριά έχουν διπλασιαστεί σε πολλά κράτη μέλη, ενώ οι τιμές spot στο χρηματιστήριο έχουν αυξηθεί κατά 10 φορές ή και περισσότερο.
Οι καταναλωτές είναι ανήσυχοι σχετικά με τις αυξήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν. Ωστόσο, οι ακόμα υψηλότερες τιμές στο χρηματιστήριο δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρξουν σύντομα ακόμα μεγαλύτερες αυξήσεις. Κατά συνέπεια, οι πολιτικοί βρίσκονται σε κατάσταση σχεδόν πανικού, όπως και οι καταναλωτές.
Οι “ουρανοκατέβατες” τιμές στη spot αγορά φυσικού αερίου επηρεάζουν επίσης τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες έφτασαν σε πρωτοφανή επίπεδα στα προθεσμιακά συμβόλαια την περασμένη εβδομάδα, αλλά παραμένουν πάνω από 200 ευρώ ανά MWh, δηλαδή 10 φορές πάνω από την περσινή τιμή. Αυτός ο συνδυασμός έχει οδηγήσει σε αυξανόμενες πιέσεις να "γίνει κάτι" για να προστατευτούν οι καταναλωτές από την εκτόξευση των τιμών της ενέργειας, με το επιχείρημα ότι "οι αγορές δεν λειτουργούν πλέον ορθολογικά".
Αρκετά κράτη-μέλη εισήγαγαν έτσι επιδοτήσεις που μειώνουν την τιμή για τους καταναλωτές. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο, η τιμή του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά μειώθηκε κατά 15 % στην Ιταλία, ενώ αυξήθηκε κατά σχεδόν 20 % στη Γερμανία. Αλλά ακόμη και στη Γερμανία και σε άλλες χώρες χωρίς μαζικές επιδοτήσεις, υπάρχει πολιτική πίεση για τη στήριξη των καταναλωτών.
Δυστυχώς τα Ευρωπαϊκά κράτη δεν είναι τα μοναδικά που προσπαθούν να προστατεύσουν τους καταναλωτές από τις υψηλές τιμές αερίου. Ορισμένοι μεγάλοι Ασιάτες εισαγωγείς, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, έχουν επίσης θεσπίσει μέτρα για τον περιορισμό της αύξησης των τιμών των νοικοκυριών. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ζήτηση του καυσίμου στην Ασία έχει μειωθεί μέχρι στιγμής και οι τιμές spot έχουν συνεχίσει να αυξάνονται.
Το δημοσιονομικό κόστος των επιδοτήσεων στην ενέργεια είναι τεράστιο και ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για τα μεγαλύτερα κράτη-μέλη. Όμως αυτό το δημοσιονομικό κόστος αντιπροσωπεύει μόνο μια μεταφορά (από την κυβέρνηση στα νοικοκυριά), όχι μια καθαρή απώλεια για την κοινωνία. Το πραγματικό κοινωνικό κόστος των επιδοτήσεων των τιμών καταναλωτή προέρχεται από διαφορετική πηγή.
Μια κρίσιμη παρενέργεια των κρατικών επιδοτήσεων είναι ότι η ζήτηση φυσικού αερίου θα μειωθεί λιγότερο από ό,τι αναμενόταν. Οι καταναλωτές που θα λάβουν φθηνότερο φυσικό αέριο από τις κυβερνήσεις τους, θα είναι λιγότερο πρόθυμοι να χαμηλώσουν τους θερμοστάτες τους ή να κάνουν μικρότερα ζεστά ντους.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να εισάγει περισσότερα από ό,τι θα έκανε αν οι καταναλωτές είχαν αναγκαστεί να πληρώσουν υψηλότερες τιμές ενέργειας. Αλλά από πού θα προμηθευτεί η Ευρώπη το επιπλέον φυσικό αέριο;
Οι περισσότεροι παραγωγοί φυσικού αερίου εργάζονται ήδη πυρετωδώς και δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά τους επόμενους μήνες. Η μόνη πηγή πρόσθετης προσφοράς είναι το LNG. Η υψηλότερη ζήτηση εισαγωγών από την Ευρώπη ωστόσο, θα ασκήσει ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις παγκόσμιες τιμές του LNG και θα αυξήσει έτσι τον βασικό λογαριασμό εισαγωγών για ολόκληρη την ΕΕ. Οι οικονομολόγοι το αποκαλούν αυτό "επίδραση των όρων του εμπορίου".
Εν ολίγοις, κάθε μέτρο που μειώνει τα κίνητρα για εγχώρια αποταμίευση σημαίνει μεγαλύτερη ανάγκη για εισαγωγές. Αυτό στη συνέχεια ασκεί μεγαλύτερη πίεση στην τιμή που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στην παγκόσμια αγορά.
Αυτό αποτελεί μια σαφή εξωτερική επίδραση (οι ενέργειες μιας χώρας επηρεάζουν όλες τις άλλες), η οποία δικαιολογεί τις κοινές προσπάθειες για τη μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου. Υπό αυτή την έννοια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν δικαιολογημένη όταν πρότεινε κοινούς στόχους για τη μείωση της χρήσης φυσικού αερίου σε ολόκληρη την ΕΕ.
Αλλά αυτοί οι στόχοι (προς το παρόν μόνο εθελοντικοί) μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω υψηλότερων τιμών, όχι με απλές πολιτικές εκκλήσεις και τον "μετριασμό των τιμών" που συνέστησε η Επιτροπή νωρίτερα φέτος.
Οποιαδήποτε επιδότηση τιμών θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές εισαγωγής, αλλά αυτό σημαίνει ότι η τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής πέφτει λιγότερο από ό,τι αναμενόταν όταν εισήχθη η επιδότηση. Η αύξηση των τιμών εισαγωγής ωθεί τότε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να αυξήσουν την επιδότηση. Οποιαδήποτε απόπειρα για την επιβολή ανώτατου ορίου στην εγχώρια τιμή θα μπορούσε έτσι να θέσει σε κίνηση μια αλυσίδα ολοένα και υψηλότερων τιμών spot και υψηλότερων ποσοστών επιδότησης για να κρατηθεί το κόστος των καταναλωτών χαμηλά.
Οι επιδοτήσεις σε ολόκληρη την ΕΕ θα μπορούσαν να έχουν τόσο ισχυρό αντίκτυπο στις τιμές εισαγωγής που τελικά να αυξάνουν τις τιμές καταναλωτή ούτως ή άλλως, επειδή η αύξηση της τιμής εισαγωγής ουσιαστικά υπερκαλύπτει την επιδότηση. Γίνεται ένας φαύλος κύκλος.
Τι πρέπει να γίνει εάν τα πλαφόν είναι ο λάθος δρόμος;
Αντί να επιδοτούν την κατανάλωση μέσω ενός ανώτατου ορίου τιμών, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επιδοτούν την εξοικονόμηση φυσικού αερίου, για παράδειγμα, πληρώνοντας τα νοικοκυριά επειδή κατανάλωσαν λιγότερο αυτό το χειμώνα από ό,τι τον περασμένο χειμώνα. Αυτό θα συνεπαγόταν επίσης δημοσιονομικές δαπάνες, αλλά το μοντέλο μου προβλέπει ότι τέτοιες επιδοτήσεις θα αποπληρώνονταν ως επί το πλείστον μέσω της μείωσης των τιμών των εισαγωγών, αλλά μόνο αν εφαρμοστούν σε επίπεδο ΕΕ.
Εάν κάποιο κράτος μέλος εφαρμόσει ένα τέτοιο σύστημα, θα επωμιστεί το πλήρες δημοσιονομικό κόστος, ενώ η υπόλοιπη ΕΕ θα κερδίσει (έστω και οριακά) από τις χαμηλότερες τιμές εισαγωγής.
Ένας άλλος τρόπος ενθάρρυνσης της εξοικονόμησης ενέργειας θα ήταν να προσφέρεται στα νοικοκυριά ανώτατο όριο τιμών μόνο για μια περιορισμένη βασική ποσότητα ανά κάτοικο και να χρεώνεται η πλήρης τιμή της αγοράς για κάθε ποσότητα που καταναλώνεται πάνω από αυτό το επίπεδο.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι οι επιδοτήσεις των τιμών του φυσικού αερίου ή της ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχουν νόημα. Η Επιτροπή θα πρέπει να αντιταχθεί σθεναρά σε αυτές και να συστήσει στα κράτη μέλη να στραφούν αντί αυτών σε επιδοτήσεις εξοικονόμησης.
* Ο Daniel Gros είναι Γερμανός οικονομολόγος και διακεκριμένος συνεργάτης του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, μιας ευρωπαϊκής δεξαμενής σκέψης.
(Euractiv.com)