Πιο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις: Πόσο άμεση και πόσο κοστοβόρα είναι η απεξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο
Εδώ και περίπου είκοσι χρόνια η Ρωσία αποτελεί το μεγαλύτερο εξαγωγό ΦΑ στον κόσμο. Το 2021 η Ε.Ε. υπολόγισε ότι εισήγαγε από τη Ρωσία συνολικά περί τα 155 ΔΚΜ/Ε εκ των οποίων 140 ΔΚΜ μέσω αγωγών και 15 ΔΚΜ μέσω ΥΦΑ (Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου). Οι εξαγωγές αυτές διεκπεραιώνονται στη βάση τόσο βραχυπρόθεσμων όσο και μακροπρόθεσμων συμβολαίων με πάνω από 150 διαφορετικές ευρωπαϊκές εταιρίες.
Το 2020 σε μια «κανονική» χρονιά οι αντίστοιχες εξαγωγές εάν συνυπολογισθούν το ΗΒ, η Ελβετία και η Τουρκία, ξεπέρασαν τα 185 ΔΚΜ εκ των οποίων περίπου τα 120 ΔΚΜ είναι κλειδωμένα σε μακροπρόθεσμα (ΜΚΣ) συμβόλαια με ρήτρες υποχρεωτικής αγοράς (ΤοΡ-Take or Pay) που κυμαίνονται μεταξύ 70%-85% του συμβολαιοποιημένου όγκου ΦΑ.
Στην Ελλάδα τα ΜΚΣ της Gazprom με τη ΔΕΠΑ και τον Προμηθέα λήγουν το 2026 και με τον Όμιλο Μυτιλιναίος το 2030 αναλογώντας περίπου στο 45%-50% των τελικών μας αναγκών το 2021. Μετά το 2026 μεγάλο μέρος Ελλήνων αγοραστών ΦΑ θα έχουν ουσιαστικές ευκαιρίες διαφοροποίησης καθώς έως τότε θα έχουν τεθεί σε λειτουργία ο IGB, ο αγωγός προς τη Βόρεια Μακεδονία, τα FSRU Αλεξανδρούπολης και Κορίνθου, αλλά και ίσως να έχει ξεκινήσει και μια μικρή εγχώρια παραγωγή.
Τα ρωσικά ΜΚΣ είναι πολιτικώς επαχθή. Πόσο οικονομικώς επαχθή είναι όμως? Δεδομένου ότι τα ρωσικά κοιτάσματα που εξυπηρετούν τις ευρωπαϊκές αγορές παράγουν εδώ και δεκαετίες, το κόστος παραγωγής περιορίζεται στα 0,25-0,50 $/mbtu. Είναι λίγο πιο ανταγωνιστικό του αταρινού αλλά πολύ πιο χαμηλό του αμερικανικού ΦΑ όπου οι εταιρίες που θα το υγροποιήσουν το αγοράζουν σε τιμές spot με βάση τον δείκτη Henry Hub, η ιστορική διακύμανση του οποίου μεταξύ Ιανουαρίου 2015 και Ιανουαρίου 2022 ήταν περίπου 2,5-3,5 $/mbtu. Εάν στις τιμές του ρωσικού ΦΑ προσθέσουμε τον ειδικό φόρο εξαγωγής και το κόστος χρήσης των αγωγών που έχει σε τελική ανάλυση κατασκευάσει η ίδια η Gazprom το ρωσικό ΦΑ παραδίδεται π.χ. στη Γερμανία με τελικό κόστος για τον εξαγωγό μεταξύ 0,95-1,5 $/mbtu. Όλη η άλλη διαφορά έως την τιμή πώλησης (ασχέτως της φόρμουλας τιμολόγησης) είναι κέρδος.
Ποιο είναι όμως το αντίστοιχο τελικό κόστος για τον καταρινό και τον αμερικανό εξαγωγό που αντιπροσώπευαν το 2021 τον δεύτερο και τον τρίτο μεγαλύτερο εξαγωγό ΦΑ και ΥΦΑ στον κόσμο? Η αλυσίδα τελικού κόστους για τις εξαγωγές ΥΦΑ είναι πιο πολύπλοκη καθώς πέραν από το κόστος παραγωγής περιλαμβάνει μια απώλεια της τάξης του 15% επί του αρχικά αγορασμένου ΦΑ η οποία θα χρησιμοποιηθεί για την υγροποίηση του, το τέλος υγροποίησης ($1/mbtu), το κόστος μεταφοράς από τον Κόλπο του Μεξικού ή τον Περσικό Κόλπο στην Ευρώπη (περί το $1/mbtu) και το τελικό κόστος επαναεριοποίησης (περί τα $0,25-0,35/mbtu).
Η μεγάλη ανταγωνιστική διαφορά ανάμεσα στο καταρινό και το αμερικανικό ΥΦΑ είναι ότι ο καταρινός εξαγωγός ΥΦΑ έχει τον πλήρη έλεγχο της αλυσίδας του κόστους εξαγωγής και πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής ΦΑ που σε τελική ανάλυση του ανήκει, δηλαδή ανήκει στο καταρινό κράτος. Στο αμερικανικό κράτος δεν ανήκει ούτε κάν το ίδιο το κοίτασμα και δεν μπορεί να ελέγξει το κόστος στο οποίο ο επίδοξος αγοραστής ΦΑ θα πρέπει να αγοράσει ποσότητες προς υγροποίηση για εξαγωγή.
Ακόμη και εάν το αμερικανικό ΥΦΑ φτάνει στην ΕΕ με ένα κόστος για τον πωλητή κοντά στα $9/mbtu το κέρδος είναι τεράστιο όταν η τιμή μελλοντικής παράδοσης (futures) για τον Μάιο του 2022 κυμαίνεται στα $33,5/mbtu και είχε φτάσει τα $65/mbtu τον περασμένο Φεβρουάριο. Σχεδόν όλο το αμερικανικό ΥΦΑ τιμολογείται βάσει τιμών TTF σε spot βάση καθώς δεν δεσμεύεται σε ΜΚΣ όπως το ρωσικό, το αλγερινό ή το καταρινό ΦΑ/ΥΦΑ. Είναι εύκολο συνεπώς κάποιος να υπολογίζει τα συγκριτικά κέρδη των καταρινών και ρωσικών εξαγωγών.
Πέραν από τον όγκο ρωσικού αερίου που είναι δεσμευμένο στα ΜΚΣ το μεγάλο πρόβλημα των σχεδίων άμεσης διαφοροποίησης έναντι της Ρωσίας συνίσταται στην ανυπαρξία εναλλακτικής τροφοδοσίας έως τουλάχιστον τα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας.
Το καταρινό ΥΦΑ, το μόνο που μπορεί να ανταγωνιστεί το ρωσικό ΦΑ μέσω αγωγών επί σχεδόν ίσοις όροις, είναι δεσμευμένο σε μακροπρόθεσμα συμβόλαια και μόνο το 23% από αυτά καταλήγει στην Ευρώπη, ενώ δεν υπάρχει διαθεσιμότητα επιπρόσθετων ποσοτήτων πριν τα τέλη του 2025 όταν η εξαγωγική δυνατότητα του Κατάρ θα αυξηθεί από τα 95 ΔΚΜ/Ε στα 150 ΔΚΜ/Ε.
Ανάλογος προβληματισμός υπάρχει και με τις αμερικανικές εξαγωγές ΥΦΑ. Από τα επιπρόσθετα 15 ΔΚΜ/Ε που οι ΗΠΑ «υποσχέθηκαν» στην ΕΕ για το 2022 ήδη έχουν εξάγει μέσα στο πρώτο τρίμηνο περίπου 10 ΔΚΜ/Ε. Μέσα στο 2022 η αμερικανική εξαγωγική δυναμικότητα θα αυξηθεί κατά περίπου 29,64 ΔΚΜ (Sabine Pass 6 & Calcasieu Pass LNG), ενώ έως το 2025 η ολοκλήρωση του Golden Pass LNG θα επεκτείνει περαιτέρω την εξαγωγική δυνατότητα των ΗΠΑ κατά 25 ΔΚΜ/Ε.
Από εκεί θα προέλθουν τα +50 ΔΚΜ/Ε που αναφέρονται στην ευρω-αμερικανική δήλωση προθέσεων του Μαρτίου 2022? Η απάντηση είναι κατά βάση αρνητική καθώς η δυναμικότητα αυτή έχει κατά ποσοστό περίπου 80% ήδη δεσμευθεί σε μακροπρόθεσμη βάση από διεθνείς αγοραστές που βρίσκονται στην Ασία ή έχουν διεθνή portfolio ΥΦΑ.
Μετά το 2025 μια δέσμευση ΜΚΣ από ευρωπαίους αγοραστές για νέα αμερικανικά τερματικά θα ήταν πιο πιθανή και εδώ θα ήταν χρήσιμη μια διαπραγμάτευση με την ΕΕ εφόσον συσταθεί προηγουμένως από πλευράς των Ευρωπαίων ένα αποτελεσματικό ολιγοψώνιο.
Οι επιλογές διαφοροποίησης μέσω αγωγών έως το 2025/26 είναι ακόμη πιο περιορισμένες καθώς δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμη αύξηση εξαγωγών ούτε από τη Νορβηγία ούτε από το Αζερμπαϊτζάν πέραν μικρών ποσοτήτων της τάξης των 2 ΔΚΜ/Ε στην περίπτωση του δεύτερου και 5 ΔΚΜ/Ε στην περίπτωση της πρώτης.
Το ίδιο το Νορβηγικό Υπουργείο Πετρελαίου εκτίμησε τον Ιανουάριο του 2022 ότι οι μέγιστες εξαγωγές ΦΑ/ΥΦΑ της χώρας δεν θα ξεπεράσουν τα 118 ΔΚΜ/Ε έως το 2035, την ώρα που το 2021 η Νορβηγία εξήγαγε στην ΕΕ 113 ΔΚΜ/Ε. Τηρουμένων των αναλογιών το ίδιο ισχύει για την Αλγερία αν και οι καθαρές εξαγωγές της αφρικανικής χώρας αναλογούν μόλις στο 40% των νορβηγικών. Προφανώς επιπρόσθετα κοιτάσματα υπάρχουν αλλά χρειάζεται νέα εξερεύνηση και πολυετής αναμονή παραγωγής.
------------------
* Ο Δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
(Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο Greek Energy 2022 του energypress)