Η Ευρώπη αλλάζει τον τρόπο που επιδοτεί τις ανακαινίσεις κατοικιών - Τι έρχεται μετά το «Εξοικονομώ»
της Πένης Χαλάτση

Η Ευρώπη αλλάζει τον τρόπο που επιδοτεί τις ανακαινίσεις κατοικιών - Τι έρχεται μετά το «Εξοικονομώ»

17 08 2026 | 12:46

Για περισσότερο από μία δεκαετία, η ευρωπαϊκή πολιτική για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών στηρίχθηκε σε μια σχετικά απλή παραδοχή: όσο περισσότερα κονδύλια διατίθενται για ανακαινίσεις, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η εξοικονόμηση ενέργειας και η μείωση των εκπομπών.

Ωστόσο, η πρόσφατη ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) έρχεται να αμφισβητήσει αυτή τη λογική. Δεν υποστηρίζει ότι τα προγράμματα απέτυχαν αλλά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αποδείξει με επαρκή στοιχεία πόση ενέργεια εξοικονομήθηκε πραγματικά ούτε ποια μέτρα απέδωσαν περισσότερο για κάθε ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης. Και αυτό, σύμφωνα με τους ελεγκτές, πρέπει να αλλάξει.

Οι τρεις βασικές συστάσεις της έκθεσης - στόχευση των παρεμβάσεων, αξιόπιστη μέτρηση της εξοικονόμησης και αξιολόγηση της σχέσης κόστους-οφέλους - αποτελούν ουσιαστικά έναν οδικό χάρτη για τον σχεδιασμό της επόμενης γενιάς ευρωπαϊκών προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης. Και αυτό αφορά άμεσα και την Ελλάδα, όπου το «Εξοικονομώ» αποτελεί το βασικό εργαλείο χρηματοδότησης των παρεμβάσεων στις κατοικίες.

Από τις πολλές ανακαινίσεις στις σωστές ανακαινίσεις

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η Ευρώπη χρηματοδότησε κυρίως ανακαινίσεις μέσης έντασης αντί για βαθιές ενεργειακές αναβαθμίσεις.

Συγκεκριμένα, από τα περίπου 43 δισ. ευρώ που διατέθηκαν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης για κατοικίες, περίπου 36,3 δισ. ευρώ αφορούσαν παρεμβάσεις μέσης κλίμακας, ενώ μόνο μία χώρα, η Ρουμανία, έθεσε ρητό στόχο για βαθιές ενεργειακές ανακαινίσεις, δηλαδή έργα που μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας κατά περισσότερο από 60%.

Το συμπέρασμα αυτό έρχεται να ενισχύσει μια κατεύθυνση που είχε ήδη χαράξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τη στρατηγική Renovation Wave, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες ανακαινίσεις, αλλά πολύ πιο ολοκληρωμένες αναβαθμίσεις των κτιρίων, ώστε να επιτευχθεί η πλήρης απανθρακοποίηση του κτιριακού αποθέματος έως το 2050.

Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περίπου 75% των ευρωπαϊκών κτιρίων παραμένουν ενεργειακά μη αποδοτικά, ενώ τα κτίρια ευθύνονται για περίπου 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην ΕΕ και για περίπου το 36% των ενεργειακών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Από τις εκτιμήσεις στα πραγματικά δεδομένα

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται τα αποτελέσματα. Μέχρι σήμερα, η επιτυχία των περισσότερων προγραμμάτων βασιζόταν κυρίως στα Πιστοποιητικά Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ), τα οποία υπολογίζουν θεωρητικά την κατανάλωση ενός κτιρίου πριν και μετά την ανακαίνιση.

Το ΕΕΣ επισημαίνει ότι η πραγματική κατανάλωση εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως οι συνήθειες των ενοίκων και οι καιρικές συνθήκες. Επομένως, η θεωρητική εξοικονόμηση δεν ταυτίζεται πάντοτε με την πραγματική, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις εντοπίστηκαν ακόμη και ανακρίβειες στα ίδια τα πιστοποιητικά.

Η βασική σύσταση των ελεγκτών είναι πλέον να αναπτυχθούν πιο αξιόπιστες μέθοδοι παρακολούθησης των πραγματικών ενεργειακών αποτελεσμάτων, ώστε οι μελλοντικές πολιτικές να βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα και όχι μόνο σε θεωρητικές εκτιμήσεις.

Από την απορρόφηση κονδυλίων στην αξιολόγηση της απόδοσης

Για αρκετά χρόνια, η επιτυχία των προγραμμάτων κρίθηκε κυρίως από τον αριθμό των κατοικιών που εντάχθηκαν και από την απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων. Παρ’ όλα αυτά, η προσέγγιση αυτή δεν επαρκεί. Οι ελεγκτές διαπιστώνουν ότι δεν παρακολουθείται συστηματικά πόσο κοστίζει κάθε μονάδα εξοικονόμησης ενέργειας ούτε συγκρίνονται οι διαφορετικές παρεμβάσεις ως προς την οικονομική τους αποτελεσματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ιταλικό πρόγραμμα Superbonus, το οποίο κάλυπτε ακόμη και το 110% του κόστους των εργασιών όμως, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, δεν συνάδει με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Ανάλογες επισημάνσεις είχε διατυπώσει ήδη από το 2020 και το ίδιο το ΕΕΣ, επισημαίνοντας ότι τα ευρωπαϊκά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης δεν επέλεγαν πάντοτε τα έργα με τη μεγαλύτερη σχέση κόστους-οφέλους.

Από το «όλοι οι δικαιούχοι» στη μεγαλύτερη στόχευση

Μία ακόμη αλλαγή που προδιαγράφεται αφορά τον τρόπο επιλογής των έργων. Η έκθεση διαπιστώνει ότι αρκετά κράτη-μέλη χρηματοδοτούσαν όλες σχεδόν τις αιτήσεις που πληρούσαν τα βασικά κριτήρια, χωρίς συγκριτική αξιολόγηση ως προς το ενεργειακό όφελος που θα παρήγαγε κάθε έργο. Έτσι, δεν δινόταν απαραίτητα προτεραιότητα στα πιο ενεργοβόρα κτίρια ή στις παρεμβάσεις με τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση ενέργειας.

Την ίδια ανάγκη επισημαίνει εδώ και χρόνια και το Building Performance Institute Europe (BPIE), το οποίο υποστηρίζει ότι οι δημόσιοι πόροι πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στα κτίρια με τις χειρότερες ενεργειακές επιδόσεις και να εντάσσονται σε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό βαθιάς ανακαίνισης, ώστε να αποφεύγεται το λεγόμενο lock-in effect, δηλαδή οι αποσπασματικές παρεμβάσεις που δυσκολεύουν τις μελλοντικές ενεργειακές αναβαθμίσεις.

Τι σημαίνει για τα επόμενα «Εξοικονομώ»

Αν το πρώτο κύμα των προγραμμάτων «Εξοικονομώ» είχε ως βασικό στόχο να κινητοποιήσει την αγορά των ενεργειακών ανακαινίσεων, η επόμενη γενιά προγραμμάτων φαίνεται ότι θα αξιολογείται με διαφορετικά κριτήρια.

Η απορρόφηση των κονδυλίων και ο αριθμός των κατοικιών που ανακαινίζονται θα εξακολουθήσουν να έχουν σημασία, αλλά δεν θα αρκούν. Όπως φαίνεται, το ζητούμενο θα είναι να αποδεικνύεται ότι κάθε ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης οδηγεί στη μεγαλύτερη δυνατή εξοικονόμηση ενέργειας, στη μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών και σε παρεμβάσεις που θα παραμείνουν αποτελεσματικές για τις επόμενες δεκαετίες.

(Αναδημοσίευση από το insider.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM