Ζητούμενο, το αυτονόητο
Σε μια σχετικά πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό Der Spiegel, ο Albrecht Ritsch, καθηγητής Ιστορίας της Οικονομίας, τόνιζε με έμφαση, πως η σκληρή στάση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας είναι απολύτως αδικαιολόγητη μια και η ίδια η Γερμανία έζησε στον εικοστό αιώνα δύο από τις μεγαλύτερες χρεοκοπίες στη νεότερη Ιστορία. Η πρώτη αφορούσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η οποία κατόρθωσε να επιβιώσει από το 1924 μέχρι το 1929 αποκλειστικά με δάνεια (σ.σ. και τα χρήματα για τις αποζημιώσεις του Α΄ Παγκοσμίου τα δανείστηκε από τις ΗΠΑ). Οταν με την κρίση του 1931, κατέρρευσε η «δανειακή πυραμίδα», οι συνέπειες για τις ΗΠΑ και την παγκόσμια οικονομία ήσαν καταστροφικές. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, η Αμερική φρόντισε να μην θέσει κανείς εκ των Συμμάχων -μεταξύ αυτών και οι Ελληνες- αξιώσεις για αποζημιώσεις. Εκτός λίγων εξαιρέσεων, όλες οι αξιώσεις ματαιώθηκαν έως τη μελλοντική επανένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Γερμανία.
Η δεύτερη στάση πληρωμών συνέβη το 1990, όταν ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Κολ αρνήθηκε να υλοποιήσει τη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953, σύμφωνα με την οποία οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις θα έπρεπε να τεθούν σε επαναδιαπραγμάτευση στην περίπτωση επανένωσης των δύο Γερμανιών. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ουδέποτε πλήρωσε αποζημιώσεις μετά το 1990 (εκτός πολύ λίγων), ούτε τα αναγκαστικά δάνεια, ούτε τα έξοδα κατοχής (η Ελλάδα είναι ένα από τα κράτη, που δεν πήραν τίποτα). Με άλλα λόγια, το μεταπολεμικό γερμανικό θαύμα έγινε σε μεγάλο βαθμό δυνατό, επειδή η χώρα αυτή δεν αναγκάσθηκε να πληρώσει αποζημιώσεις. Παρά το γεγονός, ότι τα παραπάνω περιορίζονται σε οικονομικά και μόνο στοιχεία, η αναφορά του ονόματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μάς οδηγεί σε συνειρμούς με πολιτικοκοινωνικές κατ’ εξοχήν συσχετίσεις, μιας και η περίοδος που διανύουμε παρουσιάζει αρκετές αναλογίες και ομοιότητες με την κρίση του Μεσοπολέμου και ιδίως με την κρίση του καθεστώτος της Βαϊμάρης και τη γνωστή ιστορική του κατάληξη. Η προοπτική των πολλών εκατομμυρίων ανέργων και φτωχών στην Ελλάδα -αλλά και σε άλλες χώρες της Ε.Ε- μπορεί σταδιακά να ερημώσει κοινωνικά την Ευρωζώνη. Η οικονομική συμπίεση, σχεδόν σύνθλιψη, των μεσαίων και μικροαστικών στρωμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε κοινωνικούς αυτοματισμούς με αποτέλεσμα να τίθεται σε άμεσο κίνδυνο το σύγχρονο αρχιτεκτόνημα των κοινωνικών συμμαχιών στις δυτικές χώρες.
Η κατάσταση αυτή θυμίζει σε αρκετά σημεία τη Γερμανία του Μεσοπολέμου, όταν συσσωρευόταν η αγανάκτηση των εκατομμυρίων ανέργων και ο πανικός των εξαθλιωμένων μικροαστικών στρωμάτων. Τώρα, όπως και τότε, η οικονομική κρίση έχει ξεκινήσει σαν κρίση δημοσιονομίας και οδηγεί σε αποξένωση των μικρομεσαίων και κατώτερων τάξεων από τον κοινοβουλευτισμό και τα παραδοσιακά αστικά κόμματα, δημιουργώντας ένα μεγάλο πολιτικό κενό, το οποίο δεν είναι βέβαιο αν και με ποιο τρόπο θα γεφυρωθεί στο επόμενο διάστημα. Αυτό καθίσταται ήδη εμφανές στη χώρα μας από τη δημοσκοπική πρόβλεψη του κατακερματισμού των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και την ανάδυση της Αριστεράς ως ενός ισχυρού πόλου. Στην ουσία, η οικονομική κρίση προκαλεί κρίση ηγεσίας του πολιτικού συστήματος και αυτό συνεπάγεται, όπως η Ιστορία διδάσκει, τη συμπίεση και αποδυνάμωση του Κέντρου και την ενδυνάμωση των Ακρων. Ενα άλλο αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κρίσης είναι η ομογενοποίηση των αστικών κομμάτων, τα οποία οδηγούνται σε συγκυβερνήσεις «ειδικών συνθηκών», κάτι που πάλι ευνοεί την ισχυροποίηση των ακραίων σχηματισμών.
Επειδή όμως κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει και κυρίως να αρνηθεί την αξία του σύγχρονου κοινοβουλευτικού δυτικού κράτους, οι αναδεικνυόμενες στην Ελλάδα μεταβολές, αλλά και τα μαθήματα της νεότερης Ιστορίας θα πρέπει να οδηγήσουν σε μια εκ βάθρων, υγιή αναδιάρθρωση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος που θα προκύψει από τον παραγωγικό διάλογο και κυρίως τη θέσπιση και εφαρμογή κανόνων δικαίου στη λειτουργία όλων ανεξαιρέτως των θεσμών. Με άλλα λόγια χρειαζόμαστε το αυτονόητο, μια ισχυρή και δίκαιη δημοκρατία.
Πηγή: "Καθημερινή", 06.04.2012