Ξεκινά κάλυψη της ΔΕΗ η Morgan Stanley με σύσταση Overweight – Τιμή στόχος στα 27 ευρώ
Η Morgan Stanley ξεκινά την κάλυψη της μετοχής της ΔΕΗ με σύσταση Overweight και τιμή-στόχο τα 27 ευρώ, εκτιμώντας ότι ο ενεργειακός όμιλος έχει εισέλθει σε μια νέα φάση ανάπτυξης, η οποία δεν αποτυπώνεται ακόμη πλήρως στην αποτίμησή του. Με βάση την τιμή κλεισίματος της Παρασκευής στα 23,70 ευρώ, ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος βλέπει περιθώριο ανόδου περίπου 14%.
Στην πρώτη της αναλυτική έκθεση για τη ΔΕΗ, η Morgan Stanley περιγράφει την εταιρεία ως έναν όμιλο που έχει αφήσει πίσω του την περίοδο της αναδιάρθρωσης και μετασχηματίζεται πλέον σε μια περιφερειακή ενεργειακή πλατφόρμα με επίκεντρο τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα δίκτυα, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τα data centers.
Από την ανάκαμψη στην ανάπτυξη
Όπως επισημαίνεται, το επενδυτικό αφήγημα της ΔΕΗ δεν βασίζεται πλέον στην εξυγίανση, αλλά στην ικανότητα να δημιουργεί διατηρήσιμη ανάπτυξη σε πολλαπλά μέτωπα. Από το 2019 έως σήμερα, τα EBITDA του ομίλου αυξήθηκαν από περίπου 300 εκατ. ευρώ σε 2 δισ. ευρώ, η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ υπερδιπλασιάστηκε, η ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση (RAB) έφτασε τα 5,7 δισ. ευρώ, ενώ η πελατειακή βάση ανέρχεται πλέον σε περίπου 8,6 εκατ. πελάτες.
Η Morgan Stanley προβλέπει ότι την περίοδο 2025-2030 τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή (adjusted EPS) θα αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 22%, χάρη σε επενδύσεις ύψους 22,2 δισ. ευρώ την πενταετία 2026-2030.
Οι 4 πυλώνες της ανάπτυξης
Η ανάλυση στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες:
Την επιθετική ανάπτυξη στις ΑΠΕ και την αποθήκευση ενέργειας.
Τη διεύρυνση των ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων μέσω των δικτύων.
Την επέκταση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη με αιχμή τη Ρουμανία.
Τη δημιουργία νέων δραστηριοτήτων γύρω από τα data centers, που θεωρούνται σημαντική πηγή πρόσθετης αξίας.
Η Morgan Stanley τονίζει ότι η κάθετη ολοκλήρωση της ΔΕΗ —συνδυάζοντας παραγωγή, προμήθεια και δίκτυα— μειώνει σημαντικά την έκθεση στη μεταβλητότητα των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς και δημιουργεί μεγαλύτερη σταθερότητα στα οικονομικά αποτελέσματα.
Η Ρουμανία αποκτά στρατηγική σημασία
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις διεθνείς δραστηριότητες, οι οποίες αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 22% των EBITDA του ομίλου. Η Ρουμανία εξελίσσεται σε δεύτερη βασική αγορά της ΔΕΗ μετά την εξαγορά των δραστηριοτήτων της Enel, με ηγετική θέση στις ΑΠΕ και ισχυρή παρουσία στη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, ο όμιλος έχει ήδη παρουσία σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, ενώ εξετάζει περαιτέρω επέκταση στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Τα data centers ως νέα πηγή υπεραξίας
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στο σχέδιο ανάπτυξης του μεγάλου κόμβου data centers στην Κοζάνη, το οποίο η Morgan Stanley χαρακτηρίζει ως μία από τις σημαντικότερες πηγές δυνητικής υπεραξίας.
Στο βασικό της σενάριο προβλέπει ανάπτυξη 300 MW έως το 2028, με επενδύσεις περίπου 1,2 δισ. ευρώ και ετήσια λειτουργικά κέρδη της τάξης των 170 εκατ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα έσοδα από τις συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs). Στο αισιόδοξο σενάριο, η δυναμικότητα μπορεί να φθάσει το 1 GW έως το 2030, ενώ η διοίκηση έχει αφήσει ανοικτό ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.
Η αποτίμηση παραμένει ελκυστική
Παρά την ισχυρή άνοδο της μετοχής το τελευταίο δωδεκάμηνο, η Morgan Stanley θεωρεί ότι η αγορά εξακολουθεί να μην αποτιμά πλήρως το αναπτυξιακό σχέδιο της ΔΕΗ.
Η τιμή-στόχος των 27 ευρώ προκύπτει από συνδυασμό μεθόδου προεξόφλησης ταμειακών ροών (DCF) και πολλαπλασιαστή EV/EBITDA 9 φορές για το 2028, έναντι περίπου 7 φορές που διαπραγματεύεται σήμερα η μετοχή.
Οι βασικοί κίνδυνοι
Ο επενδυτικός οίκος υπογραμμίζει ότι ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου είναι η εκτέλεση του επενδυτικού προγράμματος. Καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, αυξημένο κατασκευαστικό κόστος, περιορισμοί στο δίκτυο, χαμηλότερες αποδόσεις των έργων ΑΠΕ, αυξημένες περικοπές παραγωγής (curtailments), ασθενέστερη ζήτηση για data centers ή δυσμενείς ρυθμιστικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν την αναμενόμενη ανάπτυξη. Αντίθετα, ταχύτερη υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου, ισχυρότερη ζήτηση από hyperscalers και υψηλότερες αποδόσεις στις νέες επενδύσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω αναβάθμιση της αποτίμησης.