Η επιτυχία της ΑΜΚ του ΑΔΜΗΕ ανοίγει τον δρόμο για την εφαρμογή του «50-50» στα κόστη σύνδεσης – Διευκρινίσεις ζητάει η αγορά ως προς τα «διαδικαστικά» του μέτρου
Την ανάγκη για αποσαφήνιση της «φόρμουλας» με βάση την οποία θα προχωρήσει στη πράξη η αποζημίωση των παραγωγών για τα έργα σύνδεσης που είχαν πραγματοποιήσει και δικαιούνται κατά το ήμισυ να αποζημιωθούν από τον ΑΔΜΗΕ κατά την γνωστή ρύθμιση διαμοιρασμού του κόστους «50-50», υπογραμμίζουν στελέχη της αγοράς, με το θέμα να επανέρχεται στο προσκήνιο μετά και την οριστικοποίηση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του Διαχειριστή.
Αρχικά, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές με γνώση του θέματος, οι «τυπικές προϋποθέσεις» από ρυθμιστική άποψη έχουν πλέον «κλείσει» με ΡΑΑΕΥ και ΑΔΜΗΕ να έχουν καταλήξει στον τιμοκατάλογο με βάση τον οποία θα αξιολογηθούν τα έργα προκειμένου να προκύψουν τα τελικά «νούμερα» που θα κληθεί να καταβάλει ο Διαχειριστής στους παραγωγούς.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις και προσμετρώντας το σύνολο των έργων που έχουν πραγματοποιηθεί υπό αυτό καθεστώς από το 2023 όταν και θεσπίστηκε ο νόμος μέχρι σήμερα, το συνολικό κόστος που καλείται να πληρώσει ο ΑΔΜΗΕ υπολογίζεται περί τα 450 εκατ. ευρώ, πράγμα που ωστόσο θα πρέπει πλέον να επιβεβαιωθεί περίπτωση προς περίπτωση με βάση τις προβλέψεις του τιμοκαταλόγου.
Ως γνωστόν, η λύση του «τιμοκαταλόγου», που πλέον έχει εγκριθεί από την ΡΑΑΕΥ και βρίσκεται στα χέρια του ΑΔΜΗΕ, προέκυψε προς διευκόλυνση του όλου εγχειρήματος, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν τα κόστη, αποτρέποντας «αδικίες» και «υπέρμετρες επιβαρύνσεις» είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση.
Η σκοπιμότητα του τιμοκαταλόγου έγκειται στο να αποτελέσει την ενιαία φόρμουλα επί της οποίας θα γίνει η αξιολόγηση των έργων προκειμένου να προκύψουν τα τελικά ποσά. Από εκεί και πέρα και με δεδομένο ότι ο Διαχειριστής δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε μια πιο αναλυτική ενημέρωση των επενδυτών επί του θέματος, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν την ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων, καθώς διαφορετικά, δύναται να προκύψουν "αγκάθια" κατά την εφαρμογή του μέτρου, που με την σειρά τους δεν αποκλείεται να επιφέρουν πρόσθετες καθυστερήσεις στην εκταμίευση των ποσών, αφήνοντας περαιτέρω «ανοικτούς» τους σχετικούς λογαριασμούς.
Αναλυτικότερα, όπως τονίζουν οι ίδιες πηγές που συνομίλησαν με το energypress, η φόρμουλα ως προς το κομμάτι της εφαρμογής παραμένει ασαφής με την σχετική απόφαση της ΡΑΑΕΥ να παραπέμπει την όλη διαδικασία στις προβλέψεις του νόμου 4412/2016 περί δημοσίων συμβάσεων, πράγμα που ωστόσο, όπως αναφέρεται, δεν συνάδει στη προκειμένη περίπτωση.
Έπειτα, ερωτηματικό παραμένει με ποια σειρά θα γίνει η εξόφληση των έργων από τον ΑΔΜΗΕ, αν δηλαδή θα τηρηθεί κάποια χρονολογική σειρά με βάση την εκτέλεση των έργων ή κάποιο άλλο κριτήριο. Ένα ακόμη ζήτημα ως προς το «διαδικαστικό» της υπόθεσης πλην όμως σημαντικό, όπως επισημαίνεται σχετικά, αφορά πότε θα καταβληθούν οι πληρωμές, αν δηλαδή αυτές θα γίνουν πριν ή μετά την μεταβίβαση των στοιχείων στην κυριότητα του ΑΔΜΗΕ.
Σε κάθε περίπτωση, όπως υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές, τα παραπάνω αν και παραπέμπουν σε «διαδικαστικά» ζητήματα εφαρμογής του μέτρου, χρειάζεται ωστόσο να διευκρινιστούν, καθώς διαφορετικά ενδέχεται να κοστίσουν σημαντικά σε χρόνο, όταν ήδη καταμετρώνται πολύχρονες καθυστερήσεις.
Ως προς το οικονομικό σκέλος, όπως προαναφέρθηκε, ο ΑΔΜΗΕ με βάση την πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 1 δισεκατομμύριο ευρώ, θα πρέπει να προχωρήσει σε νέο δανεισμό προκειμένου να εξυπηρετήσει την συγκεκριμένη «δαπάνη» που σημειωτέον έχει αναγνωριστεί και λάβει το «πράσινο φως» από την ΡΑΑΕΥ τόσο με την απόφαση που προϋπάρχει, όσο και εσχάτως με την έγκριση του τιμοκαταλόγου.