Το chicken game του Πούτιν : Ο υβριδικός πόλεμος με την Ευρώπη και η εμπορική πραγματικότητα
Το μήνυμα ότι η Ρωσία είναι πανίσχυρη, ότι η Ευρώπη «υποτάσσεται» σε αυτήν και «συνθηκολογεί», επιχειρεί να στείλει ο Β.Πούτιν μέσα από το διάταγμα οι παραδόσεις φυσικού αερίου να πληρώνονται από σήμερα σε ρούβλια. Μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Γερμανία και Γαλλία, το απορρίπτουν κατηγορηματικά, ενώ μένει να φανεί τι θα κάνουν κάποιες από τις πλέον εξαρτημένες, όπως η Ιταλία και η Αυστρία.
Η κίνηση που έχει αναζωπυρώσει τα σενάρια τρόμου για τις τιμές και την επάρκεια, δεν φαίνεται να έχει κανένα ουσιαστικό οικονομικό ή συναλλαγματικό νόημα για τη Μόσχα, παρά μόνο πολιτικό. Δεν γίνεται πλουσιότερη με αυτήν η Ρωσία, ούτε δημιουργείται μια πραγματική αγορά για το ρούβλι, που θα παραμείνει ένα «νόμισμα παρίας» στο παγκόσμιο εμπόριο. Ακόμη και αν βρεθούν χώρες που μπροστά στον κίνδυνο να τους κοπεί το αέριο, υποκύψουν στο ρωσικό αίτημα, και πάλι η απόφαση της Μόσχας δεν πρόκειται να ανατρέψει δραματικά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες (ένα ευρώ ισούνταν χθες με 90 ρούβλια).
Το πολύ να δημιουργηθεί ένας εικονικός τζίρος, δηλαδή λογιστικά μεγάλοι λογαριασμοί στο ρωσικό εθνικό νόμισμα, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και επενδυτές θα σπεύσουν να αγοράσουν ρούβλια. Ούτε προφανώς ότι οι χώρες που στηρίζουν το ρωσικό καθεστώς, πολύ δε περισσότερο οι ολιγάρχες θα σπεύσουν να πουλήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα για να αποκτήσουν ρούβλια.
Πολιτικός ο στόχος
O στόχος της κίνησης, όπως εκτιμούν αναλυτές, είναι καθαρά πολιτικός, δηλαδή να φανεί ότι μπροστά στην ενεργειακή δύναμη πυρός της Ρωσίας και την απειλή διακοπής των ροών, οι ευρωπαϊκές ενεργειακές εταιρείες δέχονται να «εξουσιοδοτήσουν» τη Gazprombank, να μετατρέψει το ποσό αγοράς ρωσικού φυσικού αερίου από ευρώ σε ρούβλια, ώστε να μεταφερθεί στον δεύτερο λογαριασμό, από εκεί να πληρωθεί η Gazprom και να απελευθερωθεί το φορτίο, σύμφωνα με όσα προβλέπει το διάταγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα chicken game του Πούτιν με την Ευρώπη, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα και μια επικίνδυνη ρωσική ρουλέτα για το ρωσικό καθεστώς.
Σίγουρα, η οικονομία της Ευρώπης θα πληγεί πολύ σοβαρά σε περίπτωση διακοπής των ρωσικών ροών, ωστόσο υπάρχει άλλο ένα ερώτημα. Κατά πόσο η Μόσχα θα δεχτεί να χάσει τα 800 εκατ. δολάρια που εισπράττει ημερησίως από την πώληση αερίου στην Ευρώπη και να δει το ΑΕΠ της να υποχωρεί τουλάχιστον κατά 20%, όπως εκτιμά η Capital Economics. Ακόμη χειρότερα, αν ο Β.Πούτιν κάνει πράξη τον εκβιασμό του, δεν σεβαστεί δηλαδή την υπογραφή που έχει βάλει η Gazprom στις συμβάσεις με τους ευρωπαίους πελάτες της, μαζί με το μπαράζ των αγωγών, θα «σκοτωθεί» μια για πάντα και η ρωσική αξιοπιστία. Στο βωμό του παραλογισμού, θα χαθούν πολλά περισσότερα από τα 800 εκατ. δολάρια την ημέρα.
Πολλώ δε μάλλον όταν το διάταγμα Πούτιν δεν ξεκαθαρίζει τον τύπο της σύμβασης που αφορά ο μηχανισμός καταβολής του τιμήματος. Εάν ισχύσει μόνο για νέες συμβάσεις που συμφωνηθούν από εδώ και πέρα ή για την αγορά φορτίων σποτ, αποτελεί δικαίωμα του πωλητή να το ζητήσει, όπως και δικαίωμα του αγοραστή να το απορρίψει. Αν ωστόσο αφορά και τα υφιστάμενα συμβόλαια με τη Gazprom, θα θεωρηθεί μονομερής μεταβολή των όρων, ακόμη κι αν η πληρωμή συνεχίσει να γίνεται σε ευρώ ή σε δολάρια. Εφόσον ο αγοραστής καταγγείλει τη σύμβαση και προσφύγει στα διεθνή δικαστήρια, τότε θα διεκδικήσει σοβαρές αποζημιώσεις, όπως προβλέπει η σύμβαση, τις οποίες πιθανότατα και θα κερδίσει. Εφόσον υπάρξουν μαζικές αγωγές από πολλά κράτη μέλη, τα προς αποζημίωση ποσά θα είναι θηριώδη.
Το μποϊκοτάζ έχει ήδη ξεκινήσει
Η Ευρώπη θα περάσει δύσκολους μήνες, η δοκιμασία θα είναι μεγάλη, ωστόσο για τη Ρωσία θα είναι σαν να πυροβολεί τα πόδια της, γεγονός που θα συμπαρασύρει φυσικά και τις πωλήσεις αργού. Το μποϊκοτάζ στο ρωσικό πετρέλαιο έχει ήδη ξεκινήσει. Κατά το TankerTrackers.com, η Δανία εισήγαγε τον Φεβρουάριο με πλοίο λίγο περισσότερα από 7,5 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού, ωστόσο το Μάρτιο δεν εισήγαγε καθόλου ποσότητες. Μεγάλες μειώσεις στο ρωσικό αργό που εισάγεται με τάνκερ αναφέρουν επίσης Σουηδία, Φιλανδία και άλλες χώρες, ενώ για τη Γερμανία υπάρχουν ενδείξεις ότι θα προχωρήσει σε πλήρες και άμεσο εμπάργκο στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Και εφόσον, ΗΠΑ, ΕΕ, Βρετανία και Νορβηγία επιβάλουν κυρώσεις, που απαγορεύουν όλες τις μορφές θαλάσσιας ασφάλισης για δεξαμενόπλοια που μεταφερουν ρωσικό αργό, αναγκαστικά θα αποσυρθούν από τη ρωσική αγορά και οι περισσότεροι από τους στόλους δεξαμενόπλοιων στον κόσμο. Τα ρωσικά δεξαμενόπλοια είναι λίγα σε αριθμό και δεν αρκούν για να μετακινήσουν περισσότερα του 1 εκατομμυρίου βαρέλια την ημέρα, ιδιαίτερα καθώς μέρος του αργού θα πρέπει να ανασυρθεί από το Μούρμανσκ, τη Βαλτική Θάλασσα ή τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ασία.
Η στάση των αγορών
Μέχρι και χθες το βράδυ, οι ενεργειακές αγορές έδειχναν ότι τηρούν μια στάση αναμονής (στα 125 ευρώ/ Mwh το αέριο στο TTF), τόσο επειδή οι πληρωμές θα συνεχίσουν να γίνονται σε ευρώ, όσο κυρίως επειδή δυσκολεύονται να δεχτούν ότι η Μόσχα θα κάνει το απονενοημενο βημα.
Το τοπίο είναι εντελώς ασαφές και κανείς δεν αποκλείει από σήμερα να αλλάξει άρδην, πόσο μάλλον όταν η Ευρώπη αρνείται να υποκύψει στο ρωσικό διάταγμα.Στο απευκταίο πάντως σενάριο, όπου πάψει να ρέει προς Δυσμάς το ρωσικό αέριο, η πρώτη επίπτωση θα αφορά τις τιμές που θα εκτοξευτούν περαιτέρω, συμπαρασύροντας και το ηλεκτρικό ρεύμα. Πάνω από την αγορά πλανώνται σενάρια τρόμου με τιμές στην χονδρεμπορική ακόμη και στα 400 ευρώ/ Mwh από 223 ευρώ αύριο.
Οι αντοχές της Ευρώπης
Το μείζον ερώτημα εφόσον τα πράγματα ξεφύγουν είναι για πόσο καιρό μπορεί η Ευρώπη να επιβιώσει χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο καλύπτει σήμερα το 40%-45% των αναγκών της. Η Γερμανία εμφανίζεται διατεθειμένη ακόμα και να επιβάλει δελτίο στην κατανάλωση ενέργειας, αντί να υποχωρήσει στην απαίτηση του Πούτιν, ενώ αντίστοιχες συζητήσεις γίνονται και σε άλλες χώρες, οι οποίες προσπαθούν να υπολογίσουν το κόστος από τυχόν κλείσιμο της στρόφιγγας. Ένα κόστος που θα οδηγούσε τις πλέον εξαρτημένες από τη Ρωσία χώρες (π.χ. το ρωσικό καλύπτει το 80% της κατανάλωσης στην Αυστρία), να πρέπει να λάβουν ακόμη πιο δραστικά μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης. Κατηγορία στην οποία σε αυτό το κακό σενάριο, εντάσσεται και η Ελλάδα.