Η κρίση τιμών διδάσκει: Η ενεργειακή μετάβαση προς μια καθαρότερη παραγωγή και μια ορθολογικότερη χρήση είναι η λύση
Είθισται στο ετήσιο αφιέρωμα του Energypress να κάνουμε έναν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε και να εκθέτουμε τις προτεραιότητές μας για τη χρονιά που ξεκινά.
Στο φετινό αφιέρωμα όμως θα ακολουθήσω μια διαφορετική προσέγγιση.
Αφενός, γιατί μετά από δυόμιση χρόνια θητείας στο ΥΠΕΝ, θεωρώ ότι η γενική στρατηγική μας για τον ενεργειακό κλάδο αλλά και οι επιμέρους πολιτικές που υλοποιήσαμε τα δυόμιση αυτά χρόνια αλλά και σχεδιάζουμε για το ενάμιση έτος της εναπομείνασας θητείας μας έχουν επικοινωνηθεί επαρκώς. Πράγματι, οι φορείς, η Αγορά αλλά και οι πολίτες γνωρίζουν πολύ καλά για την απαρασάλευτη προσήλωσή μας στο στρατηγικό στόχο της ενεργειακής μετάβασης, και έχουν λάβει απτά παραδείγματα της βούλησής μας να τον υλοποιήσουμε.
Αφετέρου, γιατί η παγκόσμια συγκυρία σήμερα είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε όταν ο στρατηγικός αυτός στόχος τέθηκε για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2019 -με την εμβληματική απόφαση του Πρωθυπουργού για πλήρη απολιγνιτοποίηση της Ελληνικής Οικονομίας ως το 2028- και εξειδικεύθηκε και υπηρετήθηκε τους υπόλοιπους 27 μήνες της κυβερνητικής θητείας, ως το Δεκέμβριο του 2021 που γράφονται αυτές οι γραμμές.
Θεωρώ λοιπόν πως, ειδικά φέτος, έχουν νόημα κάποιες σκέψεις για το πως διαμορφώνεται σήμερα η διεθνής και ελληνική πραγματικότητα και το αν, και πως, αυτή επηρεάζει το στρατηγικό στόχο της ενεργειακής μετάβασης. Ας δούμε λοιπόν που βρισκόμαστε σήμερα, στον Πλανήτη, την Ευρώπη και στην Ελλάδα.
Ο «πόλεμος» ενάντια στην πανδημία
Ο Πλανήτης μπαίνει στο τρίτο έτος του «πολέμου» ενάντια στην πανδημία. Μια παγκόσμια κρίση που, πέρα από το ανυπολόγιστο κόστος σε ανθρώπινες ζωές, ανέδειξε νέες διαστάσεις της στενής αλληλεπίδρασης των ανθρώπων σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία και κοινωνία: από την διατάραξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας ως την ταχύτατη διεθνή διασπορά νέων στελεχών του ιού μέσω των διεθνών μετακινήσεων.
Ταυτόχρονα όμως, αυτή η αλληλεπίδραση μας έδειξε και τη λύση: η παγκόσμια επιστημονική συνεργασία ανέπτυξε εμβόλια σε χρόνο ρεκόρ, που μας επιτρέπουν να μπορούμε σήμερα, έστω, να διακρίνουμε το τέλος της πρωτοφανούς αυτής παγκόσμιας κρίσης στο κοντινό μέλλον.
Εντέλει, η μάχη κατά της πανδημίας δείχνει πως οι κοινοί υπαρξιακοί κίνδυνοι που απειλούν το μέλλον της Ανθρωπότητας αντιμετωπίζονται μόνο με παγκόσμια συστράτευση και με εμπιστοσύνη στο επιστημονικό κεκτημένο.
Η ενεργειακή κρίση στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα
Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται για μια ακόμα φορά αντιμέτωπη με τις εγγενείς παθογένειες του σχεδιασμού αυτού του ιστορικά πρωτοφανούς οικοδομήματος. Η «εκ των έσω» αμφισβήτηση θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπως είναι η υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι των εθνικών, όσο αβάσιμες κι αν είναι νομικά, τορπιλίζουν την ενωσιακή αλληλεγγύη.
Παράλληλα, η συζήτηση που ανοίγει για την ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική και το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας αναδεικνύει τις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ Βορρά-Νότου και τις «δύο ταχύτητες», αν όχι περισσότερες, που απαντούν μεταξύ των (θεωρητικά ισότιμων) ευρωπαίων εταίρων.
Σημαντικό ρόλο όμως διαδραματίζει και η τρέχουσα ενεργειακή κρίση, που σχετίζεται άμεσα με τον γεωπολιτικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο διεθνές στερέωμα αλλά και με τις στρατηγικές επιλογές της στον ενεργειακό τομέα. Μια κρίση με ιδιαίτερη σημασία και για τη χώρα μας, καθώς συνδέεται με βασικές παραμέτρους του στρατηγικού σχεδιασμού μας για την επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης.
Οι δυνάμεις της αγοράς δεν επαρκούν
Βασική αιτία της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης είναι η διεθνής αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου. Το International Energy Agency παρατηρεί ότι «Το σύστημα εφοδιασμού φυσικού αερίου βρίσκεται υπό τρομερή πίεση. Ο Χειμώνας 2021/2022 ανοίγει με εποχιακές τιμές-ρεκόρ, καθώς ο συνδυασμός ισχυρής αύξησης της ζήτησης, ακραίων καιρικών φαινομένων και έκτακτων αδυναμιών εφοδιασμού οδηγούν σε «σφιχτές» αγορές. Αυτές οι εντάσεις υπενθυμίζουν ότι η ασφάλεια εφοδιασμού παραμένει ένα βασικό ζήτημα στις αγορές αερίου.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) φυσικού αερίου στο Ολλανδικό Ταμείο Μεταφοράς Τίτλων (Title Transfer Facility, TTF) στοιχίζουν σήμερα σχεδόν οκτώ φορές περισσότερο από πέρυσι, από 17 ευρώ τη MWh μέσα Δεκεμβρίου του 2020 σε 130 ευρώ στα μέσα Δεκεμβρίου του 2021. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί πολλούς να αμφισβητήσουν την στρατηγική επιλογή της Ένωσης για απανθρακοποίηση της οικονομίας ως το 2050 με χρήση του αερίου ως «καυσίμου-γέφυρας».
Παράλληλα, επιτρέπει στους εγχώριους «κατ’επάγγελμα αμφισβητίες» να πλήττουν το στρατηγικό σχεδιασμό της ενεργειακής μετάβασης με πρόσχημα την ενεργειακή αυτάρκεια και να οραματίζονται το πισωγύρισμα στην πλέον ρυπογόνο τεχνολογία ηλεκτροπαραγωγής: το ορυκτό κάρβουνο, που συνεχίζει να καλύπτει το ένα τέταρτο των ενεργειακών αναγκών του πλανήτη και το 36% της ηλεκτροπαραγωγής παγκοσμίως, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της IEA.
Δεύτερη αιτία της ενεργειακής κρίσης είναι οι υψηλές τιμές δικαιωμάτων εκπομπών. Το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (Emissions Trading Scheme, ETS) χαρακτηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως «ακρογωνιαίος λίθος» της πολιτικής της Ένωσης για αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Σχεδιάστηκε ως ένα εργαλείο για προώθηση της σταδιακής απανθρακοποίησης της οικονομίας μέσω κανόνων αγοράς και αποτελεί την πρώτη, και μεγαλύτερη, αγορά άνθρακα στον κόσμο. Στην τρέχουσα κρίση, το δικαίωμα εκπομπής ενός τόνου διοξειδίου έχει αυξηθεί πάνω από δυόμιση φορές σε έναν χρόνο, από 30 ευρώ το Δεκέμβριο 2020 σε σχεδόν 80 ευρώ το Δεκέμβριο 2021.
Αυτή η αύξηση, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών αερίου, καταδεικνύει ότι ένα σύστημα που είναι βασισμένο μόνο στις δυνάμεις της αγοράς δεν είναι αρκετό, αν η αγορά δεν είναι «οχυρωμένη» απέναντι σε κερδοσκοπικές τάσεις.
Ο συνδυασμός των φαινομένων αυτών καταλήγει να προκαλέσει ασφυξία στην οικονομική δραστηριότητα, να συνθλίβει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας αλλά και να θέτει σε κίνδυνο βασικά κεκτημένα των πολιτών μιας προηγμένης, δυτικής δημοκρατίας: την εξασφάλιση της κάλυψης των αναγκών σε ηλεκτρισμό και θέρμανση/ψύξη, την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, την ενεργειακή προσβασιμότητα.
Πιο ψηλά ο πήχης
Και η πρωτοφανής αυτή συγκυρία βρίσκει την Ελλάδα στο πιο κρίσιμο σημείο της σύγχρονης ιστορίας της. Να προσπαθεί να αποτινάξει μια δεκαετία οικονομικής υστέρησης και καχεξίας και να κάνει το «άλμα προς τα εμπρός» που όλοι μας χρειαζόμαστε, τόσο για την ανόρθωση της εθνικής μας οικονομίας όσο και –πιθανόν σημαντικότερα- για την αποκατάσταση της εθνικής μας υπερηφάνιας, αισιοδοξίας και εμπιστοσύνης στις δυνατότητές μας και στους εθνικούς θεσμούς που μας εκπροσωπούν.
Και, παράλληλα, να υλοποιήσει μια τεράστιας πολυπλοκότητας μεταρρύθμιση του ενεργειακού της κλάδου που ξεκινά από την απολιγνιτοποίηση αλλά έχει πολύ βαθύτερες προεκτάσεις, καθώς αγγίζει γενικά τον τρόπο που παράγουμε ενέργεια, που χρησιμοποιούμε την ενέργεια αλλά και που σκεφτόμαστε την ενέργεια.
Αλλά το διεθνές παράδειγμα είναι, για μια ακόμα φορά, διδακτικό. Σε μια τόσο δύσκολη περίοδο, κι ενώ κάποιοι ίσως ανέμεναν ότι οι πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, η παγκόσμια κοινότητα όχι απλά δεν υστερεί σε πρωτοβουλίες κατά της κλιματικής αλλαγής με αφορμή την αντιμετώπιση άλλων προβλημάτων αλλά, αντίθετα, υψώνει τον πήχη της διεθνούς φιλοδοξίας.
Το ξεκίνημα του έτους βρήκε τις Η.Π.Α. να επανέρχονται στη Συμφωνία των Παρισίων, δίνοντας ένα σαφές σήμα για ριζική αλλαγή πολιτικής στο κομμάτι της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Και με το κλείσιμο του έτους, η μεγαλύτερη οικονομία του Πλανήτη δημοσιοποίησε το Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα Βιωσιμότητας (που δεσμεύει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε μηδενικούς ρύπους ως το 2050) και είναι σε διαδικασία ψήφισης ενός πρωτοφανούς πακέτου 1,75 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για δράσεις αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.
Παράλληλα, από την 26η Συνδιάσκεψη για το Κλίμα αρθρώθηκε ένα δυνατό και ξεκάθαρο μήνυμα ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να αυξήσουν τις δεσμεύσεις τους για μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και να αναλάβουν πιο φιλόδοξες πρωτοβουλίες για το κλίμα. Αλλά και η συμφωνία μεταξύ των δύο μεγαλύτερων ρυπαντών του Πλανήτη, των Η.Π.Α. και της Κίνας, εξέπληξε πολλούς και γέννησε ελπίδα σε περισσότερους για πιο ουσιαστική και αποτελεσματική δράση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αλλά και η Ευρώπη μέσα στη χρονιά αυτή, χωρίς να αποπροσανατολιστεί από τη συγκυρία, αποφάσισε το επόμενο, γενναίο βήμα στην πράσινη μετάβασή της. Με τον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο η Ένωση παίρνει τα ηνία διεθνώς στην μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής και με το νομοθετικό πακέτο «Fit for 55» γίνονται πιο αποτελεσματικά τα εργαλεία για την αντιμετώπισή της.
Και η Ελλάδα;
Η Ελλάδα μελετά την διεθνή συγκυρία, αναλύει την ενεργειακή κρίση και αντλεί τα σωστά και νηφάλια συμπεράσματα:
- Διαπιστώνουμε ότι τα futures φυσικού αερίου στο TTF αποκλιμακώνονται, με μείωση περίπου 50% σ’ένα εξάμηνο και τιμές γύρω στα 30 ευρώ ανά MWh το καλοκαίρι του 2023. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν είναι δομική, αλλά συγκυριακή. Κι αυτό συνδέεται με το βραχυμεσοπρόθεσμο ρόλο του αερίου στη διευκόλυνση της μετάβασης, ενώ δικαιώνει την επιλογή μας για μεσομακροπρόθεσμη «επένδυση» σε ανανεώσιμα αέρια και «πράσινο» υδρογόνο.
- Παρατηρούμε ότι η αγορά «τιμωρεί» τον ορυκτό άνθρακα, καθώς οι υψηλές τιμές δικαιωμάτων εκπομπών, κι αν ακόμα διορθωθούν ελαφρώς μεσοπρόθεσμα, πάντως δεν θα επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδά τους – συνεπώς η απόφαση για γρήγορη απολιγνιτοποίηση δεν είναι απλά ορθή αλλά αποδεικνύεται προφητική.
- Επιβεβαιώνουμε ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι σήμερα η φθηνότερη πηγή ενέργειας – το κόστος των φωτοβολταϊκών έχει μειωθεί 82% σε μια δεκαετία αλλά και νέες τεχνολογίες, όπως τα υπεράκτια αιολικά, έχουν συμπιέσει το κόστος εξοπλισμού και εγκατάστασής τους δραματικά, επιτρέποντας να σχεδιάζονται βιώσιμα έργα χωρίς επιδότηση. Υπό αυτή την σκοπιά, η έμφαση του σχεδιασμού μας στα ΑΠΕ, δηλαδή στην φθηνή ενέργεια που, ταυτόχρονα, απαντά και στο ζήτημα της ενεργειακής αυτάρκειας, δικαιώνεται.
Μετά την ανάλυση της ενεργειακής κρίσης τιμών που διανύουμε, έρχεται η αντιμετώπιση. Και την αντιμετωπίζουμε σε δύο επίπεδα: συμπτωματικά και συστηματικά.
Συμπτωματικά, αντιλαμβανόμενοι ότι η κρίση είναι, πρώτον, διεθνής και, δεύτερον, παροδική, αντιμετωπίζουμε τις δυσμενείς τις συνέπειες σε αυτούς που θίγονται άμεσα. Το γενναίο πακέτο επιδοτήσεων για τους καταναλωτές απορροφά τις βραχυπρόθεσμες αυξήσεις, εξασφαλίζει την συνεχιζόμενη πρόσβαση στην ενέργεια και απλώνει «δίχτυ προστασίας» από τα διεθνή παιχνίδια των ενεργειακών αγορών στους πιο ευάλωτους. Παράλληλα, η ίδρυση ενός μόνιμου φορέα, του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης, διασφαλίζει ότι τα ίδια και πιο γρήγορα αντανακλαστικά θα επιδείξουμε και σε ενδεχόμενες μελλοντικές αντίστοιχες κρίσεις.
Συστηματικά, η απάντηση είναι ότι όχι απλώς εμμένουμε στον στρατηγικό σχεδιασμό μας για την ενεργειακή μετάβαση, αλλά τον επιταχύνουμε:
- Φθηνή και εγχώρια παραγόμενη ενέργεια από ΑΠΕ, με διαφοροποιημένο μείγμα που συμπεριλαμβάνει σύγχρονες ανανεώσιμες τεχνολογίες όπως τα υπεράκτια αιολικά, τα πλωτά φωτοβολταϊκά, τη γεωθερμία και τα ανανεώσιμα αέρια,
- Έμφαση στην αποθήκευση και τις διεθνείς διασυνδέσεις για καλύτερη διαχείριση της απαιτούμενης επάρκειας και ευελιξίας του Συστήματος
- Μεταβατικός ρόλος του φυσικού αερίου, με σαφή δέσμευση ότι οι νέες υποδομές δεν θα καταστούν stranded assets, ούτε θα μας «κλειδώσουν» στη χρήση αερίου πέραν του απολύτως αναγκαίου χρόνου αλλα θα χρησιμοποιηθούν για ανανεώσιμα αέρια,
- Εξοικονόμηση ενέργειας, ενεργειακή αποδοτικότητα και εξηλεκτρισμός τομέων της οικονομίας ώστε να μεγιστοποιηθεί το όφελος από τις ΑΠΕ.
Ως συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι η τρέχουσα διεθνής ενεργειακή κρίση τιμών διδάσκει. Και το δίδαγμα είναι ξεκάθαρο: η ενεργειακή μετάβαση προς μια καθαρότερη ενεργειακή παραγωγή και μια ορθολογικότερη ενεργειακή χρήση απαντά όχι μόνο στην κλιματική κρίση αλλά και στην κρίση τιμών ενέργειας. Και με το συμπέρασμα αυτό ως επιβεβαίωση των προσπαθειών μας τα τελευταία δυόμιση χρόνια, θα πορευτούμε και για το υπόλοιπο της θητείας μας προς το στρατηγικό στόχο της ενεργειακής μετάβασης με αποφασιστικότητα και στοχοπροσήλωση.
Καλές γιορτές σε όλες & όλους!
---------------------------------------------------
Η κ. Αλεξάνδρα Σδούκου είναι γενική γραμματέας ενέργειας και ορυκτών πόρων στο ΥΠΕΝ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες ενόψει του 2022.