Γιώργος Περιστέρης: Ζητήματα Ανάπτυξης Εργων ΑΠΕ σε Συνθήκες Κρίσης
Εδώ και καιρό έχουμε επισημάνει σε όλους τους τόνους ότι η στροφή στις ΑΠΕ και η επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων διείσδυσής τους στην ηλεκτροπαραγωγή, πέραν του ότι είναι και εφικτή και επωφελής για τη χώρα μας, μπορεί να αποτελέσει βασικό πυρήνα των προσπαθειών εξόδου από την κρίση.
Η στροφή στις ΑΠΕ και ειδικά στις τεχνολογίες με πολύ μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία (υδροηλεκτρικά, αιολικά πάρκα - θαλάσσια κι επίγεια, βιομάζα, κ.α.) δημιουργεί ανάπτυξη και χιλιάδες θέσεις εργασίας και αυξάνει τα δημόσια και τα δημοτικά έσοδα. Οι τεχνολογίες αυτές είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές σε επίπεδο τιμών, αν συγκριθούν επί ίσοις όροις με τις τεχνολογίες συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής.
Δυστυχώς, διαχρονικά, ο τρόπος λειτουργίας του κράτους δεν έχει επιτρέψει την ουσιαστική αξιοποίηση του τεράστιου αυτού δυναμικού. Αντί να δαπανώνται εκατομμύρια Ευρώ για να εισάγεται συμβατική - ακόμη και πυρηνική - ενέργεια, με αποτέλεσμα τη διαρκή επιβάρυνση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας μας και του περιβάλλοντος, μπορεί και πρέπει να ενταθεί η αξιοποίηση των δικών μας καθαρών ενεργειακών πόρων, αυξάνοντας έτσι και την εθνική ενεργειακή ασφάλεια κι αυτονομία.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν και πρέπει να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρεία αξιοποίηση των ΑΠΕ. Όμως, αυτό που θα μπορούσε να γίνει χρόνια πριν, υπό σαφώς καλύτερες οικονομικές συνθήκες, τώρα είναι πολύ δυσκολότερο να γίνει.
Όλοι γνωρίζουμε τα τεράστια προβλήματα ρευστότητας που παρατηρούνται στην αγορά και την εκτόξευση του κόστους του χρήματος, όποτε αυτό καταφέρει κάποιος να το βρει. Αυτοί οι δύο παράγοντες – ρευστότητα και κόστος χρήματος – είναι εξαιρετικά κρίσιμοι για μία δραστηριότητα εντάσεως κεφαλαίου, όπως είναι η αγορά της Ενέργειας.
Αν κάποια πράγματα είχαν γίνει εγκαίρως, τότε σήμερα θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες με περισσότερα εργαλεία. Τόσο ως ΕΣΗΑΠΕ όσο και προσωπικά έχουμε αναφέρει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, και με μεγάλη έμφαση από το πρώτο διάστημα που η κρίση κτύπησε την πόρτα μας, ότι έπρεπε εγκαίρως – δηλαδή προ διετίας - να κάναμε όλα όσα ήταν απαραίτητα για να κρατήσουμε τις επενδύσεις ζωντανές.
Tην τελευταία διετία μπορεί να έγιναν σοβαρές παρεμβάσεις υπέρ των ΑΠΕ, όμως δυστυχώς υπήρξαν εμπόδια που ανέστειλαν την επενδυτική δραστηριότητα στους δύο τομείς ΑΠΕ με την μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, δηλαδή τα θαλάσσια αιολικά πάρκα και τα υδροηλεκτρικά έργα. Αυτό είχε και έχει ως συνέπεια, οι επενδύσεις που τότε θα μπορούσαν να γίνουν, σήμερα να είναι πολύ δύσκολο να υλοποιηθούν στο χρηματοοικονομικό περιβάλλον που έχει πλέον διαμορφωθεί.
Όμως, η κατάσταση είναι αυτή που είναι και με δεδομένο ότι δεν διαφαίνεται άμεσα κάποια σημαντική βελτίωση, πρέπει να δούμε επιτέλους – Πολιτεία, φορείς του Δημοσίου και επιχειρηματικός κόσμος - τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα.
Θα περιοριστώ σε ορισμένα ζητήματα που «καίνε» στην κυριολεξία αυτή την περίοδο την ενεργειακή αγορά και ζητούν άμεσα λύση.
1. Πρόσφατα άνοιξε, με πρωτοβουλία του ΥΠΕΚΑ και παρά την αντίθετη άποψη του ΕΣΗΑΠΕ αλλά και μεγάλου τμήματος της αγοράς ΑΠΕ, συζήτηση για την αναπροσαρμογή (μείωση) των λεγόμενων εγγυημένων τιμών των ΑΠΕ, (Feed-in-Tariffs/FITs), που κατέληξε στην Υπουργική Απόφαση για τη μείωση των τιμών αυτών για τα φωτοβολταϊκά. Θεωρώ ότι δεν πρέπει να υπάρξει οποιαδήποτε περαιτέρω τροποποίηση των υφιστάμενων τιμών, χωρίς να έχουν προηγηθεί εκτεταμένες έρευνες, μελέτες και δημόσιες διαβουλεύσεις που να αναδεικνύουν τις συνέπειες τυχόν μεταβολών στην εθνική οικονομία και την ενεργειακή αγορά.
Ευκαιριακές ή μόνιμου χαρακτήρα δυσάρεστες «εκπλήξεις» για την αγορά των ΑΠΕ, όπως π.χ. συζητήσεις για αναδρομική ισχύ οποιασδήποτε απόφασης για τα FITs, για οριζόντιες περικοπές τιμών, ad hoc επιλεκτικές μειώσεις FITs, κλπ., προκαλούν «εγκεφαλικά» και «εμφράγματα» όχι μόνο σε αυτούς που με συνέπεια επενδύουν εδώ και χρόνια στις ΑΠΕ αλλά και στο μόνο εναπομείναν αναπτυσσόμενο τμήμα της ελληνικής ενεργειακής αγοράς.
Παρόμοια επίπτωση αναμένεται να έχει και η κυοφορούμενη από το ΥΠΕΚΑ μετάθεση του «κλειδώματος» των FITs, έτσι ώστε να συμπίπτει χρονικά με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης των έργων ΑΠΕ. Μια τέτοια ρύθμιση θα αυξήσει το επενδυτικό ρίσκο, θα εξαλείψει τις όποιες εναπομείνασες προοπτικές τραπεζικής χρηματοδότησης και θα καταστήσει την ήδη δύσκολη υλοποίηση των έργων πρακτικά ανέφικτη.
2. Κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να αρθεί η στρέβλωση του λεγόμενου Ειδικού Τέλους ΑΠΕ, το οποίο μόνο υπέρ των ΑΠΕ δεν είναι, όπως έχουμε κουραστεί να επαναλαμβάνουμε χρόνια τώρα. Μετά από καιρό φαίνεται ότι πλέον το έχουν καταλάβει όλοι. Η ιστορία με το λεγόμενο Τέλος ΑΠΕ πρέπει να λυθεί άμεσα. Εμείς ως ΕΣΗΑΠΕ έχουμε υποβάλει τις προτάσεις μας, συμμετέχουμε στον διάλογο, όμως σύντομα το θέμα πρέπει επιτέλους να λυθεί.
3. Εξαιρετικά κομβικός είναι και ο ρόλος της ΡΑΕ. Αυτό φάνηκε, άλλωστε στη σημαντική συνεισφορά της στην πρόσφατη επίλυση του προβλήματος της ρευστότητας του ΔΕΣΜΗΕ, που παρ’ ολίγο να γονατίσει την αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε απολύτως αναγκαίο να ενισχυθεί η ΡΑΕ με εξειδικευμένο προσωπικό και πόρους, προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες της ενεργειακής αγοράς.
4. Καυτό είναι, επίσης, το θέμα των δικτύων. Ο ΑΔΜΗΕ, είναι προφανές ότι αδυνατεί να επενδύσει τα κεφάλαια που απαιτούνται ώστε να δημιουργηθούν τα απαραίτητα δίκτυα. Κατά συνέπεια, στο έργο αυτό θα πρέπει να συμμετάσχουν ιδιώτες στο πλαίσιο συμφωνιών με συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Αν, όμως, δεν ληφθούν άμεσα οι απαιτούμενες αποφάσεις και δεν δημιουργηθούν τα απαραίτητα δίκτυα, τότε δεν πρόκειται να πιάσουμε τους στόχους του προγράμματος 20 – 20 – 20. Αντιθέτως, το εν λόγω πρόγραμμα θα τιναχθεί στον αέρα προς μεγάλη χαρά των χωρών που εξάγουν καύσιμα.
5. Πρέπει να γίνουν κινήσεις για τη διευκόλυνση των επενδύσεων ΑΠΕ στο νέο χρηματοοικονομικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί. Προσπάθειες χρειάζονται και σε πολιτικό επίπεδο. Π.χ. είναι γνωστό σε όλους ότι οι εθνικοί φορείς ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων αρνούνται να ασφαλίσουν επενδύσεις σε ορισμένες χώρες, όπως δυστυχώς και στην Ελλάδα. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το θέμα θα μπορούσαν π.χ. να χρησιμοποιηθούν ως εγγυήσεις – collateral κονδύλια του ΕΣΠΑ. Σχετικές προτάσεις έχουν υποβληθεί στην Κυβέρνηση.
6. Πρέπει άμεσα να αρθούν τα εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων ΑΠΕ στον τομέα των υδροηλεκτρικών έργων, τα οποία έχουν το τεράστιο πλεονέκτημα της υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας, η οποία φθάνει το 80%, και επιφέρουν πολλαπλά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη πέραν των αυτονόητων περιβαλλοντικών. Από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ επί της ουσίας υπήρξαν νομοθετικές παρεμβάσεις που εμπόδιζαν την υλοποίηση επενδύσεων σε υδροηλεκτρικά έργα. Ελπίζουμε αυτό σύντομα να αλλάξει.
Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω για μία ακόμη φορά ότι αυτό που εμείς – ως Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτροπαραγωγών από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας – ζητάμε και προτείνουμε είναι να υπάρξει επιτέλους ένα ισορροπημένο μείγμα στην ηλεκτροπαραγωγή.
Ο λιγνίτης ως εθνικό και φθηνό καύσιμο δεν πρέπει να κατασπαταλάται με τρόπο αντιπαραγωγικό, αντιοικονομικό και περιβαλλοντικά καταστροφικό, όπως συμβαίνει τώρα. Αντιθέτως, πρέπει επιτέλους να χρησιμοποιηθεί σε αποδοτικούς οικονομικά και καθαρούς περιβαλλοντικά σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.
Επίσης, το φυσικό αέριο είναι το προφανές καύσιμο μετάβασης από την εποχή που κυρίαρχο ρόλο στο ενεργειακό μείγμα είχε ο λιγνίτης στην εποχή που κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι ΑΠΕ.
Αυτονόητο είναι ότι πρέπει να ενισχυθεί η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ, κυρίως στις πλέον ώριμες τεχνολογίες που είναι και οι πλέον ανταγωνιστικές.
*O Γιώργος Περιστέρης είναι Πρόεδρος του ΕΣΗΑΠΕ