Υπεράκτια αιολικά: Στο 2028 μετατίθενται οι πρώτοι διαγωνισμοί μετά τις καθυστερήσεις στην έγκριση του Εθνικού Προγράμματος – Τρία κέρδη για την Ελλάδα αν «ανεβάσει ρυθμούς»
Εντελώς εκτός χρονοδιαγράμματος έχει εκ των πραγμάτων τεθεί ο αρχικός σχεδιασμός της πολιτείας, για την ανάπτυξη του πρώτου «κύματος» υπεράκτιων αιολικών συνολικής ισχύος 1,9 Γιγαβάτ με ορίζοντα το 2030, με σκοπό την αξιοποίηση του πλούσιου αιολικού δυναμικού των ελληνικών θαλασσών. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το roadmap εκτροχιάστηκε ήδη από το πρώτο ορόσημο που είχε τεθεί, δηλαδή την έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης.
Ο λόγος είναι πως ακόμη και τώρα συνεχίζει να αγνοείται η σχετική Κοινή Απόφαση που θα συνυπέγραφαν οι εννιά συναρμόδιοι Υπουργοί και η οποία θα έδινε το «πράσινο φως» στο Εθνικό Πρόγραμμα. Κι αυτό παρόλο που το κείμενο είναι πλήρως έτοιμο από τον Οκτώβριο του 2024 (όταν διευθετήθηκε η εκκρεμότητα με το Υπουργείο Πολιτισμού αναφορικά κυρίως με το «Κρήτη 1»), χωρίς όμως να υπάρξει η παραμικρή εξέλιξη στους 10 μήνες που μεσολάβησαν.
Σύμφωνα με παράγοντες που έχουν άμεση γνώση των απαιτούμενων διαδικασιών για την ανάπτυξη του κλάδου των offshore στη χώρα μας, η καθυστέρηση αυτή σημαίνει πως εκ των πραγμάτων πηγαίνουν προς τα πίσω και οι διαγωνισμοί για το αρχικό «κύμα» έργων. Πιο συγκεκριμένα, με τα δεδομένα που έχουν πλέον διαμορφωθεί, οι πρώτες δημοπρασίες δεν θα πρέπει να αναμένονται πριν από το 2028.
Συγκριτικά, η προηγούμενη πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ είχε δηλώσει δημόσια πως οι διαγωνισμοί θα έπρεπε να διεξαχθούν εντός του 2026. Κάτι που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να παραμείνει εφικτός ο στόχος για ανάπτυξη ενός χαρτοφυλακίου 1,9 Γιγαβάτ, στο διάστημα μεταξύ του τέλους της τρέχουσας 10ετίας μέχρι τις αρχές της επόμενης.
Σύμφωνα με τα ίδια στελέχη, οι καθυστερήσεις που σημειώνονται όπως είναι φυσικό έχουν επηρεάσει αρνητικά το επενδυτικό ενδιαφέρον, το οποίο είχε εκδηλωθεί με τις ανακοινώσεις του «οδικού χάρτη» για αξιοποίηση του εγχώριου αιολικού δυναμικού – ενός από τα καλύτερα στη Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, είναι αλήθεια πως διεθνώς το επενδυτικό momentum επαναπροσδιορίζεται σε πιο ρεαλιστική βάση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ατονήσει.
Αυτή η πρόσκαιρη «διόρθωση» όμως κάθε άλλο παρά δικαιολογεί και νέες καθυστερήσεις, με τις οποίες η χώρα μας θα κινδύνευε πλέον να «χάσει το τρένο» οριστικά των offshore αιολικών. Αντίθετα είναι απαραίτητο να επισπευσθούν τα επόμενα βήματα που θα οδηγούσαν στην προετοιμασία των πρώτων διαγωνισμών το 2028 – με πρώτο βήμα την έγκριση του Εθνικού Προγράμματος, ώστε αμέσως να συσταθεί το SPV που θα αναλάβει τη διεξαγωγή των ανεμολογικών μελετών και των μελετών βυθού.
Με αυτές τις μελέτες, θα ανοίξει ο δρόμος για την πώληση των δεδομένων σε ενδιαφερόμενους επενδυτές, ώστε αυτοί να έχουν σαφή εικόνα για το προφίλ κάθε θαλασσοτεμαχίου που πρόκειται να παραχωρηθεί μέσω διαγωνισμών στη συνέχεια. Έτσι, όταν το επενδυτικό ενδιαφέρον θα έχει ανακάμψει διεθνώς -γιατί για παράδειγμα θα έχει πλέον μειωθεί το κόστος ανάπτυξης των πλωτών αιολικών- η χώρα μας θα είναι έτοιμη να το προσελκύσει. Εξάλλου, είναι περιορισμένα τα δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια που θα χρειαστούν, ώστε η Ελλάδα να είναι τότε έτοιμη να προχωρήσει σε παραχωρήσεις θαλάσσιων «οικοπέδων».
Όπως επισημαίνουν οι πηγές του κλάδου, ένας τέτοιος συγχρονισμός θα είχε για την Ελλάδα τρία σημαντικά οφέλη, ξεκινώντας από την εξισορρόπηση του ενεργειακού μίγματος. Κι αυτό γιατί τα υπεράκτια αιολικά μπορούν να εξασφαλίζουν σημαντική «πράσινη» παραγωγή εκτός των μεσημβρινών ωρών, συμβάλλοντας καταλυτικά στην αντιμετώπιση των αρρυθμιών που έχει προκαλέσει η κυριαρχία των φωτοβολταϊκών.
Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στη διενέργεια διαγωνισμών σε άλλες χώρες, που έχουν ήδη ένα ώριμο αδειοδοτικό πλαίσιο, θα δώσει την ευκαιρία στη χώρα μας να καλύψει το χαμένο έδαφος. Επίσης, τα υπεράκτια αιολικά μπορούν να αποτελούν εφαλτήριο ώστε η Ελλάδα να δημιουργήσει εγχώρια προστιθέμενη αξία από την απανθρακοποίηση του ενεργειακού μίγματος.
Πιο συγκεκριμένα, η κατασκευή, η συντήρηση και η λειτουργία των πάρκων θα απαιτήσουν εξειδικευμένο προσωπικό, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες απασχόλησης στον τομέα της ενέργειας.