Αν. Τζούρος: Οι καταναλωτές πληρώνουν, αλλά οι ιδιωτικές μονάδες δεν... πληρώνονται

Αν. Τζούρος: Οι καταναλωτές πληρώνουν, αλλά οι ιδιωτικές μονάδες δεν... πληρώνονται

Αν. Τζούρος: Οι καταναλωτές πληρώνουν, αλλά οι ιδιωτικές μονάδες δεν... πληρώνονται
15 05 2015 | 17:02

Στις δυνατότητες του ισότιμου ανταγωνισμού, στη συνεισφορά των ιδιωτικών μονάδων και στις στρεβλώσεις που επικρατούν στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού αναφέρθηκε σήμερα στο συνέδριο του Economist ο πρόεδρος της Elpedison, κ. Α. Τζούρος.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ισότιμος ανταγωνισμός, το άνοιγμα των εθνικών αγορών και η σταδιακή ενσωμάτωσή τους σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, αποτελούν το κύριο εργαλείο με βάση το οποίο η Ε.Ε. επιδιώκει την επίτευξη των ενεργειακών αλλά και των κλιματικών της στόχων.

“Η συνεισφορά των νέων ιδιωτικών μονάδων στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, συμβάλλοντας καταρχάς καθοριστικά στην βελτίωση της αξιοπιστίας και της ευελιξίας του Συστήματος, αλλά και στη μείωση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής λόγω σημαντικής εξοικονόμησης από την αντικατάσταση των παλαιών ακριβών πετρελαϊκών μονάδων.

Με τη λειτουργία των μονάδων φυσικού αερίου δόθηκε μια ισχυρή ώθηση στην αγορά του Φυσικού Αερίου αφού με τους αυξημένους όγκους που διακινούντο δημιουργήθηκε η ανάγκη για νέες διασυνδέσεις όπως με την Τουρκία, για περαιτέρω ανάπτυξη του συστήματος LNG, αλλά και για μελέτη περαιτέρω διασυνδέσεων με παραγωγές χώρες”, υπογράμμισε.

Παρά την καθοριστικά θετική συνεισφορά των ιδιωτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, η έλευση τρίτων παιχτών που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να ανταγωνιστούν επάξια τη ΔΕΗ, τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια, προς όφελος βιομηχανικών, εμπορικών και οικιακών καταναλωτών, δεν έτυχε ανάλογης υποδοχής, θεωρεί ο κ. Τζούρος.

Τόνισε μάλιστα ότι “τη χώρα μας σήμερα εξακολουθούν να την ταλανίζουν παιδικές ασθένειες, οι οποίες δημιουργούν προσκόμματα στην ανάπτυξη των ενεργειακών αγορών, καταπνίγουν τον ανταγωνισμό και εξαλείφουν κάθε πιθανότητα απελευθέρωσης της αγοράς και εναρμόνισής της με το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ενέργεια.

Το δομικό πρόβλημα της αγοράς ήταν και παραμένει ότι ενώ τα έσοδα των ανεξάρτητων παραγωγών καθορίζονταν από την τιμή που σε ημερήσια βάση προσδιορίζονταν από την αγορά (ΟΤΣ), για την ΔΕΗ τα έσοδα προέρχονται από την πώληση της ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές, στην προμήθεια των οποίων κατέχει μερίδιο που πλησιάζει το 97%. Αποτέλεσμα αυτού είναι φυσικά η ΔΕΗ να διεκδικεί την ελαχιστοποίηση του κόστους αγοράς ενέργειας, πριμοδοτώντας το σκέλος της που δραστηριοποιείται στην προμήθεια, έναντι του σκέλους της που δραστηριοποιείται στην παραγωγή ενέργειας. Η πρακτική αυτή επιτείνεται περαιτέρω, καθώς η ΔΕΗ – ούσα η μοναδική με πρόσβαση στους φθηνούς ενεργειακούς πόρους λιγνίτη και νερά – μπορεί να συμπιέζει σημαντικά την τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά.

Στις δυσκολότερες περιόδους για το ηλεκτρικό Σύστημα (χειμερινοί και καλοκαιρινοί μήνες) πολλές φορές απαιτείται η λειτουργία όλων (ή σχεδόν όλων) των μονάδων φυσικού αερίου για να καλύψουν τη ζήτηση και να εξασφαλίσουν την απαραίτητη ισχύ. Επιπλέον, οι ανάγκες της χώρας αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά την επόμενη πενταετία, λόγω της οικονομικής ανάκαμψης, της διασύνδεσης των νησιών (Κυκλάδες, Κρήτη) με το Ηπειρωτικό Σύστημα, της απόσυρσης παλαιών λιγνιτικών μονάδων και της αύξησης της διείσδυσης των ΑΠΕ.

Η τάση αυτή ήδη καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο του 2015, με την εκτόξευση της ζήτησης που παρουσίασε αύξηση άνω του 8%. ‘Άρα το ζήτημα της επάρκειας ισχύος θα καταστεί και πάλι επιτακτικό πολύ σύντομα και η Ελλάδα θα πρέπει να έχει διαθέσιμες μονάδες που μπορούν να εγγυηθούν ότι η ζήτηση θα καλύπτεται και δεν θα επιστρέψουμε στις προ 2004 εποχές των συνεχών μπλακ άουτ”.

Ο κ. Τζούρος κατέληξε λέγοντας:

“Παρότι τα δεδομένα αυτά είναι γνωστά στην αγορά και αναγνωρίζονται τόσο από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστική Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όσο και από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, βρισκόμαστε μπροστά σε μία σειρά από διεθνή παράδοξα. Πρώτον οι ανεξάρτητοι παραγωγοί ενέργειας ενώ παρέχουν στο αδιάλειπτο τις υπηρεσίες που υποχρεούνται να δώσουν, έχουν μηδενικές αμοιβές αφού έχει σταματήσει για διαδικαστικούς λόγους η πληρωμή της ισχύος, ενώ ήρθησαν και συμπληρωματικοί μηχανισμοί με αποτέλεσμα η αγορά να έχει καταστεί δημευτική και οι παραγωγοί να καλούνται να λειτουργήσουν επί ζημία μη αποζημιωνόμενοι πολλές φορές ούτε για το κόστος καυσίμου. Δεύτερον, ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει χρήματα για τις υπηρεσίες αυτές, οι οποίες προσφέρονται μεν αλλά δεν αποζημιώνονται. Αποτέλεσμα αυτών είναι η συσσώρευση ζημιών ύψους πολλών δεκάδων εκατ. ευρώ για τους ιδιώτες παραγωγούς και η συρρίκνωση του ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά.

Το Ελληνικό παράδοξο. Οι εισαγωγές ηλεκτρισμού ευνοούνται έναντι της τοπικής παραγωγής από φυσικό αέριο αφού στην τοπική παραγωγή επιβάλλεται φορολογία 20% (μέσω του ΕΦΚ στο αέριο) ενώ οι εισαγωγές ηλεκτρισμού παραμένουν αφορολόγητες”.

Επιπλέον, υπογράμμισε ότι ο ανταγωνισμός στην προμήθεια έστω και σε μικρή κλίμακα δημιούργησε πτώση τιμών της τάξης του 10%, ενώ η απελευθέρωση αγοράς στην Νησιωτική Ελλάδα αν και διαδικαστικά έχει ολοκληρωθεί δεν προωθείται για να μην απολέσει η ΔΕΗ πελάτες.

    ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

    NEWSROOM