«Τρεις υποψήφιοι για δύο θέσεις» – Στα 1.9GW τα περιθώρια του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας για νέα CCGT στο δίκτυο – Τι αναφέρει μελέτη της Aurora
Δύο ακόμη θερμοηλεκτρικές μονάδες φυσικού αερίου χωρά το ελληνικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με νεότερη μελέτη της Aurora Energy Research που καλύπτει την περίοδο 2022 έως 2030 και οι οποίες θα προκύψουν από ένα σύνολο τριών projects που βρίσκονται αυτή την στιγμή σε τροχιά υλοποίησης.
Συγκεκριμένα, η εταιρεία αναλύσεων, σε εξειδικευμένη μελέτη που έχει εκπονήσει σχετικά με τα περιθώρια του ελληνικού συστήματος να υποδεχθεί νέες μονάδες συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου, αναφέρει ότι η συνολική διαθέσιμη ισχύς υπολογίζεται στα 2.7 GW, όπου όπου αφαιρείται, η ήδη ολοκληρωμένη μονάδα της Μυτιληναίος στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας, ισχύος 820 MW.
Κρίνοντας από το υφιστάμενο επίπεδο «ωρίμανσης» των έργων, οι υπόλοιπες δύο μονάδες μπορεί να είναι ο υπό κατασκευή σταθμός ηλεκτροπαραγωγής των ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Motor Oil στη Κομοτηνή ή ο σταθμός των ΔΕΗ-ΔΕΠΑ Εμπορίας και Κοπελούζου στην Αλεξανδρούπολη ή η «Πτολεμαΐδα 5» όταν αυτή μετατραπεί από καύση λιγνίτη σε καύση φυσικού αερίου το 2028 βάσει χρονοδιαγράμματος.
Η «Θερμοηλεκρική Κομοτηνής», μονάδα που κατασκευάζουν από κοινού οι Όμιλοι ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και Motor Oil βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης, έχοντας, όπως έχει γράψει το energypress, προμηθευτεί τον αεριοστρόβιλο. Θεωρείται ο πλέον αποδοτικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Με τη λειτουργία του, θα εκπέμπει 75% λιγότερες εκπομπές CO2 σε σχέση με ένα λιγνιτικό σταθμό.
Αναλυτικότερα, να σημειώσουμε ότι μόλις τον περασμένο Ιανουάριο ξεκίνησε η υλοποίηση της «Μονάδας Ηλεκτροπαραγωγής Αλεξανδρούπολης» με την υπογραφή της συμφωνίας για την είσοδο των ΔΕΗ και ΔΕΠΑ Εμπορίας στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας που έχει αναλάβει την ανάπτυξη του έργου. Οι συμμετοχές των ΔΕΗ και ΔΕΠΑ Εμπορίας φτάνουν το 51% και 29% αντίστοιχα με την Damco Energy να διατηρεί το υπόλοιπο 20%. Το έργο προβλέπεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του 2025. Ο εξοπλισμός που εγκαθίστανται στη μονάδα έχει δυνατότητα για καύση υδρογόνου και μπορεί να λειτουργεί με μεικτό καύσιμο.
Υπενθυμίζεται ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, έβαλε τέρμα στην έκδοση νέων αδειών για συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, δίνοντας την δυνατότητα για τη μετατροπή των μονάδων που έχει λάβει άδεια παραγωγής, σε μονάδες αποθήκευσης.
Τέτοια project είναι τα εξής:
«Λάρισα Θερμοηλεκτρική Μ.Α.Ε»: Έχει λάβει άδεια παραγωγής και διαθέτει ισχύ 870 MW. Μοναδικός μέτοχος της εταιρείας ανάπτυξης του έργου είναι η νεοϊδρυθείσα Κυπριακή εταιρεία Clavenia Limited με έδρα τη Λευκωσία. Σύμφωνα με πληροφορίες, η περιβαλλοντική μελέτη ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2021.
Λάρισα ΙΙ: Το έργο προωθείται από τον Όμιλο Καράτζη και αφορά σε μονάδα συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου, συνολικής ισχύος 660 MW. Διαθέτει άδεια παραγωγής.
Θεσσαλονίκη ΙΙ: Πρόκειται για μια νέα μονάδα που σχεδιάζει η Elpedison, συνολικής ισχύος 860 MW. Το project έχει προχωρήσει αδειοδοτικά με την διοίκηση του Ομίλου να εξετάζει τα δεδομένα για την λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης.
Θίσβη ΙΙ: Το project προωθείται από την ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ και η οποία έχει λάβει άδεια παραγωγής γι μονάδα ηλεκτρισμού με καύσιμο το φυσικό αέριο, ισχύος 566MW, στη Θίσβη της Βοιωτίας.
ΔΕΗ ΙΙΙ: Η ΔΕΗ έχει λάβει άδεια παραγωγής για σταθμό συνδυασμένου κύκλου με καύσιμο φυσικό αέριο ισχύος 665 MW, στη ΒΙ.ΠΕ. Κομοτηνής από το 2021. Ωστόσο, ως γνωστόν, πρόσφατα προσχώρησε στο project της Damco Energy για την δημιουργία νέου CCGT.
Αξίζει τέλος να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Aurora, όπως αποτυπώνονται στο παρακάτω διάγραμμα από μια πρόσφατη παρουσίαση στα πλαίσια συνεδρίου στη Βουλγαρία, η τιμή του φυσικού αερίου αναμένεται να κινηθεί κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα ως μέσο επίπεδο μέχρι το 2027. Τα υψηλότερα επίπεδα πληρότητας των αποθηκών στην ΕΕ και η χαμηλότερη ζήτηση αερίου ωθούν την τιμή του καυσίμου προς τα κάτω.
Μέχρι το 2027, η αγορά αναμένεται να εξισορροπήσει στα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δεδομένου ότι θα είναι διαθέσιμες συγκριτικά με τώρα, σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες αερίου στην Ευρώπη ως αποτέλεσμα των περισσότερων υποδομών LNG που πρόκειται να τεθούν σε λειτουργία μέσα στα επόμενα χρόνια.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή μετά το 2030 και έως το 2060, η τιμή του φυσικού αερίου θα βρίσκεται σε πτωτική τροχιά, ωστόσο με πολύ μικρό ρυθμό μείωσης από χρόνο σε χρόνο, ως απόρροια της σημαντικά μεγαλύτερης διείσδυσης των ΑΠΕ και του αυξημένου εξηλεκτρισμού, πράγμα που θα καταλήγει σε μείωση των εισαγωγών και σε μικρότερη εξάρτηση από την υψηλού κόστους προμήθεια LNG.
