Τι δείχνει το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών στα 3,4 δισ. ευρώ – Ο διαχωρισμός της «λογιστικής ανάγνωσης» από την πραγματική της αγοράς – Ενεργειακός Τουρισμός ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»
Την δυσκολία να αποκατασταθεί μια εύρυθμη λειτουργία της αγοράς που από την μία θα επιτρέπει στον καταναλωτή να επιλέγει ελεύθερα και εύκολα τον προμηθευτή του και από την άλλη αυτό θα συμβαίνει υπό κάποιους κανόνες, αποτρέποντας πρακτικές που δύναται να καταλήξουν άμεσα ή έμμεσα, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα σε βάρος των συμμετεχόντων (καταναλωτές και προμηθευτές), αποτυπώνει η τελευταία εκτίμηση ΡΑΑΕΥ για την «εκτόξευση» των ληξιπρόθεσμων οφειλών στα 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ με ετήσια αύξηση περί το 1 δις από το 2023 στο 2024.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, το πρόβλημα δεν αφορά τόσο τα «νούμερα» που μάλιστα εκ πρώτης όψεως εμφανίζονται σε ανοδικό ράλι, όσο την ίδια την λειτουργία της αγοράς, με μια κατάσταση που έχει φτάσει να διαιωνίζεται για χρόνια, χωρίς ακόμη να προκύπτει «φως στο τούνελ».
Ο λόγος γίνεται για τον «ενεργειακό τουρισμό», δηλαδή την μεταπήδηση ενός καταναλωτή (σε μια κατ’ εξακολούθηση συμπεριφορά) από προμηθευτή σε προμηθευτή αφήνοντας «φέσια» πίσω, που φτάνει να συνιστά ενδεικτικό γνώρισμα της αγοράς, με το «μάρμαρο» να καταλήγει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον τελικό καταναλωτή.
Το στοιχείο της εμπιστοσύνης
Ωστόσο μια πρόσθετη διάσταση που επίσης δεν αποτυπώνεται εκ πρώτης όψεως στα «νούμερα» αφορά την εμπιστοσύνη των καταναλωτών προς τους προμηθευτές και την αγορά με τον σχετικό δείκτη να βρίσκεται σταθερά στα «τάρταρα», γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην κινητικότητα της αγοράς, «καθορίζοντας» με την σειρά του σε ένα βαθμό τον ανταγωνισμό.
Όταν κυριαρχεί μια γενική καχυποψία προς την αγορά επόμενο είναι ένας καταναλωτής να επιλέξει να παραμείνει «αδρανής» και από την άλλη οι προμηθευτές για να τον μετακινήσουν να προβαίνουν σε εξαιρετικά ανταγωνιστικά πακέτα, εν μέσω «μάχης για τα μερίδια» που ωστόσο δεν είναι βιώσιμα σε επίπεδο αγοράς.
Με άλλα λόγια, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι παράγοντες του κλάδου, το πρόβλημα που φωτογραφίζουν τα «ληξιπρόθεσμα της έκθεσης» μπορεί να μην έχει τις διαστάσεις των 3,4 δις που αθροίζονται μιας και δεν πρόκειται στο σύνολό τους ή ακόμη και στο μεγαλύτερο μέρος τους για χαρακτηρισμένα ανείσπρακτα ποσά, ωστόσο αναδεικνύουν την διαιώνιση ενός προβλήματος που δεν περιορίζεται στα «λογιστικά βιβλία» και τους ισολογισμούς αλλά σχετίζεται με την ίδια την λειτουργία της αγοράς και σε τελευταία ανάλυση με την βιωσιμότητά της σε βάθος χρόνου, όταν μάλιστα όλα τα «σημάδια» δείχνουν μια τάση συγκέντρωσης της αγοράς τα επόμενα χρόνια.
Κατά συνέπεια, το πραγματικό «λογιστικό» πρόβλημα είναι μεν σημαντικά υποδεέστερο των 3,4 δισεκατομμυρίων ευρώ με την κάθε εταιρεία να καταστρώνει μια ορισμένη στρατηγική αντιμετώπισης του προβλήματος των ληξιπρόθεσμων, ωστόσο «βαραίνει» ασύγκριτα περισσότερο στην συνολικότερη «ενεργειακή εξίσωση» της αγοράς.
Η θεωρητική επιβάρυνση 6 λεπτά ανά κιλοβατώρα
Σε καθαρά αριθμητικούς όρους, το ποσό των 3,4 δις ευρώ μεταφράζεται «χονδρικά» σε επιβάρυνση 6 λεπτά ανά κιλοβατώρα στις χρεώσεις των τιμολογίων στο υποθετικό και ακραίο σενάριο ότι το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών χαρακτηριστούν «ανεπίδεκτα είσπραξης» και ακολούθως οι προμηθευτές καταφύγουν στο υφιστάμενο πελατολόγιό τους για να ανακτήσουν τα «χαμένα» κεφάλαια, κατά το πρότυπο των ρευματοκλοπών. Η πραγματικότητα ωστόσο, όπως διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές της αγοράς, δεν είναι έτσι.
Γιατί στη πράξη είναι λιγότερα τα 3,4 δις ευρώ
Αρχικά, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρόκειται για 3,4 δις. ευρώ «ανεπίδεκτα είσπραξης» παρά για ένα «μίγμα» με διαφορετική δυνατότητα και ταχύτητα είσπραξης. Σε κάθε περίπτωση και χωρίς να μπορούμε να διατυπώσουμε γενικούς κανόνες που να ισχύουν και να εφαρμόζουν στο σύνολο της αγοράς, εύλογα η δυνατότητα «εισπραξιμότητας» γνωρίζει διαβαθμίσεις ανάλογα και με το χρονικό διάστημα της οφειλής.
Η εισπραξιμότητα
Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς και με την σχετική επιφύλαξη της εκτίμησης, η «συμπεριφορά» της αγοράς λέει ότι σε μια ληξιπρόθεσμη οφειλή σε επίπεδο μήνα, ο προμηθευτής θα εισπράξει το 50% και σε δεύτερο χρόνο ένα ακόμη 5%. Κατά συνέπεια, τα 3,4 δεν είναι ακριβώς 3,4 δις ευρώ και πολύ περισσότερο δεν συνιστούν 3,4 δις ευρώ επισφάλειες για τις εταιρείες προμήθειας παρά σε ένα μικρότερο ποσό.
Μεγαλύτερο πρόβλημα προκύπτει στην περίπτωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν παρέλθει εξάμηνο, όπου αφενός συνιστούν επισφάλειες και αφετέρου το εν δυνάμει εισπραχθέν ποσό περιορίζεται στο 10-15% της οφειλής και μάλιστα μετά από – πολλές φορές – δικαστικό αγώνα.
Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί, όπως επισημαίνουν παράγοντες του κλάδου, ότι οι εταιρείες πλέον ζυγίζουν δύο και τρεις φορές να καταφύγουν στα δικαστήρια καθώς το συνολικό κόστος έχει αυξηθεί πλέον στα 1000 ευρώ από 400-500 ευρώ.
Με αυτά τα δεδομένα, οι εταιρείες προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να διατηρούν σε ελεγχόμενα επίπεδα, για τους ισολογισμούς τους, τις επισφάλειες και την ίδια στιγμή να «παντρέψουν» την παραπάνω «οικονομική αρχή» με τον ανταγωνισμό που σήμερα υποδεικνύει «πόλεμο τιμών» στη «μάχη των μεριδίων».
Οι βασικές «παγίδες»
Σε αυτή την κατεύθυνση, ο προβληματισμός εστιάζει στο μέρος των εμπορικών καταναλωτών που αν κηρύξουν πτώχευση τότε οι πιθανότητες είσπραξης είναι απείρως ελάχιστες. Ωστόσο, όπως διευκρινίζεται, τα πράγματα παραμένουν ελεγχόμενα στη μέση τάση, καθώς ο προμηθευτής μπορεί να κάνει αξιολόγηση του πελάτη του τόσο με ενδελεχή έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας του εν δυνάμει πελάτη όσο και με το να παρακολουθήσει την προγενέστερη συμπεριφορά για τυχόν «ατασθαλίες» που θα του επιτρέψουν να κρίνει αν θα κινδυνεύει και πόσο κινδυνεύει από «φέσια».
Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα στην περίπτωση της χαμηλής τάσης όπου γίνεται μαζικά προσέλκυση πελατών στον απόηχο της «μάχης των μεριδίων» με αποτέλεσμα η έκθεση στο ρίσκο να είναι μεγαλύτερη.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, μια τέτοια κατάσταση ακόμη κι αν επ’ ουδενί δεν έχει το οικονομικό αποτύπωμα των 6 λεπτών ανά κιλοβατώρα στο σύνολο της αγοράς, συνιστά μια θνησιγενή κατάσταση που βαίνει επιδεινούμενη, προκαλώντας πολλές παράπλευρες απώλειες με το τελικό «μάρμαρο» να καταλήγει στον τελικό καταναλωτή και δη αυτόν της χαμηλής τάσης που δεν διαπραγματεύεται διμερώς παρά προσέρχεται σε μια αγορά να αγοράσει ένα ενεργειακό προϊόν από το ράφι.
Υπό αυτό το πρίσμα, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, οι αρμόδιοι φορείς και το Υπουργείο ως το πλέον αρμόδιο, θα πρέπει να προχωρήσει στην διευθέτηση του θέματος με τον «ενεργειακό τουρισμό» προκειμένου καταρχάς να μπει μια τάξη και εν συνεχεία να εμπεδωθεί μια «συμπεριφορά» εκατέρωθεν σε προμηθευτές και καταναλωτές που δεν θα καταλήγει να «τρώγονται οι σάρκες» του ενός και του άλλου, όπως πολλάκις συνέβαινε και συμβαίνει στην λιανική του ρεύματος.