Παναγιώτης Παπασταματίου: Ο επικεφαλής της ΕΝΤΕΚΑ μιλά για τις ευκαιρίες που χάσαμε και τις προκλήσεις που έρχονται

Παναγιώτης Παπασταματίου: Ο επικεφαλής της ΕΝΤΕΚΑ μιλά για τις ευκαιρίες που χάσαμε και τις προκλήσεις που έρχονται

Παναγιώτης Παπασταματίου: Ο επικεφαλής της ΕΝΤΕΚΑ μιλά για τις ευκαιρίες που χάσαμε και τις προκλήσεις που έρχονται
20 04 2010 | 13:47

 

 

«Αν θέλουμε πράσινη ανάπτυξη στην πράξη, και όχι στα λόγια, πρέπει να 15νταπλασιαστεί το λεγόμενο Τέλος ΑΠΕ. Μόνο έτσι θα πετύχουμε σαν χώρα το στόχο της διείσδυσης μέχρι το 2020 των επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας σε ποσοστό 20%».

Η επισήμανση ανήκει στους Παναγιώτη Παπασταματίου και Παναγιώτη Λαδακάκο, τις κινητήριες δυνάμεις, μαζί με τον Κώστα Φιλιππίδη, μιας από τις παλαιότερες αμιγώς ελληνικές εταιρείες στο χώρο των ΑΠΕ, την ΕΝΤΕΚΑ. Η ιστορία τους θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα ελληνικό «success story» στο χώρο των ΑΠΕ. Γνωρίστηκαν το ’89 όταν φοιτούσαν στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, και έκαναν πράξη το κοινό τους “όραμα” για τα αιολικά το 1995, ιδρύοντας την ENORA (Energy Oracle ή Ενεργειακό Όραμα). Στα βαθιά ωστόσο μπήκαν το 1998 όταν η εταιρεία τους στην ουσία «συγχωνεύτηκε» με την ΕΝΤΕΚΑ του Κ.Φιλιππίδη, ξεκινώντας έκτοτε μια ανοδική πορεία ανάπτυξης αιολικών έργων είτε σε συνεργασία με ξένες εταιρείες , είτε αυτόνομα.

Στη συνέντευξή τους εξηγούν γιατί άνευ επιδοτήσεων κεφαλαίου δεν θα είναι πλέον βιώσιμες οι επενδύσεις σε ΑΠΕ χωρίς προσαύξηση 20%-25% στις τιμές της πωλούμενης κιλοβατώρας, ενώ μιλούν για τις στρεβλώσεις της ανώριμης ακόμη ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού, θέτοντας ερωτήματα όπως, γιατί όταν πέφτουν οι τιμές της χονδρικής στο ρεύμα όπως φέτος, να μην πέφτουν και τα τιμολόγια της λιανικής;

Θεωρούν αναπόφευκτό ότι τα επόμενα χρόνια θα έρθουν μεγάλες αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος, προειδοποιώντας ότι «αν δεν πάρουμε τώρα μέτρα (εξοικονόμηση ενέργειας, επιτάχυνση διείσδυσης των ΑΠΕ στο σύστημα), τότε αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα σε δημοσιονομικό επίπεδο, θα συμβεί το 2013 σε ενεργειακό επίπεδο».

Ολόκληρη η συνέντευξη έχει ως εξής:

Πολύς λόγος γίνεται για την τιμή αγοράς της πράσινης κιλοβατώρας. Το νομοσχέδιο για τις ΑΠΕ ορίζει τις τιμές αυτές για την επόμενη 20ετία. Με αυτές τις τιμές θα είναι βιώσιμες όσες επενδύσεις γίνουν από εδώ και πέρα ;

Π.Π. : Η απάντηση είναι σαφής. Στις θέσεις με υψηλό αιολικό δυναμικό είτε έχουν ήδη γίνει επενδύσεις, είτε -σε όσες έχουν απομείνει- υπάρχουν σημαντικά προβλήματα (λόγω δικτύων, μη διασυνδεδεμένων νησιών, κλπ). Επομένως είναι βέβαιο ότι από εδώ και πέρα ο μεγάλος όγκος αιολικών πάρκων θα υλοποιηθεί σε θέσεις με μεσαίο ή χαμηλό αιολικό δυναμικό. Οι επενδύσεις αυτές για να είναι βιώσιμες απαιτούν είτε επιδότηση του κεφαλαίου κατασκευής, είτε αύξηση της σημερινής σταθερής τιμής πώλησης της ενέργειας στο δίκτυο. Δεδομένου ότι, απ’ ότι φαίνεται δεν θα υπάρχουν στο εξής άλλες επιδοτήσεις κεφαλαίου, τότε για να έχουμε την ισοδύναμη οικονομική απόδοση και για να παραμείνουν βιώσιμες αυτές οι επενδύσεις, θα πρέπει η αύξηση στην τιμή να είναι 25%. Εννοείται ότι αυτή η προσαύξηση αφορά σε νέες επενδύσεις, και όχι σε υφιστάμενα αιολικά πάρκα, δηλαδή όσα λειτουργούν. Αυτό προβλέπει και το νέο σχέδιο νόμου.

Ο νόμος για τις ΑΠΕ όμως προβλέπει μόνο 20%...

Π.Π. : Σωστό. Παρ’ όλα αυτά τα μαθηματικά απαιτούν 25%. Μάλιστα, αυτό το ποσοστό αύξησης ισούται πλήρως με την υστέρηση της τιμής πώλησης της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα (87 ευρώ/ MWh) σε σχέση με τον μέσο όρο της τιμής των αιολικών στην Ευρώπη των 27, για το 2007 , με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (EREF).

Δηλαδή είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα για τους επενδυτές, αν η αύξηση παραμείνει τελικά στο 20%;

Π.Π. : Απλώς θα υπάρχει μια μείωση στην απόδοση των κεφαλαίων. Για να καταλάβετε τι εννοώ σε μια τέτοια περίπτωση, ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης κεφαλαίου, (το internal rate of return- IRR όπως λέγεται), θα κυμαίνεται από 8% έως 12%. Σας θυμίζω ότι τα πρώτα αιολικά που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα, σε θέσεις με άριστο αιολικό δυναμικό (Σητεία και αλλού), δίνουν απόδοση 18% και 20%. Δεν υπάρχουν πια τέτοιες θέσεις. Αλλά και αν υποθέσουμε ότι έχουν απομείνει κάποιες τέτοιες λίγες θέσεις- «φιλέτα», τότε η προσαύξηση της τιμής πώλησης της ενέργειας στο δίκτυο, θα πρέπει να είναι το πολύ 20% για αυτές, και μεγαλύτερη (π.χ. 25%) για όλες τις υπόλοιπες, χαμηλού και μεσαίου αιολικού δυναμικού. Τι πετυχαίνει η πολιτική αυτή ; Πρώτον, δεν επιβαρύνει υπέρμετρα το Τέλος ΑΠΕ και γενικότερα το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Δεύτερον, καθιστά βιώσιμες επενδύσεις σε θέσεις χαμηλού αλλά εκμεταλλεύσιμου αιολικού δυναμικού, οι οποίες με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι (περιοχές όπως η Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, η Θεσαλία κλπ), και ευνοεί έτσι τη διασπορά των έργων ΑΠΕ προς όφελος του συστήματος. Εμείς ως Ελληνική Ένωση Αιολικής Ενέργειας (ΕΛΕΤΑΕΝ), της οποίας είμαι αντιπρόεδρος, έχουμε καταθέσει σχετική πρόταση στην Υπουργό, που διαχωρίζει την τιμολογιακή πολιτική, ανάλογα με το αιολικό δυναμικό της κάθε θέσης.

Και επειδή μιλάμε για την επιδότηση στο κόστος κατασκευής, καλό είναι να δούμε σε ποια επίπεδα βρίσκεται αυτό σε σχέση με το παρελθόν. Το μέσο επενδυτικό κόστος κυμαινόταν κάποτε μεταξύ 900.000 ευρώ και 1 εκατ. ευρώ το MW. Σήμερα έχει ανέβει στο 1,5 εκατ. ευρώ το MW. Δηλαδή έχει αυξηθεί κατά 50% τα τελευταία χρόνια, γεγονός που δικαιολογείται από τρεις παραμέτρους : Πρώτα από όλα από την τεράστια αύξηση για ζήτηση που υπάρχει στην παγκόσμια αγορά ανεμογεννητριών, ειδικά στα τελευταία χρόνια προ της κρίσεως ότα παρατηρήθηκε ραγδαία αύξηση των τιμών.

Συγνώμη που διακόπτω, αλλά και στην αγορά των φωτοβολταικών, έχει υπάρξει μεγάλη ζήτηση τα τελευταία χρόνια, όμως το κόστος ακολουθεί αντιστρόφως ανάλογη πορεία …

Π.Λ. : Ναι αλλά πρόκειται για μια τεχνολογία, που το κόστος της εξαρτάται πολύ από την πρώτη ύλη, το πυρίτιο. Το τελευταίο αποτελεί βασικό συστατικό και για άλλες αγορές, αυτές των μικροτσίπς για την κατασκευή υπολογιστών. Για παράδειγμα όταν υπάρχει ζήτηση στην αγορά των μικροτσίπς, η τιμή του πυριτίου εκτοξεύεται. Τώρα που η ζήτηση για τον τομέα αυτό έχει πέσει, το κόστος προμήθειας του πυριτίου έχει και εκείνο κατρακυλήσει σημαντικά. Είναι με λίγα λόγια μια «ανώριμη» ακόμη τεχνολογία, το κόστος παραγωγής της οποίας εξαρτάται περισσότερο από την πρώτη ύλη και λιγότερο από τις υπόλοιπες συνθήκες της βιομηχανίας . Αντίθετα τα αιολικά είναι μια πιο «ώριμη» τεχνολογία, το κόστος παραγωγής των οποίων αντικατοπτρίζει πλέον το κόστος των υλικών, τις συνθήκες αγοράς και τη γενικότερη ζήτηση. Στην περίπτωση των αιολικών μια βασική πρώτη ύλη είναι ο χάλυβας. Η τιμή του αυξήθηκε κατά 50% τα προηγούμενα χρόνια και ανάλογα αυξήθηκε η τιμή πώλησης της ανεμογεννήτριας για να μην μιλήσουμε για την περίπτωση του χαλκού π.χ. όπου οι τιμές έχουν πολλαπλασιαστεί σε σχέση με το παρελθόν. Επίσης, επειδή όπως είπαμε οι καλές και «εύκολες κατασκευαστικά» θέσεις εκλείπουν, είναι λογικό τα συνοδά έργα υποδομής (γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσεως, υποσταθμοί, χωματουργικές εργασίες για τη διάνοιξη δρόμων, κλπ) να είναι πιο κοστοβόρα απ’ ότι κάποτε. Αντιλαμβάνεστε πόσο χαμηλότερο προϋπολογισμό έχει μια γραμμή μεταφοράς σε θέση με χαμηλό υψόμετρο δίπλα σε υπάρχοντα δίκτυα της ΔΕΗ, και πολύ υψηλότερο όταν αυτή βρίσκεται, για παράδειγμα στα 1.900 μέτρα, όπως η επέκταση του πάρκου στο Παναχαϊκό Όρος, το τελευταίο έργο που ολοκληρώσαμε σαν ΕΝΤΕΚΑ.

Τι ποσοστό του συνολικού κόστους αντιπροσωπεύουν πλέον τα συνοδά αυτά έργα σε ένα καινούργιο αιολικό πάρκο, σαν την επέκταση του Παναχαϊκού ;

Π.Λ. : Θα έλεγα, άνω του 30-35%, έναντι 10-15% παλαιότερα. Δύο με τρεις φορές περισσότερο. Αν επομένως περικοπεί η επιχορήγηση στο κόστος κατασκευής - όπως ακούγεται ότι θα προβλέπει ο νέος Αναπτυξιακός- και δεδομένου όλου αυτού του επιπλέον κόστους που μόλις περιγράψαμε, γίνεται σαφές ότι μια επένδυση δεν μπορεί στο εξής να είναι βιώσιμη. Αυτό ακριβώς το ρόλο έρχεται να «παίξει» η προσαύξηση στην τιμή κιλοβατώρας που προβλέπει ο νέος νόμος για τις ΑΠΕ.

Επόμενο θέμα που έχει ξεσηκώσει πολύ κουβέντα. Πόσο πρέπει να αυξηθεί το Τέλος ΑΠΕ, για να καλύψει την ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση των επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ;

Π.Π. : Πρώτα απ’ όλα ας τοποθετήσουμε τα πράγματα στο σωστό τους μέγεθος. Αυτή τη στιγμή το λεγόμενο Τέλος ΑΠΕ είναι 0,3 ευρώ/ MWh. Δηλαδή ο κάθε πελάτης της ΔΕΗ ή άλλης ηλεκτρικής εταιρείας, πληρώνει 0,3 ευρώ για κάθε μεγαβατώρα που καταναλώνει. Αν τα 0,3 ευρώ φτάσουν στα 5 ευρώ/ MWh, δηλαδή ακόμη και να 15νταπλασιαστεί το Τέλος ΑΠΕ, τότε η επιβάρυνση στο μέσο προς μεγάλο νοικοκυριό θα ανέλθει σε λιγότερα από 30 ευρώ το χρόνο, σε 2 ευρώ το μήνα περίπου.

Σε τι θα εξυπηρετήσει μια τέτοια αύξηση το χώρο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ;

Π.Π. : Καταρχήν αύξηση του Τέλους ΑΠΕ δεν οδηγεί σε αλλαγή της αποζημίωσης που λαμβάνουν οι επενδύσεις ΑΠΕ. Το Τέλος ΑΠΕ έρχεται στην ουσία να καλύψει μια μαθηματική διαφορά : Αυτήν ανάμεσα στην εγγυημένη τιμή πώλησης στο εθνικό σύστημα της «κιλοβατώρας» από ΑΠΕ, και της τιμής στην οποία διαμορφώνεται το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην χονδρεμπορική αγορά της χώρας μας (τη λεγόμενη Οριακή Τιμή του Συστήματος). Δεδομένου ότι η εγγυημένη τιμή για την αιολική ενέργεια είναι 87 ευρώ/ ΜWh, και η μέση τιμή στην χονδρεμπορική αγορά διαμορφώνεται φέτος στα 45-50 ευρώ/ MWh, αυτή η διαφορά κυμαίνεται σήμερα στα 37-40 ευρώ για κάθε αιολική MWh. Το σύστημα δηλαδή επιδοτεί αυτή τη διαφορά.

Τα προηγούμενα χρόνια όμως δεν συνέβαινε το ίδιο…

Π.Π. : Ακριβώς, για παράδειγμα το 2008 που το πετρέλαιο ήταν ακριβό, η εικόνα ήταν ανάποδη, και ήταν οι ΑΠΕ που επιδοτούσαν το σύστημα. Τη χρονιά εκείνη οι ΑΠΕ επιδότησαν το σύστημα με περίπου 50 εκατ. ευρώ. Η τιμή πώλησης στο σύστημα, εν προκειμένω της αιολικής ενέργειας μια και γι’ αυτήν μιλάμε, ήταν τότε 80 ευρώ/ ΜWh, όταν η χονδρική τιμή στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είχε εκτοξευτεί στη διάρκεια του 2008 ακόμη και πάνω από τα 100 ευρώ/ ΜWh, λόγω του ράλυ που έκανε τότε το πετρέλαιο στις ξένες αγορές. Αυτή η εικόνα σήμερα έχει αλλάξει, διότι η Οριακή Τιμή του Συστήματος, η τιμή δηλαδή που αντικατοπτρίζει το κόστος παραγωγής του ηλεκτρισμού σε μια χώρα, έχει πέσει. Δεν είναι της παρούσης να συζητήσουμε το γιατί (η κρίση έχει ρίξει την τιμή του πετρελαίου, την ζήτηση για ηλεκτρισμό, κ.οκ.). Το σημαντικό όμως είναι το εξής : Το 2008, αυτή η τιμή, ήταν 100 ευρώ/ ΜWh, όταν ο μέσος οικιακός καταναλωτής πλήρωνε στη ΔΕΗ, με βάση τα τιμολόγιά της, γύρω στα 120 ευρώ/ ΜWh. Σήμερα, δύο χρόνια μετά, η τιμή χονδρεμπορικής έχει πέσει στο μισό. Έχει καταρρεύσει στα 45-50 ευρώ/ ΜWh, αλλά ο πελάτης της ΔΕΗ (και όποιας άλλης εταιρείας έχει εμφανιστεί τελευταίως στο χώρο) πληρώνει πάλι γύρω στα 120 ευρώ/ ΜWh. Διότι η πολιτεία δεν έχει φροντίσει ώστε τα τιμολόγια λιανικής, που ρυθμίζονται στην ουσία από το κράτος, να προσαρμόζονται στις αυξομειώσεις των τιμών χονδρικής, μέσω ενός μηχανισμού. Δεν είναι εντελώς άδικο σε μια αγορά όπου η τιμή του βασικού προϊόντος καταρρέει, ο καταναλωτής να μην εισπράττει αυτό το όφελος ; Πρέπει λοιπόν να βρούμε ένα σύστημα όπου η τιμή λιανικής, να είναι σε ένα βάθος χρόνου συνδεδεμένη με τη τιμή χονδρικής. Το ζήτημα σχετίζεται με το πόσο στρεβλά έγινε η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού στην Ελλάδα, ένα μικρό μόνο μέρος της οποίας είναι και το λεγόμενο Τέλος ΑΠΕ. Αυτό που προτείνουμε, είναι το εξής : Όταν καταρρέει η τιμή στην αγορά χονδρικής, ο Έλληνας καταναλωτής να βλέπει τη μείωση αυτή στο τιμολόγιό του, και παράλληλα να αυξάνεται ελάχιστα το λεγόμενο Τέλος ΑΠΕ. Το μοντέλο αυτό θυμίζει λίγο τη λογική της περιβόητης Ρήτρας Καυσίμου - που επρόκειτο να ισχύσει στα τιμολόγια της ΔΕΗ το 2009, αλλά τελικά αυτό δεν έγινε για να μην επιβαρυνθούν εν μέσω κρίσης οι καταναλωτές- και η οποία δεν βλέπω τελικώς να εφαρμόζεται.

Αρκεί ο 15νταπλασιασμός αυτός για να καλύψει ο ΔΕΣΜΗΕ το κόστος όλων των επενδύσεων από ΑΠΕ που πρέπει να γίνουν ως το 2020 για να πετύχουμε τη διείσδυση τους σε ποσοστό 20% ;

Π.Π.: Αρκεί. Έχουμε λοιπόν υπολογίσει ότι αν το Τέλος ΑΠΕ αυξηθεί κατά 15 φορές, τότε ο ΔΕΣΜΗΕ θα μπορέσει να καλύψει όχι μόνο το φετινό του έλλειμμα, αλλά και εκείνο που θα προκύψει μέχρι το 2020, χρονιά κατά την οποία ο στόχος για τα ΑΠΕ είναι να έχουν φτάσει στο 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, από ούτε 11% σήμερα. Αναφέρομαι στα αιολικά. Κρατώ μια επιφύλαξη αν αυτή η αύξηση θα είναι αρκετή και για τα φωτοβολταικά- που ως γνωστόν έχουν πολύ πιο γενναία επιδότηση απ’ ότι τα αιολικά- κάτι που μένει να δούμε στην πορεία, ανάλογα με την ανάπτυξη που θα έχουν στην Ελλάδα.

Αλλά επειδή η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι εξαιρετικά περίπλοκη, ακόμη και σε εκείνους που ασχολούνται καθημερινά μαζί της, θα ήθελα σε αυτό το σημείο να κάνω απολύτως σαφές τι ακριβώς είναι το Τέλος ΑΠΕ. Είναι το εργαλείο που χρειάζεται ο Διαχειριστής του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ο ΔΕΣΜΗΕ) για να χρηματοδοτήσει την μαθηματική διαφορά που περιγράψαμε παραπάνω. Διότι η εκκαθάριση των συναλλαγών σε αυτό το ιδιότυπο χρηματιστήριο ενέργειας, γίνεται ως εξής : κάθε ώρα που περνάει ο ΔΕΣΜΗΕ εξοφλεί όλους τους παραγωγούς ενέργειας στην τιμή της χονδρικής (Οριακή Τιμή), ενώ την ίδια ώρα πληρώνεται από τους χονδρέμπορους της ενέργειας πάλι με βάση την ίδια τιμή, την Οριακή Τιμή. Υπάρχει όμως μια ροή ενέργειας, αυτή που προέρχεται από ΑΠΕ, την οποία ο ΔΕΣΜΗΕ πληρώνει σε σταθερή τιμή, προς 87 ευρώ εν προκειμένω για τα αιολικά, προκειμένου μετά να την πουλήσει με βάση πάντα την Οριακή Τιμή. Άρα, από αυτή την τελευταία ροή, ο ΔΕΣΜΗΕ είτε κερδίζει, είτε χάνει. Επειδή σήμερα είναι χαμηλή η Οριακή Τιμή, ο ΔΕΣΜΗΕ χάνει από την ροή των ΑΠΕ. Το 2008, όπως είπαμε, κέρδιζε. Το Τέλος ΑΠΕ λοιπόν καλύπτει ένα χρηματοοικονομικό έλλειμμα ή πλεόνασμα του ΔΕΣΜΗΕ . Όταν το Τέλος ΑΠΕ παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα χαμηλό, αυτό το έλλειμμα αυξάνεται. Και είναι η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, που το έλλειμμα έχει αυξηθεί τόσο πολύ…

Που βρίσκεται αλήθεια το θέμα της αύξησης του Τέλους ΑΠΕ ;

Π.Π. : Επίσημη ενημέρωση δεν έχουμε. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) έχει προτείνει στην ηγεσία του υπ. Περιβάλλοντος & Ενέργειας την αύξηση του Τέλους κατά κάτι λιγότερο από 5 ευρώ/ MWh. Εδώ θα ήθελα να κάνω και την αυτοκριτική μου για μια απόφαση που ελήφθη το 2006, στη διάρκεια της θητείας μου στο τότε υπουργείο Ανάπτυξης ως συμβούλου για θέματα ΑΠΕ. Το 2004, το Τέλος ήταν 0,6 ευρώ, και κατόπιν οχλήσεων του ΔΕΣΜΗΕ να αυξηθεί, έφτασε στα 0,8 ευρώ/ MWh, καλύπτοντας πλήρως τα τότε κόστη του. Το 2006 όμως, επειδή είχε αυξηθεί πολύ η Οριακή Τιμή, το Τέλος μειώθηκε σε 0,3 ευρώ, στα σημερινά δηλαδή επίπεδα. Αυτό τελικά αποδείχθηκε πως ήταν λάθος. Διότι αν είχε παραμείνει στα επίπεδα των 0,8 ευρώ, θα είχαν συγκεντρωθεί στο μεταξύ τόσα χρήματα στο Ταμείο του Τέλους ΑΠΕ, που δεν θα χρειαζόταν σήμερα μια τόσο μεγάλη αύξηση. Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα (γελάει)…

Τι θα συμβεί το 2013 με την υποχρεωτική δημοπράτηση όλων των παραγόμενων ρύπων από τις ενεργοβόρες βιομηχανίες ;

Π.Π. : Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι, πολιτεία, επιχειρήσεις, καταναλωτές, ότι αν δεν βοηθήσουμε την ανάπτυξη των ΑΠΕ, αν δηλαδή δεν μειώσουμε δραστικά τους παραγόμενους ρύπους μας, τότε το 2013, μέσα σε ένα μόνο χρόνο, θα πρέπει τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος να αυξηθούν κατ’ ελάχιστον κατά 25%-30% !

Με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξης των ΑΠΕ, θεωρείτε ότι το απευκταίο αυτό σενάριο , της αύξησης μέσα σε μια χρονιά των τιμολογίων στο ρεύμα κατά 30%, μπορεί να αποφευχθεί ;

Π.Π. : Όχι, οι αυξήσεις μάλλον δεν γίνεται να αποφευχθούν, γιατί έχουμε καθυστερήσει πολύ. Μπορούν όμως να γίνουν κλιμακωτά, σταδιακά από του χρόνου μέχρι και το 2013, ώστε η επίπτωση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών να είναι μικρότερη. Νομίζω μάλιστα ότι οι υπηρεσίες της ΔΕΗ έχουν κάνει σχετική εισήγηση προς τη διοίκησή της. Από εκεί και πέρα, μεσομακροπρόθεσμα δηλαδή, ένας μόνος τρόπος υπάρχει για να αποφεύγουμε κάθε τόσο την ανάγκη μεγάλων αυξήσεων στο ρεύμα : ο συνδυασμός της εξοικονόμησης ενέργειας και της ανάπτυξης των ΑΠΕ. Όσο πιο γρήγορα τα συνηδειτοποιήσουμε αυτά, πολιτεία και κοινωνία, τόσο μικρότερες επιπτώσεις θα έχει ο μέσος καταναλωτής. Θεωρώ όμως ότι τόσο η εξοικονόμηση όσο και η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν προφταίνουν να αποδώσουν τόσο πολλά μέσα σε τρία μόνο χρόνια. Γι’ αυτό το λόγο, και επειδή νομίζω πως οι αυξήσεις στο ρεύμα θα είναι αναπόφευκτες, πρέπει η πολιτεία να εξηγήσει με επιμονή στην κοινωνία το είδος της πολιτικής που χαράσσεται στην ενέργεια, κάτι που δεν έχει ακόμη γίνει.

Π.Λ. : Ξέρετε τι θα σημάνει για την ελληνική κοινωνία το 2013-2014, αυτή η υποχρεωτική δημοπράτηση των ρύπων; Αυτό που γίνεται σε δημοσιονομικό επίπεδο το 2010, θα συμβεί σε ενεργειακό επίπεδο σε τρία- τέσσερα χρόνια. Όπως ακριβώς ξυπνάμε σήμερα από τον ύπνο τόσων ετών, συνειδητοποιώντας ότι ήρθε η ώρα να πληρώσουμε το λογαριασμό επειδή τόσα χρόνια τρώγαμε, πίναμε και διασκεδάζαμε με δανεικά, έτσι και τότε θα δεχθούμε ένα ισχυρό σοκ. Το ηλεκτρικό ρεύμα θα γίνει μια πανάκριβη υπηρεσία από την μια ημέρα στην άλλη. Και το αποτέλεσμα θα είναι ότι όπως ακριβώς σήμερα έρχεται η κυβέρνηση και λαμβάνει μέτρα-σοκ, έτσι και τότε, η τότε κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να λάβει αντίστοιχης σκληρότητας μέτρα, εν προκειμένω με αυξήσεις 30% στο ρεύμα. Έστω δηλαδή και τώρα, στο παρά πέντε, έχουμε μια ευκαιρία να κάνουμε κάτι , για να μειώσουμε τις επιπτώσεις. Διαφορετικά , τα πάντα θα γίνουν υπό το κράτος του πανικού, χωρίς να τηρούνται στοιχειώδεις διαδικασίες και αυτομάτως λόγω ανάγκης θα απεμπλακούν επενδύσεις ΑΠΕ χιλιάδων MW οι οποίες σήμερα λιμνάζουν λόγω γραφειοκρατίας και της κακώς νοούμενης «ευαισθησίας» σε θέματα τοπικών αντιδράσεων την στιγμή που τόσα χρόνια αφήσαμε σαν κράτος αναξιοποίητη την πολυτέλεια που είχαμε να διαλέγουμε τις βέλτιστες επενδύσεις στον κλάδο των ΑΠΕ και να τις υλοποιούμε με εύλογους αλλά ταχείς ρυθμούς.

Σήμερα λοιπόν με τι ρυθμό προχωρούν η εξοικονόμηση και η ανάπτυξη των ΑΠΕ ;

Π.Λ. : Στον τομέα της εξοικονόμησης δεν είμαι ειδικός, αλλά στα αιολικά που είναι και το αντικείμενο μας, μπορώ να σας πω ότι έχουμε πιάσει τον απόλυτο πάτο. Κάθε χρόνο δεν εντάσσονται στο σύστημα παρά 100- 120 MW αιολικής ισχύος, και αυτά με μειούμενο ρυθμό. Είμαστε τρομακτικά μακριά από τους στόχους, χωρίς η κατάσταση αυτή να οφείλεται στην κρίση, αλλά στα δομικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς (γραφειοκρατία, αντιδράσεις, έλλειψη δικτύων κλπ.). Και αυτό που φοβάμαι πλέον είναι ότι μπορεί το νομοσχέδιο για την απλοποίηση της αδειοδοτικής διαδικασίας των ΑΠΕ να είναι πολύ καλό (γενναία κίνητρα, μείωση γραφειοκρατίας, κλπ), αλλά λόγω ακριβώς της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας να μην φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Δηλαδή σαν εταιρεία, αλλά και σαν κλάδος ευρύτερα, αντιμετωπίζετε προβλήματα λόγω της κρίσης ;

Π.Λ. : Ασφαλώς, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Οι τράπεζες δεν δανείζουν εύκολα, άρα υπάρχει μια στενότητα ρευστότητας που σίγουρα θα «ακουμπήσει» το χώρο των ΑΠΕ. Πριν από δύο- τρία χρόνια, οι τραπεζίτες «συνωστίζονταν» έξω από τα γραφεία μας, για το ποιος θα μας δώσει δάνειο με τα καλύτερα και πιο ευνοϊκά επιτόκια. Τώρα γίνεται το ανάποδο. Οι μεσαίες και μικρότερες εταιρείες του κλάδου δυσκολεύονται εξαιρετικά να δανειστούν. Και δεν μιλώ για την ΕΝΤΕΚΑ, που έχοντας μια πορεία στο χρόνο, και διαθέτοντας ένα ρεαλιστικό –και ίσως συντηρητικό- πλάνο έργων αποκλειστικά δικών της, κάπως καλύπτει τις όποιες δυσκολίες. Μιλώ για τις μικρότερες εταιρείες, την πλειοψηφία δηλαδή της αγοράς των ΑΠΕ. Αν όμως πούμε ότι η αγορά «ανοίγει», που σημαίνει ότι πρόκειται να γίνουν μερικές επενδύσεις κάποιων δισεκατομμυρίων ευρώ τα επόμενα χρόνια, ο τραπεζικός κλάδος θα πρέπει να συνεισφέρει σε ένα πολύ σημαντικό ποσοστό. Και φοβάμαι ότι δύσκολα θα το κάνει αν συνεχίσει επί μακρόν η σημερινή κατάσταση. Και αν μάλιστα καταργηθούν οι επιδοτήσεις στο σκέλος της αρχικής επένδυσης για την κατασκευή,των έργων τότε το αντίστοιχο κοστος θα κληθούν να το καλύψουν οι τράπεζες, γεγονός που σήμερα φαίνεται εξαιρετικάδύσκολο.

Π.Π. : Εγώ θα ήθελα να σταθώ σε τρία στρατηγικής σημασίας προβλήματα, που δεν θέλουν και πολύ για να τινάξουν την αγορά των ΑΠΕ στον αέρα. Και δεν αναφέρομαι στις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών και στις προσφυγές στα δικαστήρια. Πρώτον, οι περιορισμοί που τίθενται για να επιτευχθεί η περιβόητη μεγάλη διείσδυση της πράσινης ενέργειας. Μιλώ για τις υποδομές. Μπορεί το ηλεκτρικό δίκτυο, οι ηλεκτρικοί μας σταθμοί, οι εγχώριες και διεθνείς διασυνδέσεις της χώρας να υποστηρίξουν τόσο μεγάλη διείσδυση ; Υπάρχουν συστήματα «αποθήκευσης» ενέργειας, είναι ευέλικτοι οι νέοι σταθμοί φυσικού αερίου ; Έχει την κουλτούρα και τις υποδομές η αρμόδια αρχή (ΔΕΣΜΗΕ) να διαχειριστεί όλη αυτή την μεγάλη διείσδυση πράσινης ενέργειας ; Τι είδους σχέση θα αναπτυχθεί μεταξύ των ΑΠΕ και των παραδοσιακών θερμικών μονάδων ; Συμπληρωματική ή ανταγωνιστική ; Διότι αν δεν λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα σε επίπεδο υποδομών και θεσμικών εργαλείων, ώστε αυτή η σχέση να είναι συμπληρωματική, μπορεί να έχουμε πρόβλημα.

Τι εννοείτε όταν λέτε συμπληρωματική ;

Π.Π. : Έστω για παράδειγμα ότι το κράτος συνεχίζει να αδειοδοτεί θερμικούς σταθμούς βάσης που όμως δεν είναι ευέλικτοι και δεν μπορούν να λειτουργήσουν, όποτε αυτό απαιτείται, σε χαμηλά τεχνικά ελάχιστα , ώστε να επιτρέπουν τη λειτουργία αιολικών πάρκων σε μεγάλη κλίμακα. Τότε θα αντιμετωπίσει σύντομα το δίλλημα για το αν θα λειτουργήσουν οι ΑΠΕ ή οι εν λόγω σταθμοί. Γιατί μεγάλο αριθμό αιολικών πάρκων, χωρίς την υποστήριξη σημαντικού επίσης αριθμού ευέλικτων σταθμών βάσης, δεν αντέχει ένα σύστημα.

Το δεύτερο στρατηγικό πρόβλημα αφορά στη σχέση μεταξύ των αιολικών πάρκων και της βιοποικιλότητας, γενικότερα της προστασίας της φύσης. Διότι έχει αρχίσει να αναπτύσσεται έντονα και σε θύλακες της διοίκησης ένα ψευτοδίλημμα του τύπου ή αιολική ενέργεια ή προστασία της βιοποικιλότητας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις περιοχές Natura που στην Ελλάδα αγγίζουν το 25% της συνολικής χερσαίας έκτασης. Επειδή λοιπόν πρέπει αναμφίβολα να προστατευθούν, αρχίζουν και τίθενται διάφορα ερωτήματα για το πόσο αποτελεσματικά θα επιτύχει η πολιτεία τη σύζευξη του «πράσινου» με την ανάπτυξη. Αυτό που πρέπει να εμπεδωθεί σαν πολιτική κατεύθυνση, είναι ότι σε μια χώρα που τα 20-25 τελευταία χρόνια δεν έχει να επιδείξει και σπουδαία αποτελέσματα στο σκέλος της επιστημονικής τεκμηρίωσης για την προστασία του περιβάλλοντος, δεν είναι δυνατόν, με βάση ασκήσεις επί χάρτου, και χωρίς τεκμηριωμένες μελέτες, να ορίζουμε συλλήβδην περιοχές αποκλεισμού των ΑΠΕ, και ειδικότερα των αιολικών πάρκων. Είτε αυτές είναι περιοχές Natura, είτε εθνικά πάρκα. Τα τελευταία εθνικά πάρκα που ορίστηκαν το 2009 από το τότε ΥΠΕΧΩΔΕ είναι τα εξής τρία : εθνικό πάρκο Ροδόπης, που περιλαμβάνει 6 περιοχές Natura, αλλά έχει συνολική έκταση 4πλάσια αυτών των περιοχών. Αν θεωρήσουμε το εθνικό αυτό πάρκο ως ζώνη αποκλεισμού των ΑΠΕ, τότε αποκλείεται η εγκατάστασή τους από μια αχανή έκταση, πολύ μεγαλύτερη από τις πραγματικές Natura. Το ίδιο ισχύει για τα εθνικά πάρκα του Βουραϊκού - Χελμού στη Βόρεια Πελοπόννησο, και για το οικολογικό πάρκο Πάρνωνα στην Αν. Πελοπόννησο. Περιλαμβάνουν το καθένα 3 περιοχές Natura, αλλά έχουν τριπλάσια έκταση από αυτές. Επομένως αν βαδίσουμε σε μια λογική, που αποκλείει την εγκατάσταση ΑΠΕ συλλήβδην από τεράστιες περιοχές, θα βρεθούμε κάποια στιγμή στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να τοποθετήσουμε αιολικά πάρκα στον θεσσαλικό κάμπο, όπου όμως δεν φυσάει !

Το τρίτο θέμα είναι ένα καινούργιο πρόβλημα που έχει αντιμετωπιστεί στην Ευρώπη, αλλά σε εμάς τώρα αρχίζει να εμφανίζεται. Είναι η σχέση της αιολικής ενέργειας με τα ραντάρ. Σκεφτείτε ότι μιλάμε για την ανάπτυξη του αιολικού δυναμικού του Αιγαίου, μιας περιοχής προς την οποία είναι στραμμένα όλα τα ραντάρ της Αεροπορίας και του Στρατού. Η ανεμογεννήτρια επειδή γυρίζει , στην ουσία είναι ένα κινούμενο αντικείμενο. Προς στιγμήν λοιπόν το ραντάρ την αναγνωρίζει ως στόχο, και εξαρτάται από το πόσο σύγχρονα είναι τα ηλεκτρονικά συστήματα που διαθέτει, για να αντιληφθεί σε κλάσματα του δευτερολέπτου ότι πρόκειται απλώς για ένα αιολικό πάρκο. Αν είναι παλαιάς τεχνολογίας, όπως πολλά από τα ραντάρ του Στρατού αλλά και της Αεροπορίας επιπέδου δεκαετίας 1980 ή και πιο πριν, θα χρειαστεί μερικά δευτερόλεπτα για να αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει. Αν μάλιστα έχει μπροστά του πολλές ανεμογεννήτριες, τότε θα χρειασθεί ακόμη περισσότερος χρόνος. Αντιλαμβάνεσθε τη σοβαρότητα του θέματος αφού σχετίζεται με την άμυνα της χώρας. Ήδη, πολλά αιολικά πάρκα, όχι μόνο σε νησιά αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα, λόγω παρεμβάσεων που πιθανολογείται ότι γίνονται στα ραντάρ, αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Ειδικά στη Μ. Βρετανία , τόσο ο κλάδος της αιολικής ενέργειας, όσο και ο Στρατός έχουν δουλέψει πολύ πάνω σε αυτή την κατεύθυνση , ώστε να επιλύσουν το πρόβλημα. Γι’ αυτό και εμείς ως Ελληνική Ένωση Αιολικής Ενέργειας (ΕΛΕΤΑΕΝ) είμαστε σε επαφή με το Στρατό και με την Αεροπορία, έχουμε ζητήσει να γίνουν κάποιες συσκέψεις, καθώς είναι ένα θέμα που αποτελεί εν δυνάμει μεγάλο πρόβλημα.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM