Οι τιμές του αντιμονίου στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 300% το 2024. Και συνεχίζουν…
Μια έλλειψη προσφοράς πυροδότησε το πιο απότομο ράλι στην τιμή που «καταγράφηκε ποτέ» στην παγκόσμια αγορά αντιμονίου το 2024, σύμφωνα με την FastMarkets που άρχισε να καταγράφει τιμές από τον Ιανουάριο του 1980.
Τώρα, η Κίνα έχει απαγορεύσει την εξαγωγή αντιμονίου, καθώς και γαλλίου και γερμανίου, στις ΗΠΑ, ως αντίποινα για τους αυστηρότερους περιορισμούς που επιβλήθηκαν από τις ΗΠΑ για εξαγωγές που σχετίζονται με ημιαγωγούς στην Κίνα.
Στις ΗΠΑ, η κύρια πρωτογενής κατανάλωση αντιμονίου το 2023 ήταν:
- 43%, σε μεταλλικά προϊόντα κραμάτων, συμπεριλαμβανομένου αντιμονίου, μολύβδου και πυρομαχικών
- 35%, ως επιβραδυντικά πυρός-φλόγας
- 22%, μη μεταλλικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων κεραμικών και προϊόντων γυαλιού και καουτσούκ
Το αντιμόνιο καταγράφεται ως κρίσιμο ορυκτό σχεδόν σε όλη την υφήλιο στις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Ιαπωνία και την Αυστραλία.
Η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια προσφορά, αλλά το μερίδιό της μειώνεται σταθερά:

- το 2000, η Κίνα παρήγαγε 100.000 τόνους, σε παγκόσμιο σύνολο 121.000 τόνων
- το 2024, η Κίνα παράγει 40.000 τόνους, σε σύνολο 83.000 τόνων
Το πρόβλημα για την Κίνα είναι ότι τα αποθέματα εξαντλούνται ολοένα και περισσότερο, λόγω του αυξανόμενου κόστους και των αυστηρότερων περιβαλλοντικών περιορισμών αλλά και τη συνεχιζόμενη σταδιακή μείωση της ποιότητας των αποθεμάτων.
Ωστόσο, όχι μόνο το ποσοστό της Κίνας μειώνεται, αλλά η προσφορά από αλλού (πχ. Τατζικιστάν, Ρωσία κλπ) δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πτώσης της παραγωγής στην Κίνα.
Περαιτέρω, πέραν των βασικών παραδοσιακών χρήσεων του αντιμονίου, ο κλάδος των ΑΠΕ και ιδιαίτερα των φωτοβολταϊκών με ρυθμό ανάπτυξης 30% από έτος σε έτος, έχει διαφοροποιήσει σημαντικά την ισορροπία προσφοράς-ζήτησης της βιομηχανίας αντιμονίου, όπως δήλωσε στο FastMarkets ο Kang Dongsheng, πρόεδρος της μεγάλης κινεζικής εταιρείας παραγωγής αντιμονίου, Hsikwangshan Twinkling Star Co Ltd.

Ενα γενικό συμπέρασμα ειναι ότι η προσφορά αντιμονίου αντιμετωπίζει τόσο βραχυπρόθεσμη συμπίεση μεταβλητότητας όσο και μακροπρόθεσμο διαρθρωτικό έλλειμμα.
Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, η προσφορά από μεγάλους παραγωγούς, όπως η Ρωσία και η Μιανμάρ, είναι εξαιρετικά ασταθής λόγω οικονομικών κυρώσεων και περιφερειακών συγκρούσεων.
Και, όπως ήδη εξηγήθηκε, η παραγωγή και τα αποθέματα στην Κίνα, που εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο, μειώνονται.
Επισημαίνεται επίσης ότι η υψηλή τιμή του χρυσού περιορίζει επίσης την παραγωγή αντιμονίου καθώς πολλά ορυχεία χρυσού-αντιμονίου, όπως το Polyus της Ρωσίας, επικεντρώνονται στην παραγωγή χρυσού που είναι περισσότερο επικερδής. Υπενθυμίζεται ότι η Polyus σχεδιάζει να αρχίσει να πουλά το συμπύκνωμα επίπλευσης Au-Sb που ήδη το παράγεται με επιτυχία (Au 50-100 g/t, Sb 20-40%) στην παγκόσμια αγορά, με μελλοντικά σχέδια να παράγει επίσης μέταλλο αντιμόνιο.
Εν τω μεταξύ, η ζήτηση του αντιμονίου — κυρίως από ηλιακές και στρατιωτικές ανάγκες — συνεχίζει να αυξάνεται.
Η άρση των κυρώσεων στη Ρωσία ή/και ο τερματισμός της σύγκρουσης στη Μιανμάρ θα παρείχε βραχυπρόθεσμη ανακούφιση (π.χ. λογω διαθεσιμότητας των αποθεμάτων από την Polyus) — αλλά για ομαλή και επαρκή προμήθεια θα χρειαστούν χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Και, οι νέοι περιορισμοί από την Κίνα, μας επιβεβαιώνουν κάθε φορά ότι αυτό είναι ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα.
Να γιατί λοιπόν οι τιμές του αντιμονίου είναι και θα παραμείνουν στα ύψη τουλάχιστον και για το 2025!
(του Π. Τζεφέρη, Ορυκτός Πλούτος)