Στα 1,5 GW η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας έως τα μέσα του 2027 – Το σχέδιο του ΥΠΕΝ για τις μπαταρίες
Σημαντική επιτάχυνση στην ανάπτυξη έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας βλέπει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εκτιμώντας ότι η εγκατεστημένη ισχύς θα φτάσει περίπου το 1 GW έως το τέλος του 2026 και θα προσεγγίσει τα 1,5 GW στα μέσα του 2027.
Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε στη Βουλή ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, απαντώντας σε ερώτηση της αντιπολίτευσης για την πορεία των επενδύσεων στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, σήμερα στο σύστημα μεταφοράς του ΑΔΜΗΕ έχουν ήδη ηλεκτριστεί περίπου 530 MW έργων αποθήκευσης, ενώ στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ λειτουργούν επιπλέον σχεδόν 100 MW. Με τον ρυθμό υλοποίησης που καταγράφεται, το υπουργείο εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του έτους η συνολική εγκατεστημένη ισχύς θα προσεγγίσει το 1 GW, ενώ μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες θα φτάσει περίπου τα 1,5 GW.
Παράλληλα, ο υφυπουργός υπενθύμισε ότι η Ελλάδα συμμετείχε την προηγούμενη εβδομάδα στο Λουξεμβούργο στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την αποθήκευση, αναλαμβάνοντας τη δέσμευση για ανάπτυξη 3 GW αποθηκευτικής ισχύος έως το 2028.
Αναφερόμενος στις παρεμβάσεις που έχουν ήδη υλοποιηθεί, ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε τρεις ανταγωνιστικές διαδικασίες για έργα μπαταριών, διαθέτοντας περίπου 150 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ παράλληλα προωθεί το μεγάλο έργο αντλησιοταμίευσης, το οποίο χαρακτήρισε εμβληματική επένδυση λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας αποθήκευσης, της υψηλότερης ενεργειακής χωρητικότητας και της σημαντικής εγχώριας προστιθέμενης αξίας που δημιουργεί.
Στην ίδια κατεύθυνση, όπως είπε, θεσπίστηκαν μια σειρά από ρυθμίσεις που διευκολύνουν την εγκατάσταση αποθήκευσης σε έργα αυτοκατανάλωσης και μονάδες ΑΠΕ, αλλά και τη μετατροπή υφιστάμενων αδειών θερμικών σταθμών σε έργα αποθήκευσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υφυπουργός και στη φιλοσοφία με την οποία σχεδιάστηκε η πολιτική στήριξης της αποθήκευσης, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση απέφυγε υπερβολικά γενναιόδωρες επιδοτήσεις που θα επιβάρυναν τελικά τους καταναλωτές.
«Αν τρέχαμε να επιδοτήσουμε τις μπαταρίες, θα επαναλαμβάναμε το μοντέλο που εφαρμόστηκε στα φωτοβολταϊκά πριν από δεκαπέντε χρόνια και θα τις είχαμε χρυσοπληρώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά, κάνοντας λόγο για επιλογή δημοσιονομικής υπευθυνότητας.
Απαντώντας, τέλος, στις συγκρίσεις με τη Βουλγαρία, υποστήριξε ότι η αξιολόγηση μιας αγοράς δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση την εγκατεστημένη ισχύ αποθήκευσης. Όπως σημείωσε, η Ελλάδα διαθέτει διαφορετικό παραγωγικό μίγμα, με σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή μονάδων φυσικού αερίου, γεγονός που επηρεάζει τη λειτουργία της αγοράς.
Επικαλέστηκε μάλιστα τα στοιχεία των χονδρεμπορικών τιμών, σύμφωνα με τα οποία η μέση τιμή στην ελληνική αγορά διαμορφώνεται φέτος στα 92 ευρώ/MWh έναντι 108 ευρώ/MWh στη Βουλγαρία, ενώ επισήμανε ότι η Ελλάδα καταγράφει σήμερα την έκτη χαμηλότερη τιμή χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
«Η αποθήκευση αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για το ενεργειακό σύστημα, αλλά δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που καθορίζει την ανταγωνιστικότητα της αγοράς», τόνισε, διαβεβαιώνοντας ότι το υπουργείο θα συνεχίσει να στηρίζει την ανάπτυξη νέων έργων, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο το κόστος για τους καταναλωτές.