Οι Κασσάνδρες της ενέργειας και γιατί δεν αποδείχτηκαν «εύστοχες» οι προβλέψεις του 2023
Έναν χρόνο πριν, στο κατώφλι του 2023, οι αναλυτές προσπαθούσαν να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, για τους πρώτους μήνες της νέας χρονιάς, με τα σενάρια να είναι δραματικά και με αρκετούς αναλυτές να προβλέπουν μια άνευ προηγουμένου ενεργειακή κρίση.
Είχε προηγηθεί η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου σε ιστορικά υψηλά τους καλοκαιρινούς μήνες, και οι απειλές από πλευράς Κρεμλίνου ότι αν επιμείνει η Δύση στις κυρώσεις της η Ευρώπη θα βυθιστεί στο κρύο και στο σκοτάδι.
Στις αναλύσεις που έβλεπαν τότε το φως της δημοσιότητες μια λέξη κυριαρχούσε: αβεβαιότητα. Και βέβαια ουδείς μπορούσε να προβλέψει τον πόλεμο μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς. Όλες οι σχετικές αναλύσεις στερούνταν ικανής στατιστικής βάσης πάνω στην οποία μπορούσαν να στηριχθούν ασφαλείς πιθανολογικές προβλέψεις για τις εξελίξεις των τιμών των προϊόντων ενέργειας. Άλλωστε το ίδιο είχε συμβεί και το έτος 2022, κατά τη διάρκεια του οποίου όλες οι εκτιμήσεις ουσιαστικά απέτυχαν να προβλέψουν τις έντονες διακυμάνσεις των τιμών του φυσικού αερίου και του πετρελαίου.
Ενδεικτικό είναι ότι τον Σεπτέμβριο του 2022 μέσα σε αυτό το δυσμενές κλίμα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμούσε ότι η μέση τιμή για το φυσικό αέριο το 2023 θα αυξανόταν στο αστρονομικό ύψος των 235 ευρώ.
Αλλα και η S&P Global Ratings ανέμενε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου θα παρέμεναν αυξημένες τα επόμενα δύο χρόνια (2023 και 2024), καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από το φυσικό αέριο ρωσικής προέλευσης και να αυξήσουν την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις ΗΠΑ.
Δεν επιβεβαιώθηκαν τα χειρότερα
Η σημαντική μείωση στην κατανάλωση ενέργειας, σε συνδυασμό με την ταχύτατη αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου στην Ευρώπη, αλλά και τη μεγάλη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα είχαν ως αποτέλεσμα να αποφευχθούν τα χειρότερα για τη Γηραιά Ήπειρο. Οι τιμές - αν και παραμένουν υψηλές- υποχώρησαν σημαντικά σε πείσμα των αρχικών προβλέψεων και μάλιστα συμβάλλουν πλέον στην αποκλιμάκωση των εν γένει πληθωριστικών πιέσεων.
Αλλά και για το πετρέλαιο, οι αναλυτές στην πλειοψηφία τους δεν επιβεβαιώθηκαν καθώς η πλειοψηφία έβλεπε τις τιμές του μαύρου χρυσού να κινείται κατά μέσο όρο πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι και να κλείνει τη χρονιά στα 120 δολάρια. H τιμή του Brent βρίσκεται στα 80 δολ.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι παρά γεγονός ότι οι τιμές κατέγραψαν έντονες διακυμάνσεις και αστάθεια, η εικόνα δεν ήταν τόσο άσχημη όσο το 2022.
Τα σενάρια για μπλακ άουτ
Επίσης, πριν από έναν χρόνο διάχυτη ήταν η ανησυχία για γενικευμένα μπλακ άουτ ή ρεύμα με το... δελτίο.
Χαρακτηριστική ήταν η ανάλυση των New York Times, που προέβλεπαν έναν δύσκολο ευρωπαϊκό χειμώνα με ορατό τον κίνδυνο γενικευμένων μπλακ άουτ. Η Γερμανία και η Γαλλία μάλιστα εξέδωσαν σαρωτικές συστάσεις, που περιελάμβαναν τη μείωση της θέρμανσης σε όλα τα σπίτια, τις επιχειρήσεις και τα δημόσια κτίρια, το κλείσιμο των συσκευών στις ώρες αιχμής και την αποσύνδεση ηλεκτρονικών συσκευών όταν δεν χρησιμοποιούνται.
Και το Bloomberg προειδοποιούσε ότι η Ευρώπη δύσκολα θα μπορέσει να αποφύγει τα μπλακ άουτ τον χειμώνα και δεν θα έχει άλλες επιλογές πλην της επιβολής δελτίου στην κατανάλωση φυσικού αερίου και ρεύματος.
Το χειρότερο σενάριο, όπως επεσήμαιναν οι αναλυτές του Bloomberg, είναι η πλήρης διακοπή παροχής του ρωσικού φυσικού αερίου στην περιοχή σε συνδυασμό με πρώιμη επιδείνωση του καιρού. Με λίγες εναλλακτικές διαθέσιμες για τις ενεργειακές προμήθειες της Ευρώπης, η αύξηση της ζήτησης για θέρμανση θα ωθήσει σε αυτή την περίπτωση σε νέα ύψη τις τιμές, θα απειλήσει με κοινωνική αναταραχή και θα δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Ευρώπης να στηρίξει την Ουκρανία.
Αλλά και ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, Αλβάρο Σάντος Περέιρα, δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να υπάρξουν στην Ευρώπη, το 2023 και το 2024, διακοπές στην παροχή ενέργειας.
Σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro πριν από έναν χρόνο τόνιζε ότι προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα «η ΕΕ πρέπει να δεσμευτεί για μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας το συντομότερο δυνατό. Είναι σαφές, ότι πρέπει να προχωρήσουμε προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και να αποφασίσουμε κοινές ενεργειακές πολιτικές».