Μακρυγιάννης (JinkoSolar): Αλλάζει το «δόγμα» των ΑΠΕ με την έμφαση να δίνεται στη διαχείριση ενέργειας – «Κλειδί» οι εξατομικευμένες λύσεις από τις εταιρείες εξοπλισμού

Μακρυγιάννης (JinkoSolar): Αλλάζει το «δόγμα» των ΑΠΕ με την έμφαση να δίνεται στη διαχείριση ενέργειας – «Κλειδί» οι εξατομικευμένες λύσεις από τις εταιρείες εξοπλισμού

Μακρυγιάννης (JinkoSolar): Αλλάζει το «δόγμα» των ΑΠΕ με την έμφαση να δίνεται στη διαχείριση ενέργειας – «Κλειδί» οι εξατομικευμένες λύσεις από τις εταιρείες εξοπλισμού

Την μετατόπιση της προσοχής από την προσθήκη νέων «πράσινων» MW στη διαχείριση της παραγόμενης «πράσινης» ενέργειας, που ήδη κορυφώνεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αποτυπώνει η σημερινή κατάσταση του ηλεκτρικού συστήματος, διαμορφώνοντας νέα δεδομένα για τις ενεργειακές επενδύσεις.

«Το νέο δόγμα, κατά την γνώμη μου, δεν είναι απλώς περισσότερες ΑΠΕ. Είναι περισσότερες ΑΠΕ μέσα σε ένα σύστημα που μπορεί πραγματικά να τις απορροφήσει και να τις αξιοποιήσει» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Βαγγέλης Μακρυγιάννης, Technical Sales Manager της JinkoSolar, σε συνέντευξή του στο energypress. Συμπληρώνει δε πως «η σημερινή φάση είναι ίσως πιο δύσκολη από την πρώτη φάση της ενεργειακής μετάβασης. Δεν αρκεί πλέον να προσθέτουμε ισχύ. Πρέπει να σχεδιάσουμε καλύτερα το πως αυτή η ισχύς, θα λειτουργεί μέσα στην αγορά και στο δίκτυο».

Επιπρόσθετα, όπως ανέφερε, παρά τις όποιες προκλήσεις συνοδεύουν σήμερα τον κλάδο των φωτοβολταϊκών, αυτά παραμένουν μία από τις πιο ανταγωνιστικές τεχνολογίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με ισχυρές προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης. Η αποθήκευση ενέργειας προβάλει ως βασικό συστατικό στοιχείο για την επόμενη μέρα του κλάδου, χωρίς, ωστόσο, όπως σημειώνει, να αναιρεί την ανάγκη για μια ολιστικότερη προσέγγιση που θα περιλαμβάνει «επενδύσεις σε δίκτυα, καλύτερη πρόβλεψη παραγωγής και ζήτησης, μηχανισμούς ευελιξίας και πιο ώριμους κανόνες λειτουργίας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας».

Από την πλευρά της, η JINKO (JinkoSolar & Jinko ESS), όπως τόνισε ο κ. Μακρυγιάννης, φέρεται να έχει προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, προσαρμόζοντας αναλόγως τις λύσεις που προσφέρει στην αγορά. «Δεν αρκεί πλέον να μιλάμε μόνο για προϊόντα. Πρέπει να μιλάμε για λύσεις, για αξιοπιστία, για απόδοση σε βάθος χρόνου και για το πώς ο εξοπλισμός εντάσσεται σε ένα συνολικότερο ενεργειακό σχέδιο».

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη του Βαγγέλη Μακρυγιάννη στο energypress:

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από την «μεγάλη εικόνα». Η ενεργειακή ασφάλεια έρχεται σε πρώτο πλάνο με την ενεργειακή μετάβαση να ακολουθεί και πολύ περισσότερο να καλείται να υπηρετήσει την ενεργειακή ασφάλεια. Τι σημαίνει αυτό κατά την γνώμη σας και βλέπετε αυτό να μεταφράζεται με κάποιο τρόπο στην αγορά; Αλλάζουν πράγματα σε συνέχεια του «νέου δόγματος»;

Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ενεργειακή μετάβαση. Για αρκετό καιρό η συζήτηση εστίαζε κυρίως στην απανθρακοποίηση και στους κλιματικούς στόχους. Σήμερα, η ενεργειακή ασφάλεια έχει περάσει στο κέντρο της συζήτησης. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για πιο καθαρή ενέργεια, αλλά για ενέργεια που μπορεί να παραχθεί τοπικά, να είναι οικονομικά ανταγωνιστική και να μειώνει την εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες.

Αυτό μεταφράζεται ήδη στην αγορά. Οι επενδυτές και οι πελάτες δεν κοιτούν μόνο πόσα MW θα εγκατασταθούν, αλλά πώς αυτά τα MW θα ενσωματωθούν στο σύστημα, με τι αξιοπιστία, με τι κόστος και με ποιο βαθμό προβλεψιμότητας. Η ποιότητα του εξοπλισμού, το bankability του προμηθευτή, η διάρκεια ζωής των έργων και η δυνατότητα συνδυασμού φωτοβολταϊκών με αποθήκευση αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία.

Ως JINKO, το βλέπουμε αυτό πολύ καθαρά στις συζητήσεις με developers, EPCs, επενδυτές και επιχειρήσεις. Η αγορά δεν ζητά απλώς ένα φωτοβολταϊκό πλαίσιο. Ζητά αξιοπιστία, απόδοση σε βάθος χρόνου και λύσεις που μπορούν να σταθούν σε ένα πιο απαιτητικό ενεργειακό περιβάλλον.

Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός προβληματισμός. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται μόνο με την εγκατάσταση περισσότερων φωτοβολταϊκών. Αν δεν υπάρχουν δίκτυα, αποθήκευση, διασυνδέσεις, ευελιξία και ένα πλαίσιο αγοράς που να ανταμείβει σωστά την ευελιξία και να επιτρέπει στις ΑΠΕ και στις μπαταρίες να λειτουργούν αποτελεσματικά, τότε ένα μέρος της πράσινης ενέργειας δεν αξιοποιείται όπως θα έπρεπε. Άρα το νέο δόγμα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απλώς περισσότερες ΑΠΕ. Είναι περισσότερες ΑΠΕ μέσα σε ένα σύστημα που μπορεί πραγματικά να τις απορροφήσει και να τις αξιοποιήσει.

Η σημερινή φάση είναι ίσως πιο δύσκολη από την πρώτη φάση της ενεργειακής μετάβασης. Δεν αρκεί πλέον να προσθέτουμε ισχύ. Πρέπει να σχεδιάσουμε καλύτερα το πώς αυτή η ισχύς θα λειτουργεί μέσα στην αγορά και στο δίκτυο.

Για να έρθουμε στην Ελλάδα, ο κλάδος των φωτοβολταϊκών φαίνεται να κινείται στα «κόκκινα» με περικοπές, αρνητικές και μηδενικές τιμές να δοκιμάζουν τις αντοχές των επενδυτών ιδίως των μικρομεσαίων. Αρχικά θα ήθελα να σας ρωτήσω τι εισπράττετε εσείς από την αγορά;

Αυτό που εισπράττουμε είναι ένας έντονος προβληματισμός, αλλά όχι απαισιοδοξία για τον κλάδο. Τα φωτοβολταϊκά παραμένουν μία από τις πιο ανταγωνιστικές τεχνολογίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και η μακροπρόθεσμη προοπτική τους παραμένει ισχυρή. Αυτό που αλλάζει είναι το επενδυτικό περιβάλλον γύρω από αυτά.

Οι επενδυτές, και ειδικά οι μικρομεσαίοι, βλέπουν ότι οι περικοπές παραγωγής, οι μηδενικές ή αρνητικές τιμές και η αυξημένη μεταβλητότητα στο χρηματιστήριο ενέργειας επηρεάζουν πλέον άμεσα τα οικονομικά των έργων. Παλαιότερα ένα φωτοβολταϊκό έργο μπορούσε να αξιολογηθεί πιο απλά: κόστος εξοπλισμού, αναμενόμενη παραγωγή, σύνδεση, χρηματοδότηση. Σήμερα η ανάλυση είναι πολύ πιο σύνθετη.

Πλέον ο επενδυτής δεν εξετάζει μόνο πόση ενέργεια θα παράγει το έργο, αλλά και πότε θα την παράγει, σε ποια τιμή θα αποζημιώνεται, ποια θα είναι η έκθεσή του σε περικοπές και αν υπάρχει δυνατότητα μείωσης του ρίσκου μέσω αποθήκευσης, PPAs ή άλλων μηχανισμών. Αυτό είναι μια μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία της αγοράς.

Ιδίως οι μικρομεσαίοι παραγωγοί πιέζονται περισσότερο, γιατί δεν έχουν πάντα την ίδια πρόσβαση σε εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου, εμπορικές συμφωνίες ή σύνθετες χρηματοδοτικές δομές που διαθέτουν μεγαλύτεροι παίκτες. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στον σχεδιασμό της αγοράς.

Παράλληλα, υπάρχει ένας εύλογος προβληματισμός για τον ρυθμό με τον οποίο κινήθηκαν οι θεσμοί και οι υποδομές. Η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα ήταν εντυπωσιακή, αλλά οι επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση, διασυνδέσεις και μηχανισμούς ευελιξίας δεν προχώρησαν πάντα με την ίδια ταχύτητα. Η αγορά είχε επισημάνει εδώ και χρόνια ότι η μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ θα χρειαζόταν τη δεύτερη φάση της μετάβασης: αποθήκευση, ενίσχυση δικτύων και καλύτερη λειτουργία της αγοράς.

Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι το πρόβλημα είναι τα φωτοβολταϊκά. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά ωρίμασε γρηγορότερα από ορισμένες κρίσιμες υποδομές που απαιτούνται για την υποστήριξή της. Η Ελλάδα παραμένει ελκυστική αγορά, αλλά πλέον περνά σε μια πιο απαιτητική φάση, όπου η επιτυχία δεν θα κρίνεται μόνο από τα MW που εγκαθίστανται, αλλά από το πώς αυτά αξιοποιούνται.

Έπειτα η αποθήκευση δύναται να αποτελέσει μια βιώσιμη λύση; Πόσο κοντά βρισκόμαστε τόσο τεχνολογικά όσο και σε επίπεδο αγοράς ώστε πράγματι η αποθήκευση με μπαταρίες να δύναται να σταθεί ως λύση;

Η αποθήκευση είναι αναμφίβολα βασικό κομμάτι της λύσης. Θα έλεγα ότι η επόμενη φάση της αγοράς των ΑΠΕ δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αποθήκευση. Όσο αυξάνεται η συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στο ενεργειακό μείγμα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να μεταφέρουμε ενέργεια από ώρες υπερπαραγωγής σε ώρες υψηλότερης ζήτησης και καλύτερων τιμών.

Τεχνολογικά, η αγορά έχει προχωρήσει πολύ. Οι μπαταρίες είναι πλέον πιο ώριμες, πιο αποδοτικές και πιο ασφαλείς. Το κόστος έχει μειωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και οι λύσεις που υπάρχουν σήμερα μπορούν να ενσωματωθούν πολύ πιο αποτελεσματικά σε φωτοβολταϊκά έργα. Ως JINKO, βλέπουμε διεθνώς ότι η αγορά μετακινείται από το απλό PV προς ολοκληρωμένες λύσεις PV plus storage.

Ωστόσο, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Η αποθήκευση δεν είναι πανάκεια. Δεν θα λύσει μόνη της όλα τα ζητήματα των περικοπών, των τιμών ή των δικτύων. Χρειάζεται να λειτουργήσει σε συνδυασμό με επενδύσεις σε δίκτυα, καλύτερη πρόβλεψη παραγωγής και ζήτησης, μηχανισμούς ευελιξίας και πιο ώριμους κανόνες λειτουργίας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε επίπεδο αγοράς, υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες. Οι επενδυτές χρειάζονται σαφή εικόνα για τα έσοδα των έργων αποθήκευσης, για τη συμμετοχή τους στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και εξισορρόπησης, για τον τρόπο αντιμετώπισης των περικοπών και για τους όρους σύνδεσης. Χωρίς προβλεψιμότητα, είναι δύσκολο να προχωρήσουν γρήγορα μεγάλες επενδύσεις.

Εδώ υπάρχει και ένας θεμιτός προβληματισμός για τις καθυστερήσεις. Η ανάγκη για αποθήκευση ήταν ορατή εδώ και χρόνια. Η αγορά, οι developers και οι τεχνικοί φορείς γνώριζαν ότι η αύξηση των φωτοβολταϊκών θα έφερνε ανάγκη για ευελιξία. Παρ’ όλα αυτά, το θεσμικό πλαίσιο, οι διαδικασίες και τα business models για την αποθήκευση δεν κινήθηκαν πάντα με την ταχύτητα που απαιτούσε η αγορά.

Άρα, ναι, η αποθήκευση μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη λύση. Αλλά η βιωσιμότητά της δεν είναι μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Είναι κυρίως ζήτημα ρυθμιστικής σαφήνειας, ταχύτητας αποφάσεων και σωστού συντονισμού μεταξύ Πολιτείας, διαχειριστών, θεσμών και αγοράς. Αν αυτά προχωρήσουν, η επόμενη πενταετία μπορεί πράγματι να είναι η πενταετία της αποθήκευσης.

Πλέον ανοίγει η δυνατότητα εγκατάστασης μπαταριών σε επιχειρήσεις. Εκτιμάτε ότι υπάρχει σχετικό επενδυτικό ενδιαφέρον στην ελληνική αγορά και πράγματι οι μπαταρίες μπορούν να αποτελέσουν λύση για την απομείωση του ενεργειακού κόστους των επιχειρήσεων;

Ναι, υπάρχει ενδιαφέρον και θεωρώ ότι θα αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Οι επιχειρήσεις πλέον δεν αντιμετωπίζουν την ενέργεια απλώς ως έναν λογαριασμό που πρέπει να πληρωθεί στο τέλος του μήνα. Την αντιμετωπίζουν ως παράγοντα ανταγωνιστικότητας, κόστους παραγωγής και επιχειρησιακής ανθεκτικότητας.

Οι μπαταρίες, ειδικά όταν συνδυάζονται με φωτοβολταϊκά, μπορούν να βοηθήσουν μια επιχείρηση να αυξήσει την αυτοκατανάλωση, να μειώσει την έκθεσή της σε διακυμάνσεις τιμών και να διαχειριστεί καλύτερα το ενεργειακό της προφίλ. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλουν και στη μείωση φορτίων αιχμής ή στη βελτιστοποίηση της κατανάλωσης σε ώρες που το κόστος είναι υψηλότερο.

Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να παρουσιαστεί η μπαταρία ως μία γενική λύση που ταιριάζει σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Κάθε επιχείρηση έχει διαφορετικό προφίλ κατανάλωσης, διαφορετικές ώρες λειτουργίας, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική δυνατότητα αξιοποίησης της αποθήκευσης. Άρα χρειάζεται σοβαρή τεχνικοοικονομική ανάλυση πριν από κάθε επένδυση.

Αυτό είναι και ένα σημείο όπου ο ρόλος εταιρειών όπως η JINKO γίνεται πιο σύνθετος. Δεν αρκεί πλέον να μιλάμε μόνο για προϊόντα. Πρέπει να μιλάμε για λύσεις, για αξιοπιστία, για απόδοση σε βάθος χρόνου και για το πώς ο εξοπλισμός εντάσσεται σε ένα συνολικό ενεργειακό σχέδιο.

Υπάρχει όμως και εδώ ένας προβληματισμός που ακούμε συχνά από την αγορά. Οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονται, αλλά πολλές τηρούν στάση αναμονής μέχρι να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια στους κανόνες, στις διαδικασίες και στα οικονομικά δεδομένα των επενδύσεων. Όσο υπάρχουν καθυστερήσεις ή ασάφειες, ένα μέρος της αγοράς θα καθυστερεί τις αποφάσεις του.

Άρα οι προοπτικές είναι σημαντικές, αλλά δεν θα ξεκλειδώσουν αυτόματα. Χρειάζεται σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, ξεκάθαροι κανόνες και ταχύτερη λήψη αποφάσεων. Αν αυτά προχωρήσουν, οι μπαταρίες μπορούν πράγματι να αποτελέσουν ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των επιχειρήσεων και για τη μετάβαση σε πιο έξυπνα, αποκεντρωμένα ενεργειακά μοντέλα.

Το επόμενο κεφάλαιο της αγοράς δεν θα είναι απλώς η εγκατάσταση περισσότερων φωτοβολταϊκών. Θα είναι η ικανότητα να αξιοποιούμε καλύτερα την ενέργεια που παράγουμε. Εκεί η αποθήκευση θα έχει κεντρικό ρόλο.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM