Κράτος και επιχειρήσεις πρέπει να συνεργαστούν για να βελτιωθεί και να σταθεροποιηθεί το πλαίσιο των ΑΠΕ
Η χρονιά που φεύγει αποτυπώνει την τεράστια σημασία που έχουν οι ΑΠΕ για την χώρα μας αλλά και για ολόκληρο τον πλανήτη. Μια χρονιά καθοριστική για την μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της Ελλάδας.
Η χρονιά όμως που έρχεται μας βρίσκει αντιμέτωπους με νέες προκλήσεις, εξελίξεις και προβληματισμούς που όπως φάνηκε και στην πρόσφατη σύνοδο COP 28, θα διαμορφώσουν την μετέπειτα εξέλιξη των ΑΠΕ παγκοσμίως.
Σχεδόν καθημερινά βιώνουμε την ολοένα αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ στην καθημερινότητά μας, και αυτό μόνο θετικά αποτελέσματα φέρει. Αν αναλογιστούμε πως προ μιας όχι και τόσο μακρινής τετραετίας ποτέ δεν ακούγαμε για ολόκληρες ημέρες ή ακόμα και για εβδομάδες συνολικής κατανάλωσης ενέργειας από ήλιο και άνεμο, και ότι πλέον έχουμε ως χώρα μειώσει κατά 80% τις εκπομπές CO2, συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικό είναι να διασφαλιστεί η συνέχεια του εγχειρήματος και της ομαλής πορείας προς την ολοένα και μεγαλύτερη πράσινη μετάβαση.
Μια μετάβαση που – παρά τα θετικά αποτελέσματα, μόνο εύκολη δεν είναι.
Η έλλειψη δικτύων, η αναβάθμιση των εν γένει υποδομών, οι εξαιρετικά υπέρμετρες αντιδράσεις από πλευράς «ευαίσθητων πολιτών και οργανώσεων» που «προφασιζόμενοι» το κοινό καλό αδιαφορούν πραγματικά για αυτό, όντας εχθρικοί στις ΑΠΕ, αλλά και η επιμονή στην δημιουργία ενός ξεκάθαρου πλαισίου με σωστό και ορθολογικό σχεδιασμό σύμφωνα με την ζήτηση (που βαίνει μειούμενη πολλές φορές), είναι κάποια από τα ζητούμενα που χρειάζεται να επιλυθούν. Η χρηματοδότηση υπάρχει και η θέληση για ανάπτυξη είναι εδώ. Διάγουμε μετά από χρόνια την καλύτερη περίοδο στην εικόνα της χώρας μας, όσον αφορά την προσέλκυση επενδύσεων. Αυτό δεν είναι δεδομένο και επιτεύχθηκε με κόπο από όλους μας. Το ζήτημα λοιπόν είναι να υπάρξει ορθολογικότερη αξιολόγηση σε όλους τους τομείς των επενδύσεων στις ΑΠΕ, και η προσωπική μου άποψη είναι πως χώρος για επένδυση υπάρχει ανεξαρτήτως μεγέθους. Αρκεί να υπάρχει σοβαρότητα και ουσία πίσω από κάθε επένδυση.
Εάν λοιπόν θα πρέπει οπωσδήποτε να προσπαθήσουμε να κάνουμε μια πρόβλεψη και ίσως μια ευχή για το μέλλον, αυτό θα ήταν σχετικά απλό, ως προς την έννοια του τι θα ήταν επιθυμητό από πλευράς επενδυτών και επιχειρήσεων, αλλά και γιατί όχι από πλευράς των άμεσων ενδιαφερομένων, δηλαδή όλων μας ως καταναλωτών. Η «ευκολία» σε αυτή την απάντηση έγκειται στο γεγονός πως το κυριότερο μέλημα μας ως κοινωνία είναι ότι η ενέργεια είναι καταρχάς κοινωνικό αγαθό. Κατά συνέπεια, η παραγωγή της πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατό μεγαλύτερη προάσπιση της προστασίας του περιβάλλοντος και του καταναλωτή.
‘Εχοντας αυτό ως δεδομένο, κράτος και επιχειρήσεις θα πρέπει να συνεργαστούμε προκειμένου να βελτιωθεί το ήδη υπάρχον πλαίσιο που λειτουργούμε και παράγουμε, ενώ παράλληλα πρέπει να συνυπάρξουν οι προϋποθέσεις για την περαιτέρω σταθεροποίηση των κανόνων που διέπουν αυτές τις επενδύσεις. Το σίγουρο είναι πως η πράσινη ενέργεια είναι το πιο οικονομικά αποδοτικό μέσο σήμερα, η πιο φθηνή ενέργεια μακράν, δημιουργώντας δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, διαχειριζόμενη δεκάδες δισεκατομμύρια σε τράπεζες και επιχειρήσεις και αυτό προσδίδει μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο όλο εγχείρημα.
Δεν είναι υπερβολή πως οι ΑΠΕ ήταν και παραμένουν βαριά βιομηχανία σε παγκόσμια κλίμακα, και ιδίως στην χώρα μας, που λόγω κλιματολογικών συνθηκών αυτό ισχύει σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό.
Συνεπώς η στήριξή τους οφείλει να συνεχίζεται με καινοτόμες λύσεις όπως η αποθήκευση— που είναι το πλέον επιτακτικό ζητούμενο, καθώς η ανάγκη σε μια χώρα όπως η Ελλάδα να καταστεί κόμβος -και για ιδία κατανάλωση αλλά και για εξαγωγές πράσινης ενέργειας- είναι απαραίτητη, ώστε η περισσευούμενη ενέργεια (μιας και έχουμε πληθώρα ΑΠΕ) να μπορεί να διατίθεται εκτός συνόρων.
Τα παραπάνω λοιπόν θα διαδραματίσουν μείζονα ρόλο σε μακροχρόνιο ορίζοντα και όχι μόνο στα επόμενα 2-4 έτη. Διότι αποδείχθηκε με περίτρανο τρόπο εδώ και αρκετά χρόνια πως έργα ΑΠΕ που λειτουργούν άνω της 30ετίας, όχι μόνο παράγουν αυτό το πολύτιμο αγαθό, αλλά συνεχίζουν και απολαμβάνουν σημαντικά έσοδα καθιστώντας αυτού του είδους τις επενδύσεις από τις πλέον μακροβιότερες και προσοδοφόρες. Και όταν λέω προσοδοφόρες, δεν εννοώ μόνο το κέρδος της επένδυσης, αλλά του πλανήτη μας και του τελικού αποδέκτη, δηλαδή όλων μας.
Κλείνοντας, επισημαίνω με ιδιαίτερη έμφαση τη σημασία της υπεράσπισης του συμφέροντος της κοινωνίας, ενημερώνοντάς την για τα οφέλη των ΑΠΕ. Είναι αναγκαίο να επιδείξουν οι επιχειρήσεις αυξημένη ευαισθησία σε αυτό το θέμα και, με τη στήριξη του κράτους, να συμβάλουν με σωστή και ειλικρινή ενημέρωση, προκειμένου η κοινωνία να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν την προσπάθεια. Εξάλλου τα οφέλη όλα αυτά τα 30 χρόνια έχουν αποτυπωθεί όχι μόνο στο περιβάλλον, αλλά και στην πραγματική ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών μέσα από δράσεις και κοινωφελή έργα που στηρίζουν έμπρακτα αυτές οι επενδύσεις.
Μόνο τότε θα μπορέσουμε να επιτύχουμε την πραγματική πράσινη μετάβαση, διότι διαφορετικά το έργο θα μείνει στην μέση. Και το πρόβλημα είναι ότι όχι απλά δεν θα δούμε το τέλος του. Δεν θα καταφέρουμε να ολοκληρώσουμε κάτι που τελικά περιλαμβάνει το πιο σημαντικό πράγμα από όλα: Την προστασία του περιβάλλοντος που ζούμε και παράγουμε.
Αναλογιστείτε πως αυτό είναι το σημαντικότερο από όλα λοιπόν.
Η διαφύλαξη και παράδοση του πλανήτη μας στις επόμενες γενιές μέσα από φιλικές στο περιβάλλον μορφές ενέργειας με σεβασμό και έμπρακτη στήριξη στην κοινωνία.
Δεν είναι θέμα μόνο επιχειρηματικού κέρδους. Είναι απλά ιερή μας υποχρέωση να παραδώσουμε τον πλανήτη καλύτερο από αυτόν που κάποτε παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές.
* Ο κ. Γιώργος Ρόκας είναι Διευθύνων Σύμβουλος της R ENERGY.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα το 2024.