Κατερίνα Σώκου: Η ενέργεια, η Ελλάδα και κάποιοι αστερίσκοι
Κατά το ταξίδι του στις ΗΠΑ, την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής Γιάννης Μανιάτης έλαβε την πολιτική στήριξη της αμερικανικός κυβέρνησης στην ελληνικό ενεργειακή στρατηγική. Αυτό είναι χρήσιμο αλλά όχι περίεργο, καθώς n φιλοδοξία για αναβάθμιση του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας συμπίπτει με το ενισχυμένο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για διαφοροποίηση των προμηθευτών ενέργειας στην Ευρώπη προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση της τελευταίας από τη Ρωσία. Σε αυτό το πλαίσιο, τα σχέδια της Ελλάδας να αναδειχθεί σε κόμβο διαμετακόμισης της ενέργειας από την Ανατολική Μεσόγειο και την Κασπία στη Δυτική Ευρώπη και τα Βαλκάνια ταυτίζονται με μία βασική στρατηγική των ΗΠΑ.
Ο υπουργός παρουσίασε επίσης σε εκπροσώπους πετρελαϊκών εταιρειών τα σχέδια ανάπτυξης των ενδογενών πηγών ενέργειας, που ελπίζεται να αναδείξουν την Ελλάδα σε μία νέα πηγή τροφοδοσίας πετρελαίου και φυσικού αερίου, και τους προσκάλεσε να συμμετάσχουν στον διεθνή διαγωνισμό για τις έρευνες υδρογονανθράκων στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», δύο αμερικανικές εταιρείες, η ExxonMobil και η Noble Energy, έχουν ήδη κάνει προκαταρκτικός συζητήσεις με την ελληνικό πλευρά. Ιδιαίτερα η Noble Energy εκτιμάται ότι θα είχε στρατηγικό πλεονέκτημα να συμμετάσχει, καθώς δραστηριοποιείται ήδη στην Κύπρο και στο Ισραήλ και γνωρίζει το πολιτικό σύστημα της περιοχής.
Όπως έδειξε η περίπτωση της Κύπρου, όταν αμερικανικές εταιρείες ενδιαφέρονται για εξορύξεις σε άλλες χώρες, n εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τις διευκολύνει. Και αυτό διότι, όπως σημειώνει σ σύμβουλος του Ινστιτούτου Hudson για θέματα ενέργειας Γιώργος Παπαδόπουλος, η σχέση του αμερικανικού Δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα στα θέματα της ενέργειας είναι συμβιωτική . Ενεργειακοί παράγοντες εκτιμούν ότι n Κύπρος κινήθηκε σωστά, καθώς όρισε την ΑΟΖ της με συγκεκριμένα κράτη και επέλεξε με στρατηγικά κριτήρια τις εταιρείες που θα πραγματοποιούσαν τις έρευνες. Όπως υποδεικνύει το ταξίδι του κ. Μανιάτη, αλλά και η πρόσφατη πολιτική συμφωνία του Καΐρου για από κοινού καθορισμό των Θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο και την Κύπρο, η Ελλάδα ακολουθεί στα βήματά της.
Οι ενεργειακές επενδύσεις είναι καλοδεχούμενες, αν και ιδιαίτερα στην περίπτωση της ενέργειας η ροή των εσόδων από αυτή δεν αναμένεται για πολλά χρόνια, τουλάχιστον μία δεκαετία σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς. Ούτε σηματοδοτούν απαραίτητα ψήφο εμπιστοσύνης στη χώρα ως επενδυτικό προορισμό: Σε αντίθεση με επενδύσεις σε άλλους κλάδους, οι επενδύσεις σε τέτοιου είδους έργα υποδομής δεν εξαρτώνται από το προφίλ κινδύνου της χώρας. Αν αυτό είναι υψηλό, όμως, οι πετρελαϊκές εταιρείες τείνουν να ζητούν μεγαλύτερο μέρος των εσόδων. Επιπλέον, η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων μπορεί να προκαλέσει εντάσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό αλλά και στη γειτονιά μιας χώρας, όπως δείχνει η συνεχιζόμενη παρουσία του τουρκικού σεισμογραφικού σκάφους «Μπαρμπαρός» στην κυπριακή ΑΟΖ.
Εξάλλου, καθώς η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, δεν έχουν την τεχνογνωσία των πετρελαϊκών εταιρειών, υπάρχει κίνδυνος να καταλήξουν σε μη συμφέρουσες συμφωνίες. Στελέχη της ενεργειακής αγοράς τονίζουν λοιπόν την ανάγκη αγοράς τεχνογνωσίας -εκτιμούν μάλιστα ότι o δικηγόρος είναι ο πιο σημαντικός κρίκος- ενώ προσθέτουν ότι πρέπει να υπάρχει στρατηγική για τη διάχυση της τεχνογνωσίας στη χώρα.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης δεν είναι σκόπιμες, αλλά ότι χρειάζεται προσεκτική διαχείριση τόσο των προσδοκιών όσο και των κινδύνων από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Ένα ακόμη σημαντικό στοίχημα είναι η εξασφάλιση της διαφάνειας στη διαχείριση των κοιτασμάτων, έτσι ώστε η χώρα να δρέψει ένα σημαντικό ποσοστό των εσόδων από την παραχώρηση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και να τα κατευθύνει σε παραγωγικές επενδύσεις, που Θα συμβάλουν στη διαφοροποίηση της οικονομίας. Καθώς ο πλανήτης είναι γεμάτος παραδείγματα κακοδιαχείρισης του ενεργειακού πλούτου χωρών, ο ελληνικός στόχος θα πρέπει να είναι η στήριξη μιας μακροπρόθεσμης, βιώσιμης ανάπτυξης.
(Καθημερινή, 12/11/2014)