IEA: Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου θα παραμείνει ευμετάβλητη τουλάχιστον έως το 2026
Οι αγορές φυσικού αερίου στην Ευρώπη ξεκίνησαν το 2025 με αστάθεια, με τις τιμές να εκτοξεύονται νωρίτερα αυτόν τον μήνα στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών, αυξάνοντας τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, οι καταναλωτές και οι κυβερνήσεις σε ολόκληρη την ήπειρο.
Όπως τονίζει σε έκθεσή του ο ΙΕΑ, η τιμή του TTF κυμαίνεται περί τα 47 ευρώ η μεγαβατώρα, τιμή χαμηλότερη από το 2022, αλλά περίπου διπλάσια από τα προ της κρίσης επίπεδα. Οι προμήθειες φυσικού αερίου έχουν περιοριστεί από τη διακοπή της διαμετακόμισης του ρωσικού αερίου μέσω αγωγού από την Ουκρανία, οδηγώντας σε αύξηση της άντλησης από τις αποθήκες.
Επιπλέον, μια σχετικά μακρά περίοδος χαμηλών ταχυτήτων ανέμου και περιορισμένης ηλιοφάνειας κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου -το φαινόμενο Dunkelflaute- απαιτούσε μεγαλύτερη κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 80%, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2023. Η αγορά παραμένει σφικτή και παρότι η αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς LNG αναμένεται να διαμορφωθεί από 1,5% πέρυσι σε 5% το 2025, εν μέρει αντισταθμίζεται από τον περιορισμό του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη.
Ταυτόχρονα, η σχετικά χαμηλή πλήρωση των αποθηκών, κατά 36% λιγότερο σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι, ασκεί ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Όπως εκτιμά ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, οι παγκόσμιες αγορές αερίου είναι απίθανο να εξομαλυνθούν πριν το 2026, οπότε και αναμένεται σημαντική αύξηση της προσφοράς LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ. Συνολικά η παγκόσμια εξαγωγική ικανότητα αναμένεται να αυξηθεί κατά 50% έως το 2030, εφόσον τα έργα ακολουθήσουν το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.
Εντούτοις, η αναμονή αυτής της αύξησης δεν αποτελεί βιώσιμη στρατηγική, υπογραμμίζει ο ΙΕΑ. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εργαστούν σκληρότερα για να πετύχουν βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού, καθώς και πρόσθετα μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Ιδιαίτερα, για τον εφοδιασμό με φυσικό αέριο έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε μακροπρόθεσμες συμβάσεις για την εξασφάλιση πιο σταθερών προμηθειών.
