Η ξένη ζήτηση θα κρίνει τις προοπτικές για νέα τερματικά LNG στην Ελλάδα
Οι νέες μεγάλες συμφωνίες για τον Κάθετο Διάδρομο αναμένεται σε πρώτη φάση να οδηγήσουν σε αυξημένη αξιοποίηση της ήδη εγκατεστημένης δυναμικότητας για εισαγωγές LNG στη χώρα μας.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ο βαθμός χρήσης του τερματικού της Ρεβυθούσας του ΔΕΣΦΑ ήταν στο α' εξάμηνο του έτους μόλις στο 36%. Πολύ χαμηλότερα βρέθηκε το τερματικό της Αλεξανδρούπολης με 2%, το οποίο όμως βρισκόταν εκτός λειτουργίας μέχρι τον Αύγουστο λόγω βλάβης.
Όπως προκύπτει, η απόσταση μέχρι να λειτουργήσουν πλήρως αυτές οι δύο υποδομές είναι αρκετά μεγάλη. Η Ρεβυθούσα έχει μέγιστη δυναμικότητα 7 δισ. κ.μ. ετησίως, ενώ η Αλεξανδρούπολη άλλα 5 δισ. κ.μ. Κατ΄ επέκταση, στο πρώτο μισό του 2025 αξιοποιήθηκαν μόλις 2,5 από τα 12 δισ. κ.μ. των δύο τερματικών μας.
Στο εξής αυτό πρόκειται να αλλάξει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί πλέον κανονικά φέρνοντας φορτία, ενώ νέα συμβόλαια προμήθειας LNG προστίθενται για να αντικαταστήσουν το ρωσικό αέριο στην περιοχή.
Η μακροχρόνια συμφωνία της ΔΕΠΑ με τη Venture Global εκπροσωπεί σε πρώτη φάση ποσότητες 0,69 δισ. κ.μ. και σε βάθος χρόνου μπορεί να αναβαθμιστεί στα 2 δισ. κ.μ. Συνολικά οι συμφωνίες που υπεγράφησαν στην P-TEC την περασμένη εβδομάδα φτάνουν τα 3,7 δισ. κ.μ.
Ως εκ τούτου, ακόμα και αν τα 2,5 δισ. κ.μ. αυξηθούν πιο κοντά στα 6-7 δισ. κ.μ. στο μέλλον, εξακολουθεί να εντοπίζεται ένα κενό μέχρι να "γεμίσουν" πλήρως η Ρεβυθούσα και η Αλεξανδρούπολη. Πόσο μάλλον για να τεθεί ανάγκη για την κατασκευή νέων τερματικών.
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι σημασία στην εξίσωση έχει και ο γεωγραφικός παράγοντας, όπως και οι δυνατότητες του εθνικού συστήματος μεταφοράς. Η Ρεβυθούσα εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο την εγχώρια κατανάλωση, ενώ η Αλεξανδρούπολη έχει εξόχως εξαγωγικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, ερώτημα αποτελεί το ποιο επίπεδο εκτιμώμενης αξιοποίησης θεωρούν επαρκές οι επενδυτές, ώστε να λάβουν την τελική επενδυτική απόφαση για το καθένα από τα τέσσερα νέα τερματικά που σχεδιάζονται. Ενδεικτικά, όλα αυτά τα έργα μαζί με τα δύο υφιστάμενα, εκπροσωπούν μια τεράστια δυναμικότητα 27,5 δισ. κ.μ..
Καθώς το καθένα από τα νέα έργα έχει διαφορετική στόχευση, δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί η μελλοντική τους βιωσιμότητα.
Για παράδειγμα, το FSRU της Θεσσαλονίκης θα είναι θεωρητικά σε θέση να προμηθεύει τη Β. Μακεδονία και τη Σερβία, με βάση τους νέους αγωγούς που υλοποιούνται ή σχεδιάζονται.
Αντίστοιχα, το δεύτερο FSRU στη Θράκη θα έχει λογική εφόσον αυξηθούν σημαντικά τα νέα συμβόλαια με παίκτες του βόρειου άξονα, που φτάνει ως την Ουκρανία.
Καταλήγοντας, η διεθνής αγορά είναι που θα κρίνει κατά κύριο λόγο τις εξελίξεις τα επόμενα χρόνια.