Η ενεργειακή μετάβαση και οι προκλήσεις εν μέσω πανδημίας για την ενέργεια - Σπ. Παπαευθυμίου και Κ. Ανδριοσόπουλος μιλούν στο energypress

Η ενεργειακή μετάβαση και οι προκλήσεις εν μέσω πανδημίας για την ενέργεια - Σπ. Παπαευθυμίου και Κ. Ανδριοσόπουλος μιλούν στο energypress

Η ενεργειακή μετάβαση και οι προκλήσεις εν μέσω πανδημίας για την ενέργεια - Σπ. Παπαευθυμίου και Κ. Ανδριοσόπουλος μιλούν στο energypress
20 07 2021 | 07:30

Οι αλλαγές στον ενεργειακό τομέα είναι έντονες και γίνονται αισθητές σε όλο το εύρος του κλάδου, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για σωστή πληροφόρηση και γρήγορα αντανακλαστικά από τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις.

Με αφορμή την έκδοση της Ενεργειακής Βίβλου για το έτος 2021 (Greek Energy Market Report 2021) από την Ελληνική Εταιρεία Ενεργειακής Οικονομίας (ΗΑΕΕ) και την Εθνική Τράπεζα, ο πρόεδρος της ΗΑΕΕ, καθ. Σπύρος Παπαευθυμίου, και ο συντονιστής της έκδοσης, καθ. Κώστας Ανδριοσόπουλος, μίλησαν στο energypress για τις τρέχουσες εξελίξεις και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο λαμβάνουν χώρα.

Κ. Παπαευθυμίου, πείτε μας ποιο είναι το σκεπτικό πίσω από την έκδοση της Ενεργειακής Βίβλου.

Σπ. Παπαευθυμίου: Η ταχύτητα με την οποία τρέχουν πλέον τα πράγματα στον ενεργειακό τομέα είναι σημαντικά μεγαλύτερη από ότι  τα παλαιότερα έτη. Το βλέπουμε αυτό στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, το βλέπουμε στις αυξομειώσεις της τιμής των εμπορευμάτων, το βλέπουμε στην ταχύτητα υλοποίησης των νέων έργων, αλλά και των ευρύτερων εξελίξεων, μικρών και μεγάλων, στη χώρα μας και στο εξωτερικό.

Για το λόγο αυτό εμφανίζεται περισσότερο από ποτέ η ανάγκη για έγκαιρη και σφαιρική πληροφόρηση ώστε ο επαγγελματίας της ενέργειας να είναι διαρκώς σε θέση να αξιολογεί το νέο σκηνικό και να λαμβάνει τις κατάλληλες αποφάσεις.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να πράξει η Ενεργειακή Βίβλος, δηλαδή να πει "αυτή είναι η εικόνα του ενεργειακού τομέα και των κλάδων του σήμερα στην Ελλάδα". Να δώσει όλα τα στοιχεία, να προσδιορίσει που πάμε καλά, που υστερούμε και που βρίσκονται οι ευκαιρίες και οι δυσκολίες.

Τι άλλαξε σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια στα ενεργειακά δρώμενα;

Σπ. Παπαευθυμίου: Καθώς αυτή είναι η τρίτη διαδοχική ετήσια έκδοση της Βίβλου, ήμασταν σε θέση να κάνουμε συγκρίσεις με άλλες χρονιές και να δούμε πως κινείται ο ενεργειακός τομέας στη χώρα μας. Πράγματι, τα πράγματα πλέον θα έλεγα ότι έχουν μπει σε μια νέα τροχιά μόνιμα, καθώς οι επενδύσεις στις ΑΠΕ είναι σταθερές και σε υψηλά επίπεδα εν μέσω της φιλόδοξης στρατηγικής απολιγνιτοποίησης, ενώ οι πόροι που αρχίζουν να εισρέουν από το ταμείο ανάκαμψης θα αποτελέσουν στα επόμενα χρόνια μια κρίσιμη βάση για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας μας. Παράλληλα, το target model αποτελεί μια πραγματικότητα και η βελτίωση και επέκτασή του αποτελεί στόχο και προαπαιτούμενο για την ομαλή λειτουργία της όλης αγοράς.

Στο φυσικό αέριο μάλλον βιώνουμε την αρχή μιας περιόδου όπου θα πρωταγωνιστεί ώστε να στηρίξει την ανάπτυξη των ΑΠΕ και έπειτα να συνδυαστεί με αέρια καύσιμα όπως το υδρογόνο ώστε να “πρασινίσει” περισσότερο. Η χώρα μας διαθέτει πλέον σημαντικές υποδομές στο αέριο, μετά την ολοκλήρωση του αγωγού ΤΑΡ, τα διάφορα σημαντικά έργα του ΔΕΣΦΑ και την επέκταση του δικτύου σε νέες περιοχές. Τα ζητούμενα για το άμεσο μέλλον είναι να δρομολογηθεί η εγκατάσταση αποθήκευσης της Ν. Καβάλας που θα ενισχύσει σημαντικά τη σταθερότητα του συστήματος μαζί με το νέο τερματικό της Αλεξανδρούπολης, καθώς και η ανάπτυξη των νέων αγορών αερίου στο target model.

Πέραν των παραπάνω, αυτό που χρειάζεται μελλοντικά είναι να δώσουμε έμφαση σε μια σειρά από νέα εγχειρήματα, όπως η αποθήκευση ενέργειας, τα υπεράκτια αιολικά, τα ευφυή δίκτυα και σχετικές υποδομές αλλά και η ηλεκτροκίνηση και το υδρογόνο που θα αποτελέσουν το επόμενο μεγάλο βήμα της ενεργειακής μετάβασης. Καθώς όλα ξεκινούν από το ρυθμιστικό πλαίσιο, αισιοδοξούμε ότι σύντομα οι πρωτοβουλίες της ΡΑΕ και του υπουργείου θα ανοίξουν μια νέα σελίδα και θα ξεκλειδώσουν τις επενδύσεις που χρειάζεται η χώρα μας για να πετύχει τους στόχους της για το 2030 και ακόμα παραπέρα.

Κ. Ανδριοσόπουλος: Οι αλλαγές είναι πράγματι καταιγιστικές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η τιμή του CO2 βρίσκεται σταθερά πάνω από τα 50 ευρώ ανά τόνο, το μερίδιο του λιγνίτη έχει υποχωρήσει από 64% το 2014 σε μόλις 13% φέτος, ενώ το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής ήταν “αγνώριστο” με 48% αέριο και 35% ΑΠΕ πέρυσι τον Οκτώβριο. Παρόλα αυτά, το πετρέλαιο εξακολουθεί να κυριαρχεί στην πρωτογενή κατανάλωση ενέργειας με 53% και αυτό μας δείχνει πόσο δρόμο έχουμε να διανύσουμε ακόμα στη μάχη για μείωση των ρύπων.

Όλα αυτά ενώ μπήκαμε για τα καλά στην εποχή του target model και πλέον προετοιμάζεται και η αντίστοιχη λειτουργία των αγορών φυσικού αερίου που θα προσφέρει επιπλέον διαστάσεις από το φθινόπωρο. Ενδεικτικό της μεταβλητότητας που παρατηρείται στις τιμές από πέρυσι είναι ότι το Μάρτιο του 2020 το αέριο είχε τιμή στα 5,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα και φέτος έφτασε τα 13,4 ευρώ. Αντίστοιχα η χονδρική τιμή ηλεκτρισμού εκτοξεύτηκε φέτος το καλοκαίρι σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Το πετρέλαιο έφτασε μέσα σε ένα χρόνο περίπου από αρνητική τιμή στα 75 δολάρια ανά βαρέλι, ένα ακόμη δείγμα της επίδρασης που ασκεί η πανδημία.

Σε ένα περιβάλλον με τόσες αυξομειώσεις, γίνεται πιο δύσκολο να κάνουν οι εταιρείες το σχεδιασμό τους και ασφαλώς μπαίνει γερά στην εξίσωση και η έννοια της αντασφάλισης (hedging) για πολλές εξ αυτών. Το θετικό είναι ότι πλέον η αγορά δίνει τη δυνατότητα για τέτοιες πρωτοβουλίες ανταμοίβοντας αυτούς που σχεδιάζουν προσεκτικά και συνετά.

Ένας άλλος τομέας που θέλω να εστιάσω είναι η εξοικονόμηση ενέργειας. Πρόκειται ίσως για τον πιο δύσκολο από τους βραχίονες της ενεργειακής μετάβασης και αφορά όλο το εύρος της οικονομίας μας, από τον πολίτη και την κατοικία του μέχρι τις μεγάλες βιομηχανίες. Η χώρα μας έχει θέσει στόχο για επενδύσεις ύψους 11 δις. ευρώ ως το 2030 και μεταξύ άλλων πρέπει να βελτιώσει σημαντικά την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα με το 67% αυτών στην χαμηλή κλάση Ε. Είναι ένα τεράστιο εγχείρημα που πέραν της χρηματοδότησης και της σωστής πολιτικής θα απαιτήσει και μια ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας στην κοινωνία.

Χέρι-χέρι με την εξοικονόμηση πηγαίνει και ο εξηλεκτρισμός, όπου βλέπουμε τα πρώτα βήματα μιας μακράς πορείας μέσω και των ηλεκτρικών οχημάτων που ειδικά φέτος σημειώνουν σημαντική πρόοδο και κατακτούν ένα ουσιαστικό μερίδιο στις νέες πωλήσεις.

Τι περιμένετε από το έτος που θα μεσολαβήσει μέχρι την έκδοση της επόμενης Ενεργειακής Βίβλου; Ποιες είναι οι άμεσες προκλήσεις, οι ανησυχίες και τι πρέπει να έχουμε στο “ραντάρ” μας;

Σπ. Παπαευθυμίου: Νομίζω ότι για μια ακόμη χρονιά τα μάτια όλων θα είναι στραμμένα στην πορεία της πανδημίας και το πως οι νέες μεταλλάξεις θα επηρεάζουν την επαναλειτουργία των αγορών, άρα και την ανάκαμψη της ενεργειακής αγοράς.

Ήδη από διεθνείς φορείς και οργανισμούς εκφράζονται ανησυχίες λόγω της μετάλλαξης Δέλτα, κάτι που πιθανώς μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της ομαλοποίησης με ότι συνεπάγεται αυτό σε όρους ενεργειακής ζήτησης. Είδαμε πέρυσι πως οι περιορισμοί οδήγησαν σε σημαντικά προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα του ενεργειακού τομέα, όμως θέλω να πιστεύω ότι αυτή τη φορά ο κλάδος είναι καλύτερα προετοιμασμένος και δεν θα υποστεί αντίστοιχες διαταραχές.

Από εκεί και πέρα, στα εγχώρια θέματα, περιμένουμε με ενδιαφέρον μια σειρά από εξελίξεις, όπως το πλαίσιο για την αποθήκευση, τα υπεράκτια αιολικά, την ηλεκτροκίνηση και το υδρογόνο, καθώς και την επόμενη ημέρα στη στήριξη των ΑΠΕ με το χρονοδιάγραμμα των διαγωνισμών και τη διάδοχη κατάσταση. Ένα ακόμη ενδιαφέρον εγχείρημα είναι τα διμερή συμβόλαια που κάνουν αυτή τη στιγμή τα πρώτα τους βήματα και αναμένουμε ότι θα αποτελέσουν ένα βασικό εργαλείο στα επόμενα χρόνια.

Κ. Ανδριοσόπουλος: Η πανδημία πράγματι αποτελεί το υπ' αριθμόν ένα στοιχείο που επηρεάζει συνολικά τον κλάδο στο άμεσο μέλλον. Παράλληλα, όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις αλλαγές που επιφέρει το πακέτο Fit for 55 που ανακοίνωσε πρόσφατα η Ε.Ε. Πρόκειται για ένα σύνολο από μεταρρυθμίσεις που αλλάζει “ρότα” στην ενεργειακή πολιτική της χώρας μας και καλεί για αναθεώρηση του ευρύτερου σχεδιασμού.

Η φιλοδοξία για τις πράσινες πολιτικές είναι μεγαλύτερη από ποτέ και έφτασε σε επίπεδα που ίσως δεν φανταζόμασταν λίγα χρόνια πριν. Κατ΄επέκταση, και η ελληνική κυβέρνηση, οι φορείς και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να επιδείξουν τα κατάλληλα αντανακλαστικά και να αντιμετωπίσουν την αλλαγή αυτή ως αναπτυξιακή ευκαιρία και όχι ως πρόβλημα.

Εν ολίγοις, πρέπει να αρχίσουμε να οραματιζόμαστε πως θα είναι το ενεργειακό σύστημα σε 10 χρόνια από τώρα και να κάνουμε μια καλή αρχή με σοβαρό, λεπτομερή και προσεκτικό σχεδιασμό. Είμαι αισιόδοξος ότι μέσω του ουσιαστικού διαλόγου, της πληροφόρησης και της διαβούλευσης θα μπορέσουμε να φτάσουμε επιτυχώς στο 2030 και ακόμα παραπέρα.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM