Η ανάπτυξη της χώρας απαιτεί επενδύσεις και εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου
Το 2024 παρά την αισιοδοξία που επικρατεί, καθώς αφήνουμε πίσω μας τα χειρότερα από τις διαδοχικές κρίσεις που έπληξαν την χώρα μας την Ευρώπη και τον κόσμο την τελευταία δεκαετία, εν τούτοις δεν παύει να είναι ένα έτος μετάβασης προς την κανονικότητα της οικονομίας, των αγορών και της κοινωνίας των πολιτών.
Ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας δεν είναι ακόμη ο επιθυμητός και ο τομέας της ενέργειας συναντά σοβαρές προκλήσεις στο δρόμο προς το net zero. Η γεωπολιτική αστάθεια που δημιουργούν οι πολεμικές συρράξεις στην Ουκρανία και την Μέση Ανατολή δεν έχει, τουλάχιστον, επιφέρει κάποια σοβαρή επίπτωση στις τιμές των ενεργειακών προϊόντων, γεγονός που απομακρύνει την έντονη αβεβαιότητα που επικράτησε την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.
Ο σταδιακός μετασχηματισμός της χώρας μας σε περιφερειακό κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο και την ΝΑ Ευρώπη, της δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο, ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, μετά την απομόνωση στην οποία βρέθηκε τα προηγούμενα χρόνια, καθώς τις παρέχονται πλέον, νέες δυνατότητες ανάπτυξης, χάρη στην πρόσφατη αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού Δημοσίου από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης και την ανάκτηση της πολυπόθητης επενδυτικής βαθμίδας κατά το δ’ τρίμηνο του περασμένου έτους.
Ασφαλώς αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα για την οικοδόμηση ενός νέου περιβάλλοντος που θα ευνοεί την ανάπτυξη και την θεσμική θωράκιση της δημοκρατίας μας. Όμως, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι οι ευκαιρίες που διανοίγονται για τη χώρα θα αξιοποιηθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό ώστε να μετριάσουμε, σε πρώτη φάση, τις επιπτώσεις της αστάθειας και της αβεβαιότητας σε γεωπολιτικό επίπεδο, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε άμεσα και αποτελεσματικά τα εγχώρια διαρθρωτικά προβλήματα.
Η γραφειοκρατία παραμένει αγκάθι και συντείνει στη διαιώνιση των αγκυλώσεων που χαρακτηρίζουν τις υπηρεσίες του Δημοσίου και επιφέρουν σοβαρές καθυστερήσεις στην εκτέλεση των επενδυτικών έργων. Αυτή η συνθήκη είναι που παρεμποδίζει, ουσιαστικά, την ανάπτυξη και μεγεθύνει το ήδη δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας των ελληνικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για ένα σύγχρονο, σαφές και συνεκτικό νομοθετικό πλαίσιο που θα επιλύει το πρόβλημα της φοροδιαφυγής το οποίο η ελληνική Πολιτεία αποπειράται να αντιμετωπίσει, για άλλη μια φορά εκ του προχείρου, με την επιβολή οριζόντιων μέτρων τα οποία έχουν αφενός, αποδειχτεί αναποτελεσματικά και αφετέρου εξυπηρετούν σε μεγάλο βαθμό όλους όσοι αποκρύπτουν, σκοπίμως, φορολογητέα ύλη.
Από το πλέγμα μέτρων τόνωσης της οικονομίας δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε ασφαλώς και τα εγγενή προβλήματα που αφορούν στην βέλτιστη εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού της χώρας. Οι εταιρείες θα πρέπει να μπορούν να προσλαμβάνουν εργαζόμενους με 12μηνες συμβάσεις που προσφέρουν τη δυνατότητα στις οικογένειές τους να διαβιώνουν αξιοπρεπώς, όπως συμβαίνει σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο.
Τέλος, ο πακτωλός επενδυτικών πόρων που προέρχονται από ένα ευρύ χρηματοδοτικό καλάθι, όπως είναι τα κονδύλια του ΣΔΑΜ, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι θα κατευθυνθούν σε αμιγώς παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Με αυτό τον τρόπο θα συμβάλουν στην ευόδωση του οραματικού σχεδίου της χώρας για το 2050, και δεν θα διασπαθιστούν, όπως συνέβη κατά τις περασμένες δεκαετίες, και απέβη σε βάρος της ανάπτυξης και της ευημερίας των πολιτών.
* Η κ. Βίκυ Λαμπροπούλου είναι Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της Hengas
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα το 2024.