Χρυσός το φθηνό πετρέλαιο για την Ελλάδα
Το πετρέλαιο συνεχίζει να ρέει άφθονο στην παγκόσμια αγορά, σε μία περίοδο που η Κίνα και άλλες μεγάλες καταναλώτριες χώρες κατεβάζουν αισθητά ταχύτητα. Οι τιμές έχουν έτσι διολισθήσει κάτω από τα 50 δολάρια το βαρέλι, με τους ειδικούς να προβλέπουν, μάλιστα, ότι θα παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα για αρκετά χρόνια ακόμη.
Η εποχή των 100 δολαρίων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Πρόκειται για μία άκρως καλοδεχούμενη εξέλιξη για την Ευρώπη, η οποία καλύπτει τις ανάγκες της με εισαγωγές, και κυρίως για την Ελλάδα.
Το φθηνό πετρέλαιο θα μπορούσε να αποδειχτεί χρυσή ευκαιρία για τη βυθισμένη σε ύφεση ελληνική οικονομία. Για τις επιχειρήσεις των περισσότερων κλάδων σημαίνει χαμηλότερο κόστος λειτουργίας και μεταφοράς προϊόντων, προσφέροντας έτσι πολύτιμη ανάσα. Θα μπορούσε δε να δώσει ώθηση τόσο στην παραγωγή όσο και στις εξαγωγές.
Η πτώση των τιμών είναι απρόσμενος σύμμαχος για τους Έλληνες καταναλωτές, αφού έχει άμεση επίπτωση και στην εγχώρια αγορά, άρα σε βιομηχανία, ενέργεια, νοικοκυριά. Σημαίνει περαιτέρω μείωση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης και της βενζίνης.
Με τις συνεχείς μειώσεις που έγιναν τους τελευταίους μήνες στις διεθνείς τιμές, η λιανική πώληση αναμένεται να κυμανθεί σε ό,τι αφορά το πετρέλαιο θέρμανσης σημαντικά κάτω από το ένα ευρώ και σε ό,τι αφορά τη βενζίνη στην Αττική ήδη εμφανίστηκαν πρατήρια με τιμές στο 1,42 ευρώ.
Οι χαμηλότερες τιμές πετρελαίου, αναφέρουν εκπρόσωποι της αγοράς, ευνοούν την ελληνική οικονομία στην πορεία προς την ανάκαμψη και την εδραίωση υγιούς ανάπτυξης. Αυτό διότι η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που είναι εισαγωγείς πετρελαίου και επομένως η βουτιά στην τιμή του συνεπάγεται τη μείωση του κόστους εισαγωγής.
Ως γνωστόν, η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο, καθώς η τελική ενέργεια που καταναλώνεται στη χώρα ανά καύσιμο αφορά κατά 58% σε προϊόντα πετρελαίου.
Από τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, ο τομέας των μεταφορών απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται στη χώρα (37%) και ακολουθούν τα νοικοκυριά, που καταναλώνουν το 29%, και ο κλάδος της βιομηχανίας (18%).
Η πτώση της τιμής του πετρελαίου αναμένεται να μειώσει το κόστος διαβίωσης και να επιδράσει θετικά στην καταναλωτική εμπιστοσύνη και στην ιδιωτική κατανάλωση.
Η μείωση της τιμής της βενζίνης θα μειώσει σημαντικά το κόστος μεταφοράς των νοικοκυριών, ενώ η πτώση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης τις δαπάνες θέρμανσης του επερχόμενου χειμώνα.
Καθώς οι μισθοί βρίσκονται σε στασιμότητα, η πτώση του κόστους διαβίωσης ουσιαστικά θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και κατ' επέκταση τη μέση ροπή προς κατανάλωση σε άλλα αγαθά και υπηρεσίες. Επίσης, αναμένεται να έχει και θετικό κοινωνικό όφελος, καθώς σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς θα επηρεάσει θετικά την ευημερία των νοικοκυριών.
Παγκόσμια αγορά
Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου άρχισαν τον κατήφορο γύρω στα μέσα του περασμένου έτους. Τον Ιούνιο του 2014 είχαν εκτιναχθεί στα 115 δολάρια το βαρέλι και λίγο αργότερα άρχισε μία πτώση διαρκείας, η οποία τις οδήγησε κοντά στα 45 δολάρια στις αρχές του φετινού έτους. Ακολούθησε ανάκαμψη, η οποία, όμως, αποδείχτηκε σύντομη. Πρωταρχική αιτία είναι η υπεραφθονία προσφοράς. Ο ΟΠΕΚ, με τη Σαουδική Αραβία στο τιμόνι, αρνείται να μειώσει την παραγωγή του και ρίχνει το μπαλάκι στις ΗΠΑ, όπου η αύξηση της παραγωγής τα τελευταία χρόνια ήταν αλματώδης, χάρη στην ταχύτατη ανάπτυξη των σχιστολιθικών κοιτασμάτων. Στην αγορά έχει επίσης επιστρέψει τον τελευταίο χρόνο αργό από χώρες που αντιμετώπιζαν προβλήματα, όπως το Ιράκ και η Λιβύη. Και τώρα, μετά τη συμφωνία της Τεχεράνης με τη Δύση για το πυρηνικό πρόγραμμα, η οποία συνεπάγεται σταδιακή άρση των κυρώσεων κατά του Ιράν, ετοιμάζεται να εισρεύσει στην αγορά άφθονο πετρέλαιο από τη χώρα που ήταν άλλοτε η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του ΟΠΕΚ.
Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με την ανατίμηση του δολαρίου, τους ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και τη στροφή αρκετών χωρών σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας, πιέζουν τις τιμές. Η Goldman Sachs προβλέπει ότι η τιμή του πετρελαίου μπρεντ θα παραμείνει κοντά στα 50 δολάρια το βαρέλι έως και το 2020. Σε βραχυπρόθεσμη βάση οι αναλυτές της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας αναμένουν, μάλιστα, πτώση των τιμών κοντά στα 40 με 45 δολάρια. Με μελανά χρώματα περιγράφει τις προοπτικές της αγοράς πετρελαίου και η Morgan Stanley, η οποία επισημαίνει πως η σημερινή πτώση ξυπνάει μνήμες από την κατάρρευση των τιμών το 1986. Στο ακραίο σενάριο προειδοποιεί πως θα μπορούσε οι συνθήκες να αποδειχτούν ακόμη πιο επώδυνες και από εκείνες που βίωσε η αγορά πετρελαίου προ 30 ετών.
«Ασημένιο» στην ακρίβεια
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της Ε.Ε., η Ελλάδα διατηρεί τη δεύτερη ακριβότερη θέση στις προ φόρων τιμές πετρελαίου θέρμανσης, μετά τη Βουλγαρία, ενώ σης τιμές μετά από φόρους τη 15η θέση. Σε ό,τι άφορα τις βενζίνες, η Ελλάδα έχει την τρίτη ακριβότερη τιμή με φόρους, προηγούνται η Ιταλία και η Ολλανδία, και στην προ φόρων τιμή τη 10η θέση. Υπογραμμίζεται δε ότι οι θετικές επιπτώσεις της μείωσης της τιμής του αργού στην τιμή του φυσικού αερίου θα φάνουν σε ένα τρίμηνο, αφού οι όποιες μεταβολές μετακυλίονται με καθυστέρηση τριών μηνών.
Ποιοι είναι οι χαμένοι
Το πλήγμα από τη ραγδαία υποχώρηση των τιμών πετρελαίου είναι ήδη μεγάλο για τις χώρες που στηρίζονται στις εξαγωγές ενέργειας και οι οποίες έχουν δει τη ροή των πετροδολαρίων να ανακόπτεται. Από τα μεγαλύτερα «θύματα» είναι η Ρωσία, η οποία έχει βυθιστεί σε ύφεση, ενώ μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν η Βενεζουέλα και η Νιγηρία. Οι χώρες του Αραβικού Κόλπου, και πρωτίστως η Σαουδική Αραβία, πίστευαν ότι θα αντέξουν, αναγκάζοντας τους Αμερικανούς παραγωγούς να υποχωρήσουν και διασφαλίζοντας έτσι οι ίδιες το μερίδιο τους στην παγκόσμια αγορά. Έχουν, όμως, αρχίσει και αυτές να αιμορραγούν. Το Ριάντ ανακοίνωσε ότι θα δανειστεί 27 δισ. δολάρια από τις αγορές ομολόγων έως τα τέλη του έτους.
Οι μεγάλες πετρελαιοβιομηχανίες παγκοσμίως βλέπουν τα κέρδη τους να συρρικνώνονται και βάζουν μαχαίρι σε επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Από τον περασμένο Οκτώβριο έχουν χαθεί περισσότερες από 70.000 θέσεις στον κλάδο παγκοσμίως.
Από τις αρχές του έτους οι εισηγμένες πετρελαϊκές έχουν περικοπές τις κεφαλαιουχικές δαπάνες τους κατά 129 δισ. δολάρια, ενώ έχουν δει την κεφαλαιοποίησή τους να συρρικνώνεται αθροιστικά κατά 1,3 τρισ. Δολάρια-ποσό που αντιστοιχεί στο ΑΕΠ μίας χώρας
(των Φ. Ζώη και Ν. Στασινού, Ναυτεμπορική, 7/8/2015)