«Φωτιά» έχουν πάρει οι διαπραγματεύσεις της αγοράς για την συμμετοχή των μπαταριών στην αγορά – Ποιο μοντέλο «κερδίζει» στις προτιμήσεις των επενδυτών

«Φωτιά» έχουν πάρει οι διαπραγματεύσεις για την συμμετοχή των μπαταριών στην αγορά – Ποιο μοντέλο «κερδίζει» στις προτιμήσεις των επενδυτών

«Φωτιά» έχουν πάρει οι διαπραγματεύσεις της αγοράς για την συμμετοχή των μπαταριών στην αγορά – Ποιο μοντέλο «κερδίζει» στις προτιμήσεις των επενδυτών

Το μοντέλο των εγγυημένων εσόδων κατά ένα μέρος σε συνδυασμό με διαμοιρασμό των κερδών, γνωστό και ως «floor & profit sharing», προκρίνουν κατά κύριο λόγο οι επενδυτές για την συμμετοχή των μπαταριών στις αγορές ενέργειας, με τις σχετικές συζητήσεις να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη ενόψει της εισόδου των πρώτων μπαταριών στο σύστημα, αρχής γενομένης από το 2026.

Ειδικότερα, η συζήτηση αφορά τα εμπορικά έργα (merchant μπαταρίες) με το μοντέλο λειτουργίας να έρχεται στο προσκήνιο ήδη από τα πρώτα βήματα ωρίμανσης των έργων, καθώς συνιστά ένα από τα βασικά διαπραγματευτικά χαρτιά των επενδυτών κατά την αναζήτηση χρηματοδότησης από τις τράπεζες.

Η επικράτηση του εν λόγω μοντέλου «Floor & profit Sharing» γίνεται εν συγκρίσει με τα υπόλοιπα δύο μοντέλα που λανσάρουν οι ΦοΣΕ στις διαπραγματεύσεις τους με τους επενδυτές, με το μεν πρώτο, γνωστό ως «tolling» να προβλέπει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για τον παραγωγό και κανένα διαμοιρασμό κερδών και το δε δεύτερο, γνωστό ως «Fully Merchant» να εκτείθεται πλήρως στην αγορά με μηδέν εγγυημένα έσοδα για τον παραγωγό και μονάχα διαμοιρασμό κερδών κατόπιν διαπραγμάτευσης.

Η ανωριμότητα της ελληνικής αγοράς από την μία με ότι αυτό συνεπάγεται στην εξοικείωση των επενδυτών και των τραπεζών σε συνδυασμό με τις υψηλές προσδοκίες για αξιόλογα έσοδα κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των μπαταριών, ωθούν τους επενδυτές να επιλέγουν την λύση του «floor & profit sharing», αναγνωρίζοντας σε αυτό την βέλτιστη δυνατή λύση για την συμμετοχή των έργων στην αγορά.

Αναλυτικότερα, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου με γνώση του θέματος, το εν λόγω μοντέλο κρίνεται προτιμότερο καθώς από την μία διασφαλίζει ένα εγγυημένο έσοδο που σε κάθε περίπτωση κινείται στη ζώνη της βιωσιμότητας και από την άλλη αφήνει περιθώριο στον κάτοχο του έργου να επωφεληθεί ένα κατά ένα μέρος των αποδόσεων που θα έχει η μπαταρία και οι οποίες αναμένεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικές κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας σε συνέχεια του «κανόνα σπανιότητας» μονάδων αποθήκευσης.

Τα παραπάνω συνιστούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον ΦοΣΕ και τον παραγωγό με τις αναλογίες να ευθυγραμμίζονται και να ακολουθούν τον επιμερισμό του ρίσκου. Επί παραδείγματι, το ύψος του «floor» επηρεάζει το ύψος του ποσοστού επί των κερδών με τα δύο μεγέθη ακολούθως να μεταβάλλονται αναλόγως της διάρκειας του συμβολαίου ώστε στο τέλος της ημέρας τόσο ο παραγωγός όσο και ο ΦοΣΕ να αντισταθμίζουν μερικώς το ρίσκο και να το αντιπαραβάλλουν με τα ανάλογα δυνητικά οφέλη.

Η «πεπατημένη» θέλει όσο υψηλότερο είναι το «floor», δηλαδή το εγγυημένο έσοδο για τον παραγωγό και επομένως υψηλότερο ρίσκο για τον ΦοΣΕ, αναλόγως μικρότερο να είναι το μέρος των κερδών υπέρ του παραγωγού σε μια προσπάθεια του Φορέα να ισορροπήσει το αυξημένο ρίσκο που ανέλαβε με την εγγύηση καταβολής ενός αυξημένου εισόδου. Η εν λόγω εξίσωση συναρτάται άμεσα με την χρονική διάρκεια του συμβολαίου με τα πολλά έτη, κατά κανόνα, να κατηγοριοποιούνται ως υψηλότερου ρίσκου συμβόλαια και επομένως να ακολουθείται η παραπάνω αναλογία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προτάσεις των ΦοΣΕ αφορούν κυρίως σε συμβόλαια διάρκειας 3-5 χρόνια, χωρίς ωστόσο, να λείπουν από το κάδρο και τα μεγαλύτερης διάρκειας συμβόλαια, μιας και τα τελευταία χαίρουν μεγάλης αποδοχής από τις τράπεζες που καλούνται να αποφασίσουν την χρηματοδότηση του έργου. Η πλειοψηφία των επενδυτών, όπως αναφέρουν πηγές με γνώση του θέματος στο σύνολο της αγοράς, καταλήγει να συναινεί σε ένα «σχήμα» με χαμηλό «floor» και μεσαίου μεγέθους «profit sharing».

Σε κάθε περίπτωση, η όλη διαδικασία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί βασικό «κρίκο» στην μακρά αλυσίδα της διαπραγμάτευσης με τις τράπεζες.

Αξίζει να σημειωθεί, όπως έχει γράψει το energypress (δείτε εδώ και εδώ), οι εγχώριες τράπεζες παραμένουν ακόμη συγκρατημένες ως προς την χρηματοδότηση merchant έργων με την πλειοψηφία των δανειακών συμβάσεων να «κλείνουν» σε 50%-50% δάνειο και equity, με τις ξένες, ωστόσο, να εμφανίζονται πιο δεκτικές, εγκρίνοντας μέχρι και δανειακές συμβάσεις με το equity να περιορίζεται στο 20-30%.

Η μεγαλύτερη ευελιξία των ξένων τραπεζών σχετίζεται, όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς, με την πρότερη εμπειρία που έχουν αποκομίσει από άλλες αγορές σχετικά με την συμμετοχή των μπαταριών στις αγορές ενέργειας, πράγμα που για την ώρα στερούνται οι ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα να εμφανίζονται πιο διστακτικές για «επιθετικότερες» χρηματοδοτήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η προσοχή των επενδυτών εστιάζει στο «first move» αναγνωρίζοντας το σημαντικά μεγαλύτερο όφελος που θα προκύψει για τις πρώτες μπαταρίες που θα μπουν στην πρίζα στο ελληνικό σύστημα με τις βασικές εκτιμήσεις να μιλούν για πλήρη ανάκτηση κεφαλαίου μέσα σε 2-3 χρόνια, πράγμα που ισούται με περίοδο υπεραπόδοσης.

Να σημειώσουμε ότι τα παραπάνω μοντέλα παρουσίασε σε σχετικό webinar, η κα. Έλενα Καλογεροπούλου, Energy Trader and Business Developer της Optimus Energy, υπογραμμίζοντας με την σειρά της το αυξημένο ενδιαφέρον της αγοράς, το οποίο αναμένεται να αποτυπωθεί σε συμφωνίες το αμέσως επόμενο διάστημα.

Optimus Energy

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM