Εργαλεία για να «ξορκίσουν» τις αυξήσεις που έρχονται στα φωτοβολταϊκά πάνελ αναζητούν οι Διανομείς – Σπεύδουν να στοκάρουν προϊόντα – Γιατί διστάζουν οι μικροί επενδυτές μπαταριών
Την μέθοδο του «στοκαρίσματος» επιστρατεύουν βασικοί διανομής φωτοβολταϊκών πλαισίων στην ελληνική αγορά για να μετριάσουν τις επιπτώσεις από την επικείμενη αύξηση των τιμών στα πάνελ μετά την 1η Απριλίου, όταν και θα ισχύσει η κατάργηση της επιστροφής ΦΠΑ 9% για τα προϊόντα που αναχωρούν προς εξαγωγή από τα κινεζικά λιμάνια.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, η αποθεματοποίηση προϊόντων δεν συνιστά εν γένει κάποια καινούργια πρακτική για τις εταιρείες διανομής εξοπλισμού, με το διαφορετικό, ωστόσο, στη τρέχουσα συγκυρία να αφορά στα «κίνητρα», αναγνωρίζοντας το «στοκάρισμα» ως μια «γραμμή άμυνας» και τρόπο για την καλύτερη προσαρμογή στις νέες συνθήκες της αγοράς. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης που θα προέλθει από την κατάργηση της επιστροφής ΦΠΑ έχει ήδη ενσωματωθεί στην τιμή του προϊόντος που αναχωρεί σήμερα από τα λιμάνια της Κίνας, εντούτοις, η επίσημη έναρξη του μέτρου την 1η Απριλίου αναμένεται να «τσιμπήσει» προς τα πάνω τις τελικές τιμές.
Κερδίζεις χρόνο και χρήμα
Σε αυτή την βάση, το στοκάρισμα με ορίζοντα τις παραγγελίες διμήνου-τριμήνου, όπως εξηγούν στελέχη του κλάδου με ίδια γνώση του θέματος, επιτρέπει στους διανομείς να εξοικονομήσουν πόρους της τάξης του 1-2%, που αν και στην γενική εικόνα μιας επένδυσης φαντάζει μικρό, για τον διανομέα δεν είναι.
«Το εν λόγω ποσοστό είναι σημαντικό για ένα διανομέα» σχολιάζει χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς για να συμπληρώσει ότι η όλη «άσκηση» αποκτά μια πρόσθετη αξία αν συνυπολογίσουμε την τρέχουσα αναταραχή στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα λόγω των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και τα παρεπόμενα που δύναται να πυροδοτήσει στο ύψος των ναύλων.
Αξίζει να σημειωθεί, όπως επισημαίνεται σχετικά, ότι ο αντίκτυπος, για την ώρα, παραμένει περιορισμένος με τα ναύλα να έχουν αυξηθεί μερικώς σε σχέση με τα τέλη του 2025. Ενδεικτικά, τα ναύλα προσδιορίζονταν περί τα 2.800-3.000 δολάρια ανά κοντέινερ στα τέλη του προηγούμενου έτους με τις τρέχουσες τιμές να κυμαίνονται λίγο υψηλότερα στα 3.500 – 3.800 δολάρια ανά κοντέινερ, διαφορά που, όπως υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές, δεν συνιστά «δραματική αλλαγή του σκηνικού σε σημείο να αλλάζει τους υπολογισμούς».
Το όφελος και ο κίνδυνος
Την ίδια στιγμή, όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές, το μέτρο του stock έχει όρια με αυτά να τοποθετούνται χρονικά σε βάθος τετραμήνου το πολύ, καθώς όπως αναφέρουν, «πάντα 3-4 μήνες πηγαίνουν όλα ένα κλικ πάνω τεχνολογικά και άρα δεν έχει νόημα να στοκάρει κανείς για ένα χρόνο».
Με άλλα λόγια, η εμπορική πολιτική των εταιρειών διανομής φωτοβολταϊκών πάνελ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να εξυπηρετήσει με ομαλότητα την ζήτηση του πελατολογίου και τα όρια που θέτει η ίδια η «φύση» του προϊόντος, με τους κατασκευαστές των πάνελ διαρκώς να επιχειρούν να φέρουν στην αγορά ένα βελτιστοποιημένο προϊόν, γεγονός που με την σειρά του και υποχρεωτικά καθιστά «παρωχημένα» όλα τα προηγούμενα.
Υπό το αυτό το πρίσμα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, η πρακτική του βραχυπρόθεσμου «στοκαρίσματος» εξυπηρετεί από την μία την διάθεση φθηνότερου προϊόντος σε σχέση με αυτό που θα αναχωρήσει από την Κίνα μετά την 1η Απριλίου για να παραδοθεί εντός του μήνα ή τον επόμενο και από την άλλη, λαμβάνοντας χώρα σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, προφυλάσσει από τον κίνδυνο απαξίωσης του προϊόντος, πράγμα που θα υποχρέωνε τον διανομέα να το διαθέσει στην αγορά «επί ζημία», δηλαδή σε χαμηλότερη τιμή.
Η μεγάλη εικόνα
Αξίζει να σημειωθεί ότι η όλη λογική τόσο πίσω από την κατάργηση της επιστροφής ΦΠΑ όσο και από τον περιορισμό του stock σε μεγάλη κλίμακα (βλέπε Κίνα ή Ευρώπη) εντάσσεται και εδράζεται στην προσπάθεια των κινέζικων εταιρειών κατασκευής φωτοβολταϊκών πάνελ να εξορθολογίσουν τις τιμές προς τα πάνω ώστε να πάψουν να γράφουν ζημιές, πράγμα που κατά κύριο λόγο συνέβη τις τελευταίες δύο χρονιές λόγω της σημαντικής υποχώρησης της spot τιμής.
Αυτό επήλθε τόσο σε συνέχεια του περιορισμού της παραγωγής από πλευράς κινέζων όσο και σε συνέχεια μιας νέας πρωτοβουλίας που τώρα υλοποιείται στην Κίνα και αφορά την εξαγορά όλων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατασκευής φωτοβολταϊκών πάνελ από μεγαλύτερες εταιρείες με σκοπό το κλείσιμο τους, ώστε να περιοριστεί η προσφορά και να ευθυγραμμιστεί καλύτερα με την ζήτηση.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι αλλαγές στο τελικό «τιμολόγιο» δεν αναμένεται να είναι εντυπωσιακές με την «βαρύτητά» τους, ωστόσο, να είναι διαφορετική αν πρόκειται για μεγάλο επενδυτή ή για μικρομεσαίο επενδυτή.
Θέμα χρόνου για μικρούς επενδυτές μπαταριών
Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι μπαταρίες, με το γενικό κόστος, όπως έχει γράψει το energypress, να βαίνει μειούμενο παρά τα όποια σκαμπανεβάσματα από καιρό σε καιρό τόσο λόγω ρυθμιστικών μέτρων (η κατάργηση της επιστροφής ΦΠΑ θα ισχύσει και στις μπαταρίες σταδιακά) όσο και λόγω των αυξομειώσεων στις πρώτες ύλες.
Υπό αυτό το πρίσμα, το εγχείρημα «μπαταρία», όπως σχολιάζουν πηγές της αγοράς, παραμένει ακόμη ακριβό για ένα μικρομεσαίο επενδυτή με το λίθιο μεν να έχει υποχωρήσει σε χαμηλότερα επίπεδα, άλλες δε, πρώτες ύλες ή συστατικά στοιχεία του κόστους να αυξάνουν όπως είναι ο χαλκός, το αλουμίνιο και τα ναύλα.
Η γενική εικόνα της αγοράς θέλει τους μικρομεσαίους επενδυτές, υπό το βάρος των σημαντικών απωλειών στις ροές εσόδων του πάρκου λόγω περικοπών και αρνητικών/μηδενικών τιμών να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο προσθήκης μπαταρίας, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται προς ώρας κάποια μαζική «κινητοποίηση» προς αυτή την κατεύθυνση. Οι βασικοί λόγοι, όπως εξηγούν παράγοντες της αγοράς, αφορούν την χρηματοδότηση από την τράπεζα καθώς και συνολικότερα το «άγνωστο» του πράγματος που πολλοί περιμένουν να δουν πρώτα να συμβαίνει για να προχωρήσουν στο βήμα.
Η επίλυση της «άσκησης» στη βάση εκτιμήσεων σε συνδυασμό με την συνολικότερη αβεβαιότητα της αγοράς ενέργειας συγκρατεί προς ώρας τους μικρομεσαίους επενδυτές παρά το γεγονός ότι η μπαταρία καθίσταται πλέον μονόδρομος για την βιωσιμότητα της επένδυσής τους, πράγμα που ήδη φαίνεται να εμπεδώνεται από άκρη σ’ άκρη στην αγορά με εταιρείες παροχής εξοπλισμού και διανομείς να έχουν προσθέσει στα ράφια τους ανάλογες λύσεις.