Επιτακτική ανάγκη αποσαφήνισης του στίγματος της ενεργειακής μας πολιτικής
του Δρ. Αντώνη Μεταξά

Επιτακτική ανάγκη αποσαφήνισης του στίγματος της ενεργειακής μας πολιτικής

22 05 2015 | 07:58

Δεν παρίσταται στα παρόντα συμφραζόμενα τετριμμένη η διαπίστωση ότι η ελληνική ενεργειακή αγορά βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι μείζονος αναπροσανατολισμού αλλά και ταυτόχρονης έλλειψης σαφούς πολιτικορυθμιστικού αυτοπροσδιορισμού.

Τόσο στο επίπεδο των γεωστρατηγικών της τοποθετήσεων σε θέματα κομβικής σημασίας για το ενεργειακό μέλλον της χώρας (λ.χ. στο ζήτημα των μεγάλων διεθνών έργων κατασκευής αγωγών φυσικού αερίου), αλλά και στο επίπεδο της ανασχεδίασης και του διακυβεύματος του ουσιαστικού ανοίγματος της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, η χώρα μοιάζει να αναζητεί έναν νέο (;) βηματισμό.

Αυτό δεν θα ήταν απαραιτήτως αρνητικό, αν δεν συνοδευόταν από πρώτες βάσιμες ενδείξεις ότι υφίσταται μια κατ’ ουσίαν ασάφεια σε σχέση με το ποιος ακριβώς είναι αυτός ο επιθυμητός νέος βηματισμός και πως θα επιτευχθεί η υλοποίησή του. Και κάτι ενδεχομένως πιο προβληματικό: Δεν προκύπτουν σαφείς τοποθετήσεις σε σχέση με το πώς ο όποιος επιλεγησόμενος νέος σχεδιασμός μπορεί να καταστεί συμβατός με βασικές παραδοχές που απορρέουν ως υποχρεώσεις συνδεόμενες άρρηκτα με την ιδιότητα της χώρας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κάτι, το οποίο δεν έχει ενδεχομένως καταστεί επαρκώς σαφές στην εγχώρια δημόσια συζήτηση στη χώρα μας και συνιστά, ως εκ τούτου, υποχρέωση του εξειδικευμένου επιστημονικού λόγου να αναδείξει, είναι το γεγονός ότι το ενωσιακό δίκαιο θέτει σε σειρά κομβικών ενεργειακών θεμάτων πολύ συγκεκριμένα πλαίσια συμβατής με αυτό δράσης καταλείποντας εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια χάραξης αποκλίνοντος στίγματος εκ μέρους των κρατών μελών. Αυτό σημαίνει ότι η σύμφωνη με το ευρωπαϊκό δίκαιο παρέμβαση των κρατών μελών στην ενεργειακή αγορά οφείλει να δομείται εντός αυτών των λίγο-πολύ προκαθορισμένων πλαισίων.

Το κατά πόσο αυτά τα τιθέμενα πλαίσια είναι τα ενδεδειγμένα ή όχι συνιστά μιας άλλης τάξεως συζήτηση, την μακροπρόθεσμη αξία διεξαγωγής της οποίας, προσωπικά, δεν θα αμφισβητήσω, συνιστά πάντως – ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό - μια άλλη συζήτηση. Ας περιοριστούμε εδώ στην εξής επισήμανση: Κάθε νομικά οργανωμένο σύστημα ρύθμισης μιας αγοράς διέπεται και προκαθορίζεται από συγκεκριμένες ιδεολογικές τοποθετήσεις.

Δεν υφίστανται φυσικοδικαιϊκές παραδοχές, συνεπώς κάθε συγκροτημένο κανονιστικό σύστημα, έτσι και η ευρωπαϊκή ενεργειακή ρύθμιση, δεν συνιστά παρθενογένεση, αλλά απόρροια και έκφραση συγκεκριμένων ιδεολογικοπολιτικών ιεραρχήσεων. Το κυρίαρχο παράδειγμα από το οποίο εμφορείται εν προκειμένω ο ενωσιακός νομοθέτης (και) στον τομέα της ενέργειας βασίζεται(καλώς ή κακώς, επαναλαμβάνω, τούτο συνιστά αντικείμενο υποκειμενικής αξιολόγησης) στο εξής δίπτυχο:

α) Άνοιγμα της αγοράς με άρση μονοπωλιακών ή ολιγοπωλιακών δομών και παράλληλη διασφάλιση όρων ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των επειχειρηματικών παικτών και

β) αποσύνδεση της διαχείρισης των κεντρικών δικτυακών υποδομών από τον ασφυκτικό έλεγχο κρατικών ή ιδιωτικών μονοπωλίων.

Βασικός μοχλός εποπτείας και ρύθμισης των ενεργειακών αγορών είναι, κατά την κυριαρχούσα πρόσληψη του ενωσιακού νομοθέτη, οι ουσιαστικά και λειτουργικά ανεξάρτητες ρυθμιστικές Αρχές, για τη βέλτιστη τεχνικοοικονομική και στελεχειακή στήριξη των οποίων οφείλουν να μεριμνούν τα ίδια τα κράτη μέλη παρέχοντας τα προς τούτο απαραίτητα μέσα. Επίσης, κομβικός άξονας της πρόσφατης σημαντικότατης Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία της Ενεργειακής Ένωσης, μιας διακήρυξης που τυγχάνει ύψιστης πολιτικής ιεράρχησης (βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής ((COM(2015) 80 final) Energy Union Package - Communication form the Commission: A Framework Strategy for a resilient Energy Union with a Forward-Looking Climate Change Policy), είναι η συστολή της ευχέρειας των κρατών μελών να κινούνται εντός του πλαισίου των διεθνών διακρατικών συμφωνιών επί ενεργειακών ζητημάτων αυτόνομα χωρίς κεντρική διαβούλευση με την Επιτροπή.

Αυτό που επομένως πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η σχεδίαση των βασικών αξόνων της ρύθμισης των εθνικών ενεργειακών αγορών των κρατών μελών της Ένωσης δεν γίνεται εν κανονιστικώ κενώ, αλλά σε κατά κανόνα προδιαγεγραμμένα ενιαία πλαίσια ισχύοντα απαρεγκλίτως για όλα τα κράτη μέλη ως απόρροια της ιδιότητάς τους ως μελών της Ένωσης και όχι ως απόρροια της τυχόν υφιστάμενης «μνημονιακής επιτήρησης» στα κράτη της ευρωζώνης με έντονα προβλήματα χρέους, όπως η χώρα μας.

Ας μου επιτραπεί συνεπώς να επισημάνω ότι η τυχόν υφιστάμενη, απολύτως θεμιτή στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας, διάθεση κριτικής επαναξιολόγησης των ιδεολογικοπολιτικών βάσεων της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής πρέπει να εκδηλώνεται κεντρικά και συγκροτημένα, στηριζόμενη σε εδραία γνώση των θεμάτων και των τεχνικοοικονομικών και νομικών τους παραμέτρων.

Ως τέτοια συγκροτημένη και σαφής προσπάθεια και όχι ως ρηχή ιδεοληψία δικαιούται να προσπαθεί να επηρεάσει προς άλλη κατεύθυνση τους κυρίαρχους ιδεολογικοπολιτικούς συσχετισμούς στο επίπεδο της Ένωσης. Σε διαφορετική περίπτωση ελλοχεύει σαφής κίνδυνος περιθωριοποίησης και απομόνωσης της ήδη προβληματικής ελληνικής ενεργειακής αγοράς των πολλών διαχρονικών δομικών στρεβλώσεων και προβλημάτων. Εξάλλου, μια νηφάλια διαχρονική προσέγγιση των ενεργειακών δρώμενων της χώρας ίσως πείσει και τον πλέον δύσπιστο ότι οι συστημικές παθογένειες της ελληνικής ενεργειακής αγοράς μάλλον από την αγνόηση της ευρωπαϊκής σχετικής νομοθεσίας προκύπτουν και σίγουρα όχι από την καθ’ υπερβολήν εφαρμογή της.

Κλείνοντας ας επισημάνουμε για μια ακόμα φορά ότι ο χώρος της ενεργειακής ρύθμισης συνιστά ένα ευαίσθητο πλέγμα κανονιστικής συγκρότησης δεδομένων που επενεργούν καίρια στις οικονομικές και επενδυτικές προοπτικές της ενεργειακής αγοράς. Συνομιλώντας με ξένους συναδέλφους ακαδημαϊκούς αλλά και ανθρώπους της αγοράς σχηματίζει κανείς την πεποίθηση ότι η ενέργεια θα μπορούσε να συνιστά ανάχωμα ανάπτυξης για τη χώρα μας.

Οφείλουμε συνεπώς να διατυπώσουμε την ελπίδα οι συντελούμενες πολιτικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις να συντείνουν και να ενισχύσουν αυτή την προοπτική και να μην την αναχαιτίσουν τελεσίδικα.

Του Δρ. Αντώνη Μεταξά

Πανεπιστήμιο Αθηνών, Προέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης

(το άρθρο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2015)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM