Ενεργειακή Μετάβαση με όρους Δημοκρατίας, Συμμετοχικότητας & Κοινωνικής Δικαιοσύνης
του Στάθη Δεββέ

Ενεργειακή Μετάβαση με όρους Δημοκρατίας, Συμμετοχικότητας & Κοινωνικής Δικαιοσύνης

30 10 2019 | 15:33
  1. Εισαγωγή

Πέρα από τις προ-υπάρχουσες προσεγγίσεις στη Διεθνή Πολιτική Οικονομία (ΔΠΟ) της Ενέργειας, μια πιο στενή ματιά στις ΑΠΕ επηρεάζεται από τις εξής παραμέτρους: 

1) τους κύριους γεωπολιτικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών και πολυεθνικών εταιρειών,

2) την αλληλεπίδραση μεταξύ διεθνούς εμπορίου, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επενδύσεων, 

3) τη διαδικασία ενεργειακού μετασχηματισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, 

4) τις συγκρούσεις που συμβαίνουν για λόγους γεωπολιτικής υπεροχής με σκοπό την εκμετάλλευση και τον έλεγχο γεωγραφικών ενοτήτων και φυσικών πηγών,

5) την εμπλοκή της πολιτικής οικολογίας αλλά και θεμάτων κοινωνικής δικαιοσύνης και καταπολέμησης της ενεργειακής φτώχειας.

Η παραδοσιακή (κατεστημένη) Διεθνής Πολιτική Οικονομία συνήθιζε να θεωρεί την αλληλεπίδραση μεταξύ ενέργειας και περιβάλλοντος ως ένα θέμα σχεδόν «εξωτικό», θεωρητικό το οποίο παραπέμπει στο μακρινό μέλλον. Αυτή η προσέγγιση αποδείχτηκε από τις εξελίξεις εσφαλμένη. Πλέον αποτελεί αναπόφευκτο δρόμο η μελέτη και προσέγγιση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών δραστηριοτήτων, ούτως ώστε να προσδιοριστούν οι πόροι με όρους περιφερειακών ζητημάτων, εποχικότητας και καταγραφής δεδομένων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όλο το παιχνίδι γύρω από το ποιος καρπούται, τί και για ποιο λόγο, περιλαμβάνει τεχνοκρατικές ομάδες, κοινωνικό ανταγωνισμό, διεθνείς και πολυμερείς οργανισμούς, δίκτυα εμπορίου και υποδομών, τα οποία μάλιστα υπερβαίνουν συχνά την εκάστοτε εθνική επικράτεια. Περιλαμβάνουν τα Παγκόσμια Δίκτυα Παραγωγής (Global Production Networks - GPN) και τη σχετική εφοδιαστική αλυσίδα και τον καταμερισμό εργασίας στις ΑΠΕ.

Πρέπει να τονιστεί ο βαθμός και ο τρόπος που οι πολιτικές επηρεάζουν τον ενεργειακό μετασχηματισμό και το πώς αυτός ο μετασχηματισμός επηρεάζει κοινωνικοπολιτικά ζητήματα αλλά και την εμπλοκή των πιθανών παικτών σε κοινωνικά ζητήματα.

Στις μέρες μας, εκτός από το πετρέλαιο, υπάρχουν και άλλα ενεργειακά καύσιμα, προϊόντα και τεχνολογίες που διακινούνται σε διεθνές επίπεδο και έχουν διαμορφώσει το ενεργειακό μίγμα που είναι απαραίτητο για την ευημερία και βιωσιμότητα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στην πραγματικότητα τα συμπεράσματα των προσεγγίσεων και ερευνών της ΔΠΟ για τις ΑΠΕ, αντανακλούν τις αρχές της κλασσικής ΔΠΟ της Ενέργειας (που αφορούσε συμβατικά καύσιμα), σε σχέση με τις διαμάχες και τον ανταγωνισμό μεταξύ διεθνών και εθνικών επιδιώξεων, ή μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων.

 

  1. Πολιτικές για το Διεθνές Εμπόριο των ΑΠΕ και η μελλοντική ΔΠΟ των ΑΠΕ

Είναι δύσκολο να καθοριστεί τελεσίδικα το θέμα της ΔΠΟ στις ΑΠΕ, σε ότι αφορά το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς φαίνεται ότι έχει καθιερωθεί ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στις δυνάμεις εκείνες που υποστηρίζουν νέου τύπου πράσινες επενδύσεις έναντι των υποστηρικτών των ενεργειακών επενδύσεων σε συμβατικά (ορυκτά) καύσιμα.

Επιπρόσθετα, ένα άλλο πεδίο ανταγωνισμού έχει παγιωθεί μέσα στο χώρο των παικτών στις ΑΠΕ, και συγκεκριμένα μεταξύ αυτών που επιδιώκουν την κατάκτηση του μέγιστου μεριδίου της παγκόσμιας αγοράς σε συνδυασμό με επενδύσεις στην ίδια τους τη χώρα και αυτών που επιδιώκουν επενδύσεις σε άλλες χώρες σε συνδυασμό με ένα άνοιγμα των εμπορικών αγορών σε συνδυασμό με προσδοκίες για νέες προσβάσεις π.χ. σε σπάνιες γαίες, νέες αγορές που αναμένεται άμεσα να αναπτυχθούν στο πεδίο των ΑΠΕ (π.χ. υπηρεσίες φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων σε μια αγορά που είναι αρρύθμιστη ως προς τη χρέωση ή το συμψηφισμό σε διεθνές επίπεδο).

Επομένως υπάρχει κάτι πιο ουσιαστικό, το οποίο δεν έχει να κάνει απλά με το μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά κάθε παίκτη, αλλά και με το μετασχηματισμό στη διαμόρφωση των ενεργειακών συστημάτων.

Πολλές χώρες παίρνουν μέτρα ώστε να ενισχύσουν το στοιχείο της εγχώριας αγοράς τους, ειδικά στη βιομηχανική παραγωγή προϊόντων και υλικών ΑΠΕ. Προωθούν επιδοτήσεις εξαγωγών, την εθνική τους βιομηχανία ΑΠΕ αλλά και πολιτικές εγχώριας απασχόλησης. Ακολουθούν μια πατερναλιστική καπιταλιστική εκδοχή που δεν αφήνει περιθώρια ανταγωνισμού στη χώρα τους, προκαλεί καθυστέρηση στην υιοθέτηση και ωρίμανση νέων τεχνολογιών ΑΠΕ, διατηρώντας υψηλό το κόστος βιομηχανικής παραγωγής αντίστοιχων προϊόντων. Αυτά τα πακέτα προστατευτικών πολιτικών εμπεριέχουν μια θεμελιώδη ψευδαίσθηση ότι η συνολική αγορά ΑΠΕ θα έχει μονίμως το ίδιο μέγεθος, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τις πραγματικές διεθνείς τάσεις. Επίσης η θεώρηση ότι κάποιος παίκτης, πολυεθνική εταιρεία ή χώρα, θα είναι κυρίαρχος στη διεθνή αγορά ΑΠΕ αγνοεί θεμελιωδώς το Παγκόσμιο Δίκτυο (GPN) και την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Στην πραγματικότητα κάθε χώρα είναι εν δυνάμει συμμέτοχη στην παραγωγή ΑΠΕ, το διεθνή καταμερισμό εργασίας και το σύνολο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους συμμέτοχους και παράγοντες.

Επομένως, άλλα μέτρα εξομαλύνουν και άλλα επιβαρύνουν τις στρεβλώσεις στο διεθνή εμπορικό και επενδυτικό ανταγωνισμό των ΑΠΕ, σε προϊόντα, έργα, υποδομές και υπηρεσίες. Η οικονομική μεγέθυνση, ο δημοσιονομικός χώρος, η ύπαρξη μαξιλαριού στα έσοδα από ΑΠΕ, η τοπική ανάπτυξη, η δημιουργία θέσεων εργασίας είναι καθοριστικές παράμετροι για τη θετική αξιολόγηση της συνολικής δραστηριότητας. Όμως, από την άλλη πλευρά έτσι προκύπτει ότι η χρήση τεχνολογιών ΑΠΕ, αποβαίνει τεχνητά πιο ακριβή από ό,τι θα μπορούσε να είναι. Και αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε 2 απαισιόδοξα συμπεράσματα : 1) ότι θα είναι η τεχνολογία ΑΠΕ λιγότερο προσβάσιμη για τους πολλούς, άρα θα επιδεινωθεί η ενεργειακή φτώχεια και 2) ότι η μέρα που οι ΑΠΕ θα αντικαταστήσουν με αξιοπιστία τα ορυκτά καύσιμα θα αργήσει αρκετά.

Τα παραπάνω εξηγούν το γεγονός ότι οι ΑΠΕ επιδοτούνται 4 φορές πιο πάνω από τα ορυκτά και ότι δημιουργούνται διάφορες διαμάχες και ενστάσεις σε διεθνές επίπεδο.

Σπουδαίες προσδοκίες για δημιουργία πράσινων θέσεων εργασίας, οι οποίες θα ανεβάσουν το επίπεδο της τεχνολογικής αλυσίδας έχουν δημιουργηθεί από τους διαμορφωτές ενεργειακής και οικονομικής πολιτικής. Όμως, αγνοούνται δεδομένα ότι, για παράδειγμα στην παραγωγή φωτοβολταϊκών μπορούν να εξασφαλιστούν θέσεις εργασίας που αφορούν μόνο το 1/4 του εργατικού δυναμικού στο συγκεκριμένο τομέα. Ουσιαστικά, αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα είναι ότι επιτυγχάνεται μαζική δημιουργία θέσεων εργασίας και προστιθέμενη αξία σε downstream δραστηριότητα και συγκεκριμένα στο σχεδιασμό, κατασκευή και λειτουργία των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ. Αλλά η λειτουργία τέτοιων εγκαταστάσεων ΑΠΕ, άρα και η εμπορική δραστηριότητα από τους παρόχους μέχρι τον τελικό καταναλωτή, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στα υψηλά κόστη, τις προσαυξήσεις και άλλες στρεβλωτικές καταστάσεις.

 

  1. Το Παγκόσμιο Δίκτυο Παραγωγής (GPN) για τις ΑΠΕ

Επισημαίνονται 5 παράμετροι ως προς τον παγκόσμιο ενεργειακό μετασχηματισμό , :

  1. Τα δίκτυα των παικτών και των εταιρειών που εμπλέκονται σε όλα τα στάδια της παραγωγής, κατασκευής και λειτουργίας των ενεργειακών υποδομών.

  2. Το πώς διαμοιράζεται η επιρροή και εξουσία ανάμεσα σε αυτά τα δίκτυα.

  3. Ο ρόλος του εργατικού δυναμικού και των πληθυσμών που θα καταναλώσουν την ενέργεια.

  4. Ο ρόλος διεθνών, τοπικών οργανισμών και θεσμών καθώς και των κοινωνικών ομάδων που αντιπροσωπεύουν.

  5. Οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές αλληλεπιδράσεις που προκύπτουν μέσα από αυτά τα ενεργειακά έργα, τις βιομηχανικές επενδύσεις και τις υποδομές.

Η προσέγγιση μέσω των GPN αναλύει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων εμπλεκομένων, ανεξάρτητα από τις καθαυτό διαδικασίες. Η λειτουργία σε πολλά επίπεδα, κλίμακες και ασύμμετρες δυνάμεις παράγει συγκεκριμένα γεωπολιτικά συμπεράσματα.

Η επεξήγηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εφοδιαστικής αλυσίδας, μεταποίησης των φυσικών πόρων είναι ουσιαστική για τις ΑΠΕ, σε σχέση με τις λειτουργικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές αποδόσεις, τα εμπόδια και τις στρατηγικές περαιτέρω ανάπτυξης των ΑΠΕ. Αυτό φαίνεται και από το ενδεικτικό Διάγραμμα 1 .

Διάγραμμα 1 3 Πρότυπη Ενεργειακή Εφοδιαστική Αλυσίδα

 

Η ανάμιξη των κυβερνήσεων, των οργανισμών, η εμπορευματοποίηση των ΑΠΕ, η πραγματική αποτίμηση της αξίας των ΑΠΕ, τα δίκτυα διανομής, η βελτίωση των τεχνικών υποδομών και οι Εφαρμογές Ενεργειακής Αποθήκευσης εμπεριέχονται στα σύγχρονα πλάνα στρατηγικών.

Η εφοδιαστική αλυσίδα των ΑΠΕ απαιτεί αποτελεσματική διαχείριση και έλεγχο, που θα εξασφαλίζουν ευελιξία. Οι περίοδοι χωρίς αιχμές ενεργειακού φορτίου υπαγορεύουν και τις αντίστοιχες πρακτικές εξοικονόμησης ενέργειας. Κατά αυτήν τη λογική προκύπτουν οι παράγοντες που παίζουν ρόλο σε κάθε στάδιο παραγωγής/χρήσης των ΑΠΕ, σύμφωνα με το Διάγραμμα 2 .

 

Διάγραμμα 2 4 Παράγοντες στην εφοδιαστική Αλυσίδα των ΑΠΕ

 

Με την ίδια λογική αποτυπώνονται και τα στάδια ανάπτυξης των ΑΠΕ, σύμφωνα με το Διάγραμμα 3 4. Το κίνητρο για περιβαλλοντική προστασία ενεργοποιεί την περαιτέρω χρήση των ΑΠΕ. Η αποδοχή στις Ενεργειακές Αγορές προωθείται μέσω εισαγωγής της οικονομικής εμπορευσιμότητας για κάθε τεχνολογία ΑΠΕ και τον παρελκόμενο εξοπλισμό της. Έτσι κατ’ αυτόν τον τρόπο η εμπορική χρήση, η κατανάλωση και η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων γίνονται πράξη.

 

Διάγραμμα 3 4 Στάδια Ανάπτυξης ΑΠΕ

 

Είναι αξιοσημείωτη η δυναμική του ανταγωνισμού στην ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και στο αντίστοιχο Παγκόσμιο Δίκτυο Παραγωγής (GPN). Επίσης έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το πώς γίνεται ο καταμερισμός διαμέσου της εμπορευματικής αλυσίδας.

 

Ο Mulvanev 1 περιγράφει το διεθνή ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών εθνικών αλλά και υπερεθνικών πρωταγωνιστών αλλά και μεταξύ 2 διαφορετικών τεχνολογιών εντός της βασικής τεχνολογίας των φωτοβολταϊκών. Στον αντίστοιχο εξοπλισμό, η μετατροπή από απορροφούμενα ηλιακά φωτόνια σε ηλεκτρισμό μπορεί να επιτευχθεί με 2 διαφορετικά υλικά, είτε με τους ημι-αγωγούς λεπτού φιλμ, είτε με κρυσταλλικό πυρίτιο.

Η 1η τεχνολογία υιοθετήθηκε στις ΗΠΑ, στη Silicon Valley και κατέληξε ο καταλύτης σε ένα πολύ φιλόδοξο πλάνο ηλιακής ενέργειας σε εθνικό επίπεδο. Παραμερίστηκε το κρυσταλλικό πυρίτιο ως πρωτογενές υλικό και τεχνολογία και ταυτόχρονα καταγράφηκε ραγδαία αύξηση στην τιμή του ημι-αγωγού, εξαπλώνονται μεγάλες προσδοκίες στους επενδυτές.

Από την άλλη όμως οι Κινέζοι κατασκευαστές καθώς και κάποιες εταιρείες με έδρα στα νησιά Κέιμαν επένδυσαν δισ. δολάρια στην τεχνολογία κρυσταλλικού πυριτίου, περιλαμβανομένης όλης της κατασκευαστικής αλυσίδας, από τη διύλιση του πυριτίου έως παραγωγή σε προωθημένη τεχνολογία, ούτως ώστε να ωριμάσει η τεχνολογία αυτή και να προωθεί σαν παγκόσμιο προϊόν. Όλα τα στάδια κατασκευής καταμερίστηκαν σε διαφορετικές τοποθεσίες. Η παραγωγή στην Κίνα ανέβηκε σε τεράστια μεγέθη, από αξία 2 δισ. δολαρίων στα 100 δισ. Επομένως η δημιουργία υπερ-αποθέματος κατακρήμνισε τις προσδοκίες για αυξημένες τιμές στο αντίπαλο στρατόπεδο των ημιαγωγών λεπτού φιλμ.

Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε μια διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, σχετικά με τις επιδοτήσεις και τις ελαφρύνσεις με τις οποίες το κινεζικό κράτος διευκόλυνε την τεχνολογία του κρυσταλλικού πυριτίου. Τα κίνητρα αυτά κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, από την δωρεάν γη, τη χαμηλή τιμή του νερού, του ηλεκτρικού ρεύματος  που καταναλώνονταν στην παραγωγή του προϊόντος έως και την επιδότηση των εξαγωγών και τα δάνεια με χαμηλό επιτόκιο. Έτσι η Κίνα ανέπτυξε το φιλόδοξο στόχο της να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες σε Φ/Β μέσω της δικής της παραγωγής. Για την ακρίβεια στην Κίνα εγκαταστάθηκαν το 2014 περισσότερα Φ/Β σε σχέση με την σωρευτική παραγωγή όλων των προηγούμενων ετών στις ΗΠΑ. Σαν επακόλουθο, κατά τη διάρκεια του 2016 τα παραγόμενα Φ/Β από την Κίνα μπήκαν σε καθεστώς δασμών και αυτό αύξησε 3 φορές το κόστος του αντίστοιχου εξοπλισμού στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια αύξησε το κόστος κατά 25%  σε σχέση με όσα Φ/Β εγκαταστάθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Η Silicon Valley και τα υπόλοιπα κέντρα καινοτομίας στις ΗΠΑ περιέπεσαν από την υψηλή δημοφιλία και τις απογειωμένες προσδοκίες των ημιαγωγών λεπτού φιλμ των προηγούμενων χρόνων σε ένα πολύ περιορισμένο αριθμό εταιρειών που επιβίωσαν χάρη στην υψηλή ροή κεφαλαίων από venture capitals, στα κίνητρα δημόσιων πολιτικών και τη δυστυχή συγκυρία της πυρηνικής καταστροφής στη Φουκουσίμα, η οποία οδήγησε σε πολύ ψηλές τιμές των εισαγωγών σε φυσικό αέριο από την Ιαπωνία και επομένως ένα απογειωμένο market place για τη Βιομηχανία Ηλιακών και Φ/Β.

Με αυτόν τον τρόπο η τελική ισορροπία στην αγορά Φ/Β διαμορφώθηκε τελείως διαφορετικά σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες.

Υπάρχει ένα ακόμα σοβαρό θέμα σχετικά με το Περιβαλλοντικό Αποτύπωμα (και επομένως Ισοζύγιο) των 2 επιμέρους Φ/Β τεχνολογιών. Πιο συγκεκριμένα, για το κρυσταλλικό πυρίτιο, η παραγωγή αποβλήτων κατόπιν της επεξεργασίας του πρωτογενούς πολυ-κρυσταλλικού υλικού, οδήγησε σε μεγάλες ποσότητες χλωριούχων χημικών κατά την προετοιμασία των Φ/B κρυστάλλων. Από την άλλη πλευρά η τεχνολογία ημιαγωγών λεπτού φιλμ βασίζεται σε τοξικά μέταλλα, στη βάση του Καδμίου. 

Συνοψίζοντας, οι ιδιαιτερότητες της κατασκευής Φ/Β πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη, σε σχέση με το Περιβαλλοντικό και Κοινωνικό Αποτύπωμα μιας περιοχής. Αυτά τα ζητήματα γεννούν το ερώτημα για το ποιο είναι το Ολιστικό Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο αυτών των ΑΠΕ τεχνολογιών. Έχουν ειπωθεί αρκετές αντιρρήσεις σχετικά με το πόσο κατάλληλα είναι κάποια πολύ ευαίσθητα οικοσυστήματα, ως προς την κατασκευή Φ/Β, ακόμα και κατά τη διάρκεια εγκατάστασης βιομηχανίας Φ/Β τύπου ημιαγωγών στην έρημο της Καλιφόρνιας, κατά μήκος δημόσιων εκτάσεων.

Ένα ακόμα σοβαρό ζήτημα σχετικά με το Παγκόσμιο Δίκτυο Παραγωγής Φ/Β είναι ότι διάφορες εταιρείες έχουν εμπλακεί σε διαφορετικές κλίμακες διαμέσου της παραγωγικής διαδικασίας. Άλλες ειδικεύονται σε μία, άλλες σε περισσότερες φάσεις. Οι γνήσιοι κατασκευαστές αδυνατούν να ελέγξουν τη συνολική εφοδιαστική αλυσίδα, ειδικά αν έχουν ανακεφαλαιωθεί λιγότερο και επομένως οι κύριοι προμηθευτές όπως οι κυρίαρχες εταιρείες στο χώρο των χημικών καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις του παιγνιδιού, διαφοροποιώντας τα χαρτοφυλάκιά τους.

Εν κατακλείδι, η προσέγγιση μέσω GPN εμφανίζει τις δυνάμεις της αγοράς και το πώς κινούνται σε σχέση με τον Ενεργειακό, Κοινωνικό και Περιβαλλοντικό Μετασχηματισμό. Η Ενεργειακή Μετάβαση πρέπει να λάβει υπόψη το στοιχειώδες αντίκτυπο στις κοινωνίες στα βήματα από τα ορυκτά στα ανανεώσιμα. Αυτό είναι μια πρόκληση για ολόκληρη την ανθρωπότητα και η ερμηνεία του παραγωγικού συστήματος μέσω της προσέγγισης του GPN έχει σημαντική συνεισφορά.

 

  1. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη χρειάζεται Ενεργειακή Δικαιοσύνη και η Ενεργειακή Μετάβαση χρειάζεται Δημοκρατία

Τα ελαττώματα της αγοράς, η υπάρχουσα Ενεργειακή Φτώχεια και οι απαραίτητες ενεργειακές μεταβάσεις γεννούν την ανάγκη για προώθηση της ενεργειακής δικαιοσύνης και της συμμετοχής των κοινωνιών σε πρώτη προτεραιότητα σε ό,τι αφορά τα οικονομικά, ενεργειακά και κοινωνικά ζητήματα που εγείρονται συνεπακόλουθα. 

Η Ενεργειακή Δικαιοσύνη αποτελεί κανόνα πρώτης προτεραιότητας από τότε που τα ενεργειακά προϊόντα εμπορεύονται, επηρεάζοντας την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Η Ενέργεια καθορίζει τις παραμέτρους των παραγωγικών μοντέλων στις κοινωνίες. Αποτελεί προϋπόθεση, εφόσον είναι δίκαια διαθέσιμη για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η χρήση των τεχνολογιών που αποκεντρώνουν την παραγωγή ενέργειας διευκολύνει την μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ΑΠΕ και την αλλαγή υποδείγματος για καινοτομίες ΑΠΕ, βασισμένες σε τοπικές δυνάμεις και συμμετοχή κοινωνιών, οι οποίες έτσι θα ξεπεράσουν συλλογικά σε ταχύτητα τους κυρίαρχους παίκτες της αγοράς των περασμένων δεκαετιών.

Η Ενεργειακή Δικαιοσύνη τέμνει το σημείο μετάβασης μεταξύ 3ης και 4ης βιομηχανικής επανάστασης, ώστε να ευοδωθούν οι προσδοκίες για Βιώσιμη Ανάπτυξη, η οποία θα κατανέμεται δίκαια ανάμεσα στον παγκόσμιο πληθυσμό, ανάμεσα σε κράτη, κοινωνίες αλλά και κοινωνικές τάξεις, και έτσι θα μπορεί να οδηγήσει σε μια Προοδευτική διαδικασία σε παγκόσμιο Επίπεδο.

Ο Cooper στο Σχήμα 1 1 παρουσιάζει ένα πλαίσιο ευημερίας λαμβάνοντας υπόψη συμπεριφορικά και δομικά εμπόδια που πρέπει να αρθούν, ώστε να επιτευχθεί μια κατεύθυνση προς το βέλτιστο κοινωνικά αποτέλεσμα. Εφόσον αρθούν συμπεριφορικά εμπόδια από το σημείο 1 στο σημείο 2 και επομένως ανεβεί η καμπύλη ζήτησης, αυξάνοντας τα προϊόντα που οι καταναλωτές αγοράζουν, γεννιέται μια θετική επίπτωση, που δεν ανακλάται άμεσα στις αγορές (externality) και έτσι οι καταναλωτές φθάνουν στο βέλτιστο. 

Περαιτέρω μετάβαση στο σημείο 3, θα οδηγήσει σε περισσότερη άρση θεσμικών και δομικών εμποδίων, με περισσότερο βέλτιστο για τους καταναλωτές. Στρεβλώσεις της αγοράς παύουν και το κόστος μειώνεται.

Η άρση δομικών εμποδίων οδηγεί σε ευκολότερη άρση συμπεριφορικών εμποδίων. 

 

Σχήμα 1 1  Κοινωνική Τιμολόγηση για Ενεργειακή Δικαιοσύνη

 

Στο επόμενο Σχήμα 2 1, ο Cooper παρουσιάζει τον τρόπο αύξησης πλεονάσματος καταναλωτή και κοινωνίας με οικονομικούς όρους. Το γράφημα αυτό περιγράφει πώς οι οικονομικά πιο αδύναμοι καταναλωτές μπορούν να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε ενεργειακή κατανάλωση (από το Α στο Β), με μικρότερο κόστος (από το 0 στο Ε). Ταυτόχρονα, οι καταναλωτές με υψηλά εισοδήματα πρέπει να έχουν ένα κίνητρο να μειώσουν την κατανάλωσή τους (από το σημείο C στο σημείο D), επιβαρυνόμενοι με ψηλότερες χρεώσεις (από το 1 στο F). E και F είναι τα σημεία που προκύπτουν στην διορθωμένη καμπύλη ανάκτησης κόστους με κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο. 

 

Σχήμα 2 1 Κοινωνική ευημερία

 

Σε τελική ανάλυση είναι ουσιώδες να συσχετιστεί η παραπάνω προσέγγιση με το τί έχει συμβεί σε διαφορετικές χώρες, π.χ. στην Ευρώπη, έτσι ώστε να παραμεριστούν δομικές και συμπεριφορικές στρεβλώσεις και να ληφθεί υπόψη η επιρροή των κοινωνιών στην όλη διαδικασία.

Το καίριο ερώτημα είναι αν οι πολιτικές που ενθαρρύνουν την επιρροή του πληθυσμού και την δημοκρατία έχουν θετικό αντίκτυπο στον ενεργειακό μετασχηματισμό, σε τοπικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Η πεποίθηση ότι υπάρχει εναλλακτική στη διαδικασία και το αποτέλεσμα, η ενεργός συμμετοχή σε ενεργειακές πολιτικές και την παραγωγή ενέργειας συνεισφέρουν σε ένα μείγμα διαδικασιών που ανακουφίζει από την πιεστική επιρροή των ισχυρών παικτών .

Αυτό είναι πολύ σημαντικό εφόσον υπάρχουν στέρεες οικονομικές αποδόσεις, τεχνικοί περιορισμοί στις υποδομές (όπως η περιορισμένη χωρητικότητα ισχύος ενός καλωδίου στο δίκτυο μέσης ή ισχυρής τάσης, το πρωτόκολλο επικοινωνίας ενός δικτύου, τα όρια παροχής ενός υδραυλικού δικτύου ή η περιορισμένη οδική πρόσβαση σε ένα σχεδιαζόμενο αιολικό πάρκο), η αδράνεια κάποιων θεσμικών οργανισμών και ινστιτούτων και η κατεστημένη προτίμηση σε συγκεκριμένες τεχνολογίες, ως προς την δυνατότητα ανάπτυξης, έρευνας και καινοτομίας. Επομένως ο ρόλος δημόσιων υπηρεσιών ή η νοοτροπία ῾business as usual” εταιρειών που κυριαρχούν στην παραγωγή και την ενεργειακή αγορά, δύναται να επηρεάσει δυσμενώς τον ρυθμό του ενεργειακού μετασχηματισμού. 

Οι Ratiner και Lund  1, (2016) διάλεξαν 4 χώρες, που θεωρούνται ως ο πυρήνας της Δυτικής Ευρώπης, μέλη της ΕΕ, οι οποίες ακολουθούν τις ίδιες Ενωσιακές Οδηγίες και Κανονισμούς : Δανία, Γερμανία, Φινλανδία και Ισπανία. Το ερώτημα ήταν εάν, λόγω της εφαρμογής του ίδιου ενεργειακού πακέτου, εμφάνισαν ιδιαιτερότητες στην ακολουθούμενη ενεργειακή τους πολιτική. Στην πραγματικότητα αποδείχτηκαν να ακολουθούν πολύ διαφορετικές μεταξύ τους πολιτικές. Η Γερμανία και η Δανία έβαλαν την τεχνολογία ΑΠΕ και την κατασκευή εγκαταστάσεων που θα ανήκουν στους ίδιους τους πολίτες-καταναλωτές  σε πρώτη προτεραιότητα και κρισιμότητα. Στον αντίποδα, η Φινλανδία ανέπτυξε την πυρηνική ενέργεια και τα βιο-καύσιμα, που ανήκουν ιδιοκτησιακά στις αντίστοιχες ενεργειακές εταιρείες–κυρίαρχους παίκτες, ενώ η Ισπανία ανέπτυξε τις ΑΠΕ, αλλά με περιορισμένη ιδιοκτησία στους καταναλωτές. Συνοψίζοντας, προέκυψαν διαφορετικές διεργασίες ενεργειακού μετασχηματισμού ανάμεσα στις 4 αυτές χώρες που αναφέρθηκαν σαν παραδείγματα.

Σε αυτές τις χώρες διεξάχθηκε ένας ευρύς δημόσιος διάλογος σε ό,τι αφορά τη χρήση των ενεργειακών πηγών, τη διαφοροποίησή τους και το μίγμα μεταξύ τους.

Όμως αν πάρουμε για παράδειγμα τη Δανία, ο διάλογος αυτός δεν καθοδηγήθηκε από πολιτικά κόμματα της Οικολογίας, όπως αυτά των Πρασίνων, αλλά εξαπλώθηκε σε όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Επιπρόσθετα, δεν περιορίστηκε μόνο στις προεκλογικές εκστρατείες αλλά περιλάμβανε και ακτιβιστικές κινήσεις, πρωτοβουλίες - συνδέσμους - οργανώσεις - συλλογικότητες ΑΠΕ, εταιρείες και ΜΚΟ. Επομένως ο ενεργειακός αυτός διάλογος ήταν κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος για όλες τις κοινωνικές δυνάμεις. 

Κατόπιν ενός σοβαρού και εκτεταμένου δημόσιου διαλόγου οι Ανεμογεννήτριες προτιμήθηκαν έναντι των πυρηνικών, ως η μελλοντική ακολουθούμενη ενεργειακή κατεύθυνση. Αυτό συνέβη 30 χρόνια πριν. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο κλάδος των εταιρειών παρόχων-παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας δεν επηρέασε σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο το τελικό αποτέλεσμα. Και από την άλλη πλευρά, οι πολίτες έχουν επηρεάσει σημαντικά την ανάπτυξη των ανεμογεννητριών, όχι μόνο σαν ψηφοφόροι σε δημοψηφίσματα, τοπικά και εθνικά, αλλά και σαν Ενεργειακοί Παίκτες και για την ακρίβεια σαν ιδιοκτήτες, αυτό που αποκαλείται με τον όρο «Prosumers».

Η διαδικασία αυτή οδήγησε στη σημερινή εποχή όπου δίδεται η ευκαιρία ιδιοκτησίας από συλλογικότητες, όπως οι Ενεργειακές Κοινότητες ακόμα και για μεγάλης κλίμακας Αιολικά Πάρκα. Το ίδιο συνέβη και με την τεχνολογία των Φ/Β.

Στη Γερμανία, υπήρξε παραδοσιακά μια αλληλεπίδραση μεταξύ ενεργειακών και οικονομικών πολιτικών. Η κύρια δύναμη κινητοποίησης για την Ενεργειακή Μετάβαση ήταν ένα πολιτικό κόμμα, το πασίγνωστο κόμμα των Πρασίνων, το οποίο ανέπτυξε ένα πρόγραμμα το οποίο συνέκλινε προς τις ΑΠΕ και παραμέριζε την Πυρηνική Ενέργεια. Καθώς πέρναγαν οι δεκαετίες, επιτεύχθηκε ο στόχος για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, μαζί με το καθεστώς Εγγυημένων Αποζημιώσεων για τους ΑΠΕ Παραγωγούς λόγω μεταβλητότητας του Φορτίου (Feed In Tariff, που εφαρμόστηκε και στην Ελλάδα), κατοχυρώθηκε η ιδιότητα του prosumer και οι Πράσινοι αύξησαν την πολιτική τους επιρροή. Πήρε 20 χρόνια και κάτι για να εξομαλυνθεί η φαινομενική στην αρχή αντίφαση που οφειλόταν στο γεγονός ότι η επιχειρηματικότητα στον κλάδο της ενέργειας συναντούσε την πολιτική οικολογία. Παρόλα αυτά, μόλις μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα οι ΑΠΕ έβγαλαν από το κάδρο την πυρηνική ενέργεια. Κατόπιν τούτου οι καταναλωτές παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και επομένως η πρόοδος της ενεργειακής μετάβασης κινείται ταχύτερα.

 

Στη Φινλανδία, η πυρηνική ενέργεια και τα βιοκαύσιμα υιοθετήθηκαν σαν κύριες τεχνολογίες για την μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ εταιρειών και κυβέρνησης σχημάτισαν το ενεργειακό πλαίσιο. Οι υποδομές, ο βιομηχανικός κλάδος και η κυβέρνηση υπήρξαν οι κυρίαρχοι του παιγνιδιού στην ενεργειακή πολιτική και επομένως οι ψηφοφόροι και ο ακτιβισμός αποκλείστηκαν από τη συνολική διαδικασία. 

Σε ό,τι αφορά την Ισπανία, η αιολική ενέργεια ακολουθήθηκε σαν προτεραιότητα και σαν μοχλός ανάπτυξης για την κεντρική κυβέρνηση κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τα πραγματικά μεγέθη της αυξημένης ζήτησης και των περιορισμένων συμβατικών πηγών ορυκτών καυσίμων προκάλεσαν αύξηση της ΑΠΕ Παραγωγής και όχι κάποια πράσινη πολιτική δύναμη ή ο ακτιβισμός. Κατόπιν αποκρατικοποιήσεων αλλά όχι αναγκαστικά ιδιωτικοποιήσεων σε υποδομές, οι τοπικές κυβερνήσεις ενεπλάκησαν στα Αιολικά Πάρκα. Σε αντιστοιχία με τη Φινλανδία, οι πολίτες απλώς ήταν καταναλωτές, χωρίς ενεργό ρόλο. 

 

Συνοψίζοντας, συμπεραίνεται ότι οι διαμορφωτές ενεργειακής και οικονομικής πολιτικής χρειάζεται να ρυθμίσουν το κατάλληλο πακέτο με βάση την πρόσφατη αποκτηθείσα εμπειρία. Επίσης, οι εναλλακτικές πολιτικές και η καινοτομία μπορούν να προκαλέσουν ριζοσπαστικές αλλαγές, εφόσον η δημοκρατία είναι στο προσκήνιο και διαδραματίζουν ρόλο εξίσου όλοι οι συμμετέχοντες: πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και παραγωγικές δυνάμεις. Με αυτόν τον τρόπο ακολουθούνται αποτελεσματικοί και αποδοτικοί τρόποι ενεργειακής μετάβασης, επιτυγχάνεται άρση των ανισοτήτων και ενθαρρύνεται η απόκτηση τεχνογνωσίας και καινοτομίας.

 

Βιβλιογραφία :

1. The Palgrave Handbook of the International Political Economy of Energy 2016, https://www.palgrave.com/br/book/9781137556301
Graaf, p. 3-44, Ratinen p 341-362, Sovacool p. 529-558, Mulvaney p. 621-640
2. Bridge 2008, Global Production networks and the extractive sector : Governing resource based development. Journal of Economic Geography p. 389-419
3. Sovacool 2012, Reconfiguring territoriality and energy security: Global production networks and the Baku - Tbilisi- Ceyhan (BTC) pipeline. Journal of cleaner Production p. 201-218
4. Coe, Dicken, Hess 2008. Introduction: Global Production Networks - Debates and challenges, Journal of Economic Geography p. 267-269
5. WEE, Yang, Chou, Padilan, 2012. Renewable energy supply chains, performancem application barriers, and strategies for further development 
http://dx.doi.org/10.1016/j.rser.2012.06.006
6. Baker, Sovacool, 2017. the political economy of technological capabilities and global production networks in South Africa's wind and solar photovoltaic (PV) industries
http://dx.doi.org/10.1016/j.polgeo.2017.03.003

- του Στάθη Δεββέ, Μηχανολόγου Μηχανικού με μεταπτυχιακή ειδίκευση στα Ενεργειακά Οικονομικά

Το pdf της μελέτης εδώ  

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM