ΔΕΣΦΑ: Μία ακόμη αποτυχημένη ιδιωτικοποίηση
Ηαβασάνιστη απόφαση της παρούσας κυβέρνησης να εντάξει στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, του συνόλου σχεδόν των εταιρειών του ενεργειακού τομέα και η εν συνεχεία παταγώδης αποτυχία του, είναι το αποτέλεσμα μιας απόλυτα λαθεμένης ιεράρχησης του προγράμματος αλλά και αδυναμίας κατανόησης του ρόλου και λειτουργίας κάθε μίας των εταιρειών ως και τη χρησιμότητα των προς πώληση assets. Αντί το πρόγραμμα να ξεκινήσει με την πώληση του κρατικού μεριδίου του 34% στα ΕΛΠΕ, πράγμα όχι τόσο δύσκολο αφού η εταιρεία είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο και η διαδικασία πώλησης είναι σχετικά εύκολη και χωρίς νομικά εμπόδια, επιλέχθηκε η πώληση των ΔΕΠΑ-ΔΕΣΦΑ, σε πρώτο πλάνο και ακολούθως του ΔΕΣΜΗΕ, ΔΕΗ καθώς και η πώληση της υπόγειας δεξαμενής Νότιας Καβάλας. Ένα asset χωρίς εταιρική υπόσταση για το οποίο μάλιστα είχε εκφραστεί έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον από ελληνικές και ξένες εταιρείες! Σήμερα το πρόγραμμα αυτό έχει καταρρεύσει πλήρως ως αποτέλεσμα λαθεμένου χειρισμού της κυβέρνησης με μόνους ωφελημένους τα δικηγορικά γραφεία εντός και εκτός Ελλάδας.
Είναι γνωστό το φιάσκο με την επιχειρηθείσα πώληση της ΔΕΠΑ στη Gazprom, όπου η διοίκηση της δεύτερης είχε επιλέξει να διαπραγματεύονται απευθείας με τον ίδιο των πρωθυπουργό, και η εν συνεχεία απόφαση για την πώληση του Διαχειριστή του Συστήματος Φυσικού Αερίου, του ΔΕΣΦΑ, στην Αζέρικη κρατική εταιρεία πετρελαίου του Αζερμπαϊτζάν, την SOCAR, παρά το γεγονός ότι ήταν η μοναδική εταιρεία που προσήλθε στο διαγωνισμό. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω είναι ότι το ελληνικό δημόσιο μετά από προσπάθειες τριών ετών να μην έχει εισπράξει ούτε ένα ευρώ από αποκρατικοποιήσεις των ενεργειακών εταιρειών, που υποτίθεται ότι έχουν και τη μεγαλύτερη αξία.
Η δε πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Κομισιόν να παρατείνει την προθεσμία για την έκδοση της απόφασής της για την εξαγορά του ΔΕΣΦΑ από την SOCAR μέχρι τις 22 Απριλίου 2015 (βλέπε σχετικό ρεπορτάζ του energia.gr στις 19/12) είναι ενδεικτική των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη «ιδιωτικοποίηση» που κάθε άλλο παρά ιδιωτικοποίηση είναι, αφού ουσιαστικά έχουμε τη μεταφορά μιας ελληνικής κρατικής εταιρείας σε κρατική εταιρεία άλλου κράτους, του Αζερμπαϊτζάν, στη SOCAR που τυγχάνει να είναι παράλληλα και βασικός προμηθευτής αερίου της χώρας. Δηλαδή, ο προμηθευτής θα ελέγχει πλήρως την πρόσβαση στο δίκτυο, τη διανομή και την επέκτασή του ή μη. Εν όψει της μονοπωλιακής αυτής κατάστασης αντέδρασε και αντιδρά έντονα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι δε ασφαλιστικές δικλίδες που έχουν θεσπισθεί από τον Ρυθμιστή δεν φαίνεται να πείθουν τις Βρυξέλλες για την αδιάβλητο λειτουργία του ΔΕΣΦΑ υπό τον έλεγχο της SOCAR.
Γι αυτό η Κομισιόν, μέσω της DG Energy, έχει εκφράσει τη βαθύτατη ανησυχία της -βλέπε διαφωνία της- μήπως η μεταβίβαση αυτή επηρεάσει τη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς φυσικού αερίου, ενισχύοντας, έτσι μονοπωλιακές συμπεριφορές πράγμα που είναι και το πλέον πιθανό. Τόσο η νέα αργοπορία μετά την απόφαση της DG COMP για επανεξέταση του όλου θέματος και οι ήδη διατυπωθέντες ενδοιασμοί της DG Energy κάθε άλλο παρά αίσιο τέλος προμηνύουν για την ολοκλήρωση της πώλησης του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών του ΔΕΣΦΑ στην αζέρικη SOCAR. Και όλος αυτός ο θόρυβος και οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις (η όλη διαδικασία ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2013) και πολυδάπανες νομικές υπηρεσίες, που μέχρι τώρα υπολογίζεται να έχουν στοιχίσει τουλάχιστον 10 εκατομμύρια ευρώ συνολικά και στα δύο κράτη, για την πώληση έναντι 400 εκατομμυρίων ευρώ του 66% του Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου. Βάσει του συμφωνηθέντος ποσού πώλησης η συνολική αξία του ΔΕΣΦΑ ανέρχεται μόλις στα 615 εκατ. ευρώ. Όπως παρατηρούν παράγοντες της αγοράς με δεδομένο το μέγεθος, τις εκτενείς εγκαταστάσεις, το πελατολόγιο και την άριστη οικονομική κατάσταση της εταιρείας πρόκειται περί σωστού ξεπουλήματος σε τιμή κοψοχρονιάς.
Από την περίοδο που αποφασίστηκε η πώληση της ΔΕΠΑ και του ΔΕΣΦΑ με τη συγκεκριμένη διαδικασία στο πλαίσιο του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων της παρούσας κυβέρνησης, είχαμε εκφράσει μέσω αρθρογραφίας μας τον έντονο προβληματισμό μας και είχαμε τοποθετηθεί αρνητικά σε αυτή την προοπτική για τρεις βασικούς λόγους που έχουν να κάνουν με τη δυνατότητα της πολιτείας να ασκεί πολιτική στην αγορά της ενέργειας.
Ο πρώτος λόγος αφορά την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου όπου ένα οργανωμένο κράτος πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζει αυτό τους κανόνες λειτουργίας της και να τους εφαρμόζει, ιδίως τώρα που επιχειρείται το άνοιγμα της εις εφαρμογή της γνωστής κοινοτικής οδηγίας (EC/2008/79).
Ο δεύτερος λόγος αφορά τις ίδιες τις υποδομές και την περαιτέρω ανάπτυξη των δικτύων, όπου σε αντίθεση με αυτά του ηλεκτρισμού που έχουν ολοκληρωθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους εδώ και χρόνια, το δίκτυο του φυσικού αερίου ευρίσκεται ακόμη σε φάση έντονης ανάπτυξης. Το υπάρχον δίκτυο μεταφοράς αποτελείται από 1.800 χλμ., κυρίως αγωγών και επιπλέον 6.000 χλμ. από δίκτυα πόλεων με σημαντική προοπτική επέκτασης τα επόμενα χρόνια. Αλλά και βασικές υποδομές όπως η αναβάθμιση του τερματικού LNG της Ρεβυθούσας, νέοι κύριοι αγωγοί, σταθμοί συμπίεσης και η δημιουργία υπόγειας αποθήκης (βλέπε Νότιος Καβάλα) είναι σε φάση μελέτης, ή κατασκευής.
Ο τρίτος, και ίσως πλέον σημαντικός λόγος έχει σχέση με τις διεθνείς διασυνδέσεις της χώρας και τους διασυνδετήριους αγωγούς ( interconnectors) όπου εν όψει των πλέον πρόσφατων εξελίξεων (βλέπε ματαίωση South Stream, κατασκευή πλωτών μονάδων LNG, ανάδειξη αγωγού East Med για τη μεταφορά αερίου από Ισραήλ - Κύπρο προς την ευρωπαϊκή αγορά, δημιουργία του Vertical Corridor με αφετηρία την Ελλάδα κ.λπ.) ενισχύεται ο γεωπολιτικός ρόλος της χώρας μας, αφού καλείται πλέον να φιλοξενήσει νέους βασικούς αγωγούς αερίου ( πέρα του TAP) στο πλαίσιο υλοποίησης του Νότιου Διαδρόμου.
Εν όψει των ανωτέρω πολύ σημαντικών εξελίξεων ο ρόλος του ΔΕΣΦΑ, ως του διαχειριστή του ελληνικού συστήματος, αναδεικνύεται πλέον ως κομβικός τόσο στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς όσο και στην άσκηση μίας περιφερειακής ενεργειακής πολιτικής. Αυτό και μόνο αποτελεί ουσιαστικό λόγο που δεν συνηγορεί στην πώληση του Διαχειριστή. Αλλά και εάν ακόμη η κυβέρνηση, η σημερινή ή η επόμενη, υποχρεούτο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή -η οποία απ' όσο γνωρίζουμε ουδέποτε έθεσε τέτοιο θέμα αλλά τουναντίον από την πρώτη στιγμή είχε εκφράσει της επιφυλάξεις της- να πωλήσει τον ΔΕΣΦΑ το συμφωνηθέν τίμημα βάσει της τελευταίας αποτίμησης, κρίνεται όχι μόνο ανεπαρκές αλλά δίδει λαβή για τη διατύπωση κατηγορίας «δόλου κατά του δημοσίου». Αφού σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μία πλέον ολοκληρωμένη αποτίμηση του ΔΕΣΦΑ δεν θα μπορούσε να κινηθεί σε επίπεδα χαμηλότερα του 1,2 - 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στη χειρότερη περίπτωση.
Εάν δε η κυβέρνηση πιστεύει ότι ο ΔΕΣΦΑ θα πρέπει να υποστηριχθεί με επιπλέον κεφάλαια για την υλοποίηση του προγράμματός του δεν έχει παρά να εισάγει την εταιρεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενισχύοντας έτσι τον χρηματιστηριακό θεσμό και δίδοντας μία ώθηση στη χειμαζόμενη αγορά. Εν όψει του σχετικά «προστατευμένου» περιβάλλοντος εντός του οποίου λειτουργεί ο ΔΕΣΦΑ με εξασφαλισμένα έσοδα και χωρίς σοβαρές επισφάλειες είμεθα βέβαιοι ότι η εισαγωγή θα στεφθεί με μεγάλη επιτυχία προσελκύοντας και πολλούς ξένους επενδυτές, με αυτό να αποτελεί σαφώς μία απείρως καλύτερη λύση από το «άβολο δέσιμο» με ένα συγκεκριμένο προμηθευτή. Με την ίδια λογική και η ΔΕΠΑ θα μπορούσε να «ιδιωτικοποιηθεί», μέσω μετοχοποίησης, καθότι και αυτή μπορεί να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη επένδυση ιδιαίτερα για funds του εξωτερικού.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές στις 25 Ιανουαρίου θα πρέπει να αναθεωρήσει την πολιτική της σημερινής κυβερνήσεως περί πώλησης του ΔΕΣΦΑ επικαλούμενη τη μεγάλη καθυστέρηση από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και την αβεβαιότητα που αυτή έχει δημιουργήσει στον επίδοξο αγοραστή αλλά και στον πωλητή. Ουσιαστικά παρουσιάζεται σήμερα μία άριστη ευκαιρία απεμπλοκής από την όλη διαδικασία μίας στρεβλής ιδιωτικοποίησης με πλήρη επανατοποθέτηση στο όλο θέμα. Η δε διοίκηση του ΔΕΣΦΑ θα πρέπει, ανενόχλητη από πολιτικές παρεμβάσεις, να επικεντρωθεί στο έργο της, δηλαδή την ανάπτυξη της εταιρείας και στην αξιοποίηση των διάφορων σημαντικών επιχειρηματικών ευκαιριών που τώρα δημιουργούνται τόσο εντός της Ελλάδος όσο και στην περιφέρεια. Έτσι οι ενδοιασμοί των Βρυξελλών και οι παρατεταμένες διαβουλεύσεις με την Κομισιόν ίσως τελικά δουλέψουν προς όφελος του εθνικού συμφέροντος με τη ματαίωση του όλου εγχειρήματος. «Κάθε εμπόδιο για καλό», που λέει και ο λαός μας.
- Εάν η κυβέρνηση πιστεύει ότι ο ΔΕΣΦΑ θα πρέπει να υποστηριχθεί με επιπλέον κεφάλαια για την υλοποίηση του προγράμματός του δεν έχει παρά να εισάγει την εταιρεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενισχύοντας έτσι τον χρηματιστηριακό θεσμό και δίδοντας μία ώθηση στη χειμαζόμενη αγορά
- Το ελληνικό δημόσιο μετά από προσπάθειες τριών ετών δεν έχει εισπράξει ούτε ένα ευρώ από αποκρατικοποιήσεις των ενεργειακών εταιρειών, που υποτίθεται ότι έχουν και τη μεγαλύτερη αξία.
* K. N. Σταμπολής, Αντιπρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του Iνστιτούτου Eνέργειας NA Eυρώπης (IENE)
(Ημερησία)