Δ. Τσέκερης: Η καθυστέρηση στην ενεργειακή μετάβαση απλώς μεταθέτει υψηλότερο κόστος στο μέλλον
Ο περιορισμός της κλιματικής φιλοδοξίας που επιφέρει η νέα πολιτική των ΗΠΑ και η αποχώρησή τους από τη Συμφωνία του Παρισιού μεταφράζεται σε επιβράδυνση, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.
Τα παραπάνω ανέφερε ο ο αναλυτής κλιματικής πολιτικής στο Διεθνές Ινστιτούτο Κλιματικής Επιστήμης, Δημήτρης Τσέκερης, μιλώντας στην εκπομπή «Plug into Green», μια εκπομπή πράσινης ενέργειας και βιώσιμης ανάπτυξης, που είναι παραγωγή της «Ημερησίας» σε συνεργασία με το energypress.gr και την στήριξη της ΔΕΗ.
Με βάση τα όσα προέβλεπε η Συμφωνία, η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας θα περιοριζόταν στους 2,6 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή ούτως η άλλως μακριά από τον 1,5 βαθμό που απαιτείται.
Παρά την οπισθοχώρηση των ΗΠΑ, η COP30 της Βραζιλίας έδειξε ότι οι υπόλοιπες χώρες κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανό τον διάλογο και τη συνεργασία, στοιχείο που αποδόθηκε από την Προεδρία της Συνόδου στο πνεύμα του «Global Mutirão», της συλλογικής προσπάθειας για την επίτευξη ενός κοινού καλού.
Στο πλαίσιο αυτό, αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της δίκαιης μετάβασης, με την κοινωνία των πολιτών να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Οι αναπτυσσόμενες χώρες και τα μικρά νησιωτικά κράτη, που πλήττονται δυσανάλογα από την κλιματική αλλαγή, έθεσαν στο επίκεντρο την ανάγκη χρηματοδότησης και στήριξης από τον ανεπτυγμένο κόσμο, ώστε να μπορέσουν να απεξαρτηθούν από τα ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με τον κ. Τσέκερη, η COP30 επιδίωξε συνειδητά να χαρακτηριστεί ως «COP της εφαρμογής». Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το έλλειμμα φιλοδοξίας, αλλά κυρίως η καθυστέρηση στην υλοποίηση όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί. Παρά ταύτα, οι αποφάσεις των COP μεταφράζονται σταδιακά σε πραγματικές πολιτικές, όπως αποδεικνύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, υπό την πίεση των διεθνών εξελίξεων, ανακοίνωσε νέο κλιματικό στόχο για το 2035, ανοίγοντας τον δρόμο για επόμενες δεσμεύσεις με ορίζοντα το 2040.
Σύμφωνα με τα παγκόσμια σενάρια που παρουσιάστηκαν ενόψει της COP, ο στόχος του 1,5 βαθμού παραμένει εφικτός, αν και θα υπάρξει προσωρινή υπέρβαση στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Για να διατηρηθεί το κλίμα σε ασφαλή επίπεδα έως το τέλος του αιώνα, απαιτούνται τέσσερις βασικοί άξονες: μαζική ανάπτυξη ΑΠΕ, εξηλεκτρισμός όλων των τομέων ζήτησης, αναβάθμιση και ενίσχυση των δικτύων και ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας.
Στην περίπτωση της Ε.Ε., ο ίδιος θεωρεί λανθασμένη την αντίληψη που διαμορφώνεται ότι η οικονομία και η ανταγωνιστικότητα πλήττονται με τις κλιματικές της πολιτικές. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν πλέον τη φθηνότερη μορφή ηλεκτροπαραγωγής και η καθυστέρηση στη μετάβαση απλώς μεταθέτει υψηλότερο κόστος στο μέλλον.
Παράλληλα, εκφράζει προβληματισμό για δηλώσεις που επιχειρούν να διαχωρίσουν τα ορυκτά καύσιμα από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τονίζοντας ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός δεν είναι επιστημονικά ούτε πρακτικά εφικτός. Οι τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα, όπως σημειώνει, δεν μπορούν να αποτελέσουν λύση μεγάλης κλίμακας για τη διατήρηση του υφιστάμενου μοντέλου ορυκτών καυσίμων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην Κίνα, η οποία παρουσίασε νέο εθνικά καθορισμένο στόχο (NDC) για το 2035. Αν και λιγότερο φιλόδοξος από όσο ανέμεναν πολλοί, ο κ. Τσέκερης επισημαίνει ότι η χώρα έχει ήδη φτάσει σε σημείο καμπής, καθώς, χάρη στη μαζική ανάπτυξη ΑΠΕ και τον εξηλεκτρισμό των μεταφορών, οι εκπομπές της αναμένεται να αρχίσουν να μειώνονται. Παράλληλα, η στάση της Κίνας υπέρ της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα την τοποθετεί σε διαφορετική τροχιά σε σχέση με άλλες μεγάλες παραγωγούς χώρες.