CISD κατά ΥΠΕΚΑ για το νομοσχέδιο για τα δάση
Ανοικτή επιστολή προς τους βουλευτές αναφορικά με το Νομοσχέδιο-σκούπα με τίτλο «Περιβαλλοντική Αναβάθμιση και Ιδιωτική Πολεοδόμηση - Βιώσιμη Ανάπτυξη Οικισμών - Ρυθμίσεις Δασικής Νομοθεσίας»απέστειλε το Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη (CISD).
Στην επιστολή αναφέρεται:
«Ενόψει της έγκρισης και ψήφισης από τα θερινά τμήματα της Μόνιμης Επιτροπή Εμπορίου και της Ολομέλειας της Βουλής, αντιστοίχως, του Νομοσχεδίου που εισάγει το ΥΠΕΚΑ με τον τίτλο του θέματος και αφού μελετήθηκαν σε βάθος, με σφαιρική και ολοκληρωμένη αντίληψη των πραγμάτων, τα άρθρα και οι πτυχές του, το CISD διατυπώνει τις απόψεις του προκειμένου να ληφθούν υπόψη κατά την δική σας αντίστοιχη μελέτη.
Κατ’ αρχή το παρόν νομοσχέδιο αποτελείται από τρία διακριτά κεφάλαια για τρία διακριτά και εξαιρετικά σημαντικά θέματα, δύο εκ των οποίων:
- “Δασικά οικοσυστήματα: Ορισμοί, μέτρα προστασίας, ανάπτυξης και διαχείρισης”
- ‘’Περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση – Βιώσιμη ανάπτυξη, εγκαταλελειμμένοι οικισμοί και Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί – Χρήσεις Γης’’
είχαν τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και «αποσύρθηκαν» άτυπα για λόγους είτε κατακραυγής εκ μέρους των επιστημονικών και κοινωνικών φορέων (το πρώτο) είτε «ειδικών προσαρμογών» (το δεύτερο) και επανέρχονται στο θερινό Τμήμα της Βουλής με τελείως διαφορετική μορφή ενδεδυμένα με νομιμοφάνεια.
Το υπόψη νομοσχέδιο, προτάσσοντας την επίλυση χρόνιων προβλημάτων λόγω συνταγματικών και άλλων νομικών εκκρεμοτήτων, όπως το σύνθετο ζήτημα της ιδιωτικής πολεοδόμησης και των οικοδομικών συνεταιρισμών, μετά από τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες άκαρπων προσπαθειών, επιχειρεί στην πραγματικότητα την πλήρη τροποποίηση της δασικής νομοθεσίας, με πρόσχημα την περαιτέρω προστασία για τη διατήρηση, ανάπτυξη και βελτίωση των δασών και των δασικών εκτάσεων.
Ο αρμόδιος Αναπληρωτής Υπουργός ΠΕΚΑ υποστηρίζει ότι προωθείται «μία συνολική και ολιστική προσέγγιση στη ρύθμιση του χώρου» και ότι «οι πρωτοβουλίες εξελίσσονται σπονδυλωτά, με σειρά νομοθετημάτων, που επιλύουν χρόνια προβλήματα και οδηγούν, με την ολοκλήρωσή τους, σε μία νέα εθνική πολιτική γης».
Εύλογα τίθεται καταρχήν το ερώτημα γιατί αυτή η «συνολική και ολιστική προσέγγιση στη ρύθμιση του χώρου» γίνεται εκτός του νόμου για τον χωρικό και πολεοδομικό σχεδιασμό που ψηφίσατε πρόσφατα και δεν ενσωματώθηκε σε αυτόν, όπως αντικειμενικά θα έπρεπε και γιατί συνδυάζεται με ρυθμίσεις της Δασικής Νομοθεσίας.
Είναι προφανές ότι με την μεθόδευση αυτή αμβλύνονται αναμενόμενες κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς στο νομοσχέδιο εμπεριέχεται η τακτοποίηση και επίλυση προβλημάτων που απασχολούν επί μακρόν περισσότερους από μισό εκατομμύριο ιδιοκτήτες, μέλη 550 οικοδομικών συνεταιρισμών, εκ των οποίων οι 220 βρίσκονται στην Αττική και το 50% αυτών έχει δασικά προβλήματα, οι οποίοι δεν μπορούν να αξιοποιήσουν άνω των 300.000 στρεμμάτων ιδιωτικές εκτάσεις, λόγω δασικών, ιδιοκτησιακών και δικαστικών εμπλοκών και απαγορεύσεων.
Συνεπώς, το CISD θεωρεί σκόπιμο να κρίνετε την πρακτική που ακολουθήθηκε και τους λόγους που την επέβαλαν και να λειτουργήσετε αντίστοιχα, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τις ακόλουθες παραμέτρους, που δεν επέτρεψαν την προώθηση αντίστοιχων διατάξεων επί 40 τουλάχιστον χρόνια:
· την ήδη εκρηκτική αντίδραση της Κοινωνίας των Πολιτών ενάντια στο εξίσου σοβαρό Νομοσχέδιο του ΥΠΟΙΚ σχετικά με την «Οριοθέτηση Διαχείριση και Προστασία Αιγιαλού και Παραλίας»
- σειρά συνταγματικών και άλλων αμφισβητήσεων
- την απουσία ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού
- την απουσία κτηματολογίου (για εξεύρεση «καθαρών» δημόσιων εκτάσεων)
· τις ανατροπές στις αξίες και υπεραξίες γης που συνεπάγονται οι ανταλλαγές εκτάσεων με μετακόμιση του συνεταιρισμού από περιοχές-φιλέτα, σε απομακρυσμένες περιοχές της περιφέρειας.
Προφανώς, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει σειρά ορθών νομοθετικών διατάξεων που επιλύουν χρόνια προβλήματα και σημαντικές καθυστερήσεις, που αναφέρονται στην κατεδάφιση αυθαιρέτων και την επιβολή ποινικών κυρώσεων ή και στην επίλυση χρόνιων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων ή που προωθούν την ψηφιακή αποτύπωση στην ενιαία βάση που καθιέρωσε η Χωροταξική και Πολεοδομική Μεταρρύθμιση, ωστόσο, στο ευρύτερο πλαίσιο της τακτοποίησης των οικοδομικών συνεταιρισμών εισάγονται ρυθμίσεις οι οποίες ανοίγουν διάπλατα την πόρτα
· στην οικοδόμηση και εντός των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας,
- στην νομιμοποίηση οικισμών που χτίστηκαν σε δάση,
· στην κατασκευή και λειτουργία τουριστικών δραστηριοτήτων, δεξαμενών πετρελαιοειδών, ακόμη και μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και τυροκομείων και ελαιοτριβείων, κλπ.
- στην οικονομική ανάπτυξη των Περιφερειών μέσω επενδύσεων σε ακίνητα
Και όλα αυτά με πρόσχημα, αφενός τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, την περιβαλλοντική προστασία και την κοινωνική συνοχή, αφετέρου την ανάγκη εναρμόνισης με το σύνολο της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, το Σύνταγμα και τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Είναι αυτονόητο ότι η Πολιτεία οφείλει κατεπειγόντως να επιλύσει χρόνια εκκρεμή ζητήματα χωρίς όμως να δημιουργήσει νέα, ουσιαστικά και αντιαναπτυξιακά προβλήματα, όπως με το παρόν νομοσχέδιο, το οποίο
· καθιερώνει το μοντέλο της ταχείας και άμεσης fast track πολεοδόμησης περιοχών, τόσο γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, ερήμην κάθε υφιστάμενου σχεδιασμού και της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, όσο στην ύπαιθρο, στους μικρούς και εγκαταλελειμμένους οικισμούς της χώρας που διαθέτουν ιδιαίτερα ευαίσθητα οικολογικά, αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά στοιχεία, επεκτείνοντας την οικιστική ανάπτυξη μέσω ενός νέου τύπου «αντιπαροχής».
- μεταβάλει το υπάρχον καθεστώτος προστασίας και οικιστικού ελέγχου προκειμένου να ευνοήσει την ανάπτυξη σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων και εντός δασικών και άλλων εκτάσεων, με την κατασκευή των ανάλογων υποδομών και σειράς συναφών χρήσεων
- τροποποιεί την δασική νομοθεσία με βασικό στόχο τον προσδιορισμό των όρων και προϋποθέσεων βάσει των οποίων εισάγεται η δυνατότητα μεταβολής της κατά προορισμό χρήσης των δασών και των δασικών εκτάσεων ή της εξυπηρέτησης άλλων χρήσεων με την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που διέπει την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση αυτών
- εναρμονίζει την δασική νομοθεσία προς την υφιστάμενη τουριστική (και όχι αντιστρόφως όπως θα ήταν λογικό), καθώς εκτός από ξενοδοχεία και γήπεδα γκολφ, που ήδη προβλέπονται, εντάσσονται στις επιτρεπτές επεμβάσεις οι ολοκληρωμένοι υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων και οι εγκαταστάσεις αξιοποίησης ιαματικών πόρων
- διευρύνει, ανεξέλεγκτα, τις επιτρεπτές επεμβάσεις στα δάση, στις δασικές και τις δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις,
· διευκολύνει την διαδικασία χαρακτηρισμού εκτάσεων,
· παρέχει τη δυνατότητα εγκατάστασης εντός των δασών ακόμη και εν δυνάμει εξαιρετικά ρυπογόνων δραστηριοτήτων, όπως τα τυροκομεία και τα ελαιοτριβεία, με κίνδυνο μεταφοράς της ρύπανσης στις πηγές των υδάτινων πόρων με πολύ σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα των υδάτων της χώρας
· υποβαθμίζει τη σημασία της αναδάσωσης μετά από πυρκαγιά, καθώς η υφιστάμενη συνταγματική υποχρέωση παραμένει μόνο για περιοχές που κρίθηκαν αναδασωτέες κατόπιν πυρκαγιάς και ανεγέρθηκαν κτίσματα μετά το 2007[5]
· επιτρέπει το ελεύθερο εκτέλεσης έργων σε δασικές περιοχές που κάηκαν, καθώς δασικές περιοχές για τις οποίες υπήρχε έγκριση επέμβασης πριν καούν, δεν θα χαρακτηρίζονται πλέον αναδασωτέες ώστε να είναι δυνατή η άνευ περιορισμού αξιοποίηση τους
· απελευθερώνει από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας τα κληροτεμάχια που αποκτήθηκαν μετά το 1975, εάν δεν καλύπτονται από δασική βλάστηση την περίοδο δημοσίευσης του νόμου, και τα οποία δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθούν, με αποτέλεσμα -πλην των άλλων- να προσφέρεται το χρονικό περιθώριο αυθαίρετου καθαρισμού τους από κάθε είδος δασικής βλάστησης ή ίσως και εμπρησμού τους
· περιορίζει, χαριστικά, τις οικονομικές υποχρεώσεις των εξορυκτικών εταιρειών, καθώς η καταβολή ανταλλάγματος θα υπολογίζεται πλέον ΜΟΝΟ ως προς την επέμβαση στην επιφάνεια του εδάφους και όχι στην αναλογία της εκμεταλλεύσιμης επιφάνειας, αφήνοντας ασύδοτη την εκμετάλλευση του υπόγειου ορυκτού πλούτου, χωρίς καταβολή αντίστοιχου τιμήματος προς το ελληνικό δημόσιο.
Από τα παραπάνω συνοπτικά που παρουσιάστηκαν συνάγεται ότι το νομοσχέδιο, ενώ δίνει προοπτική λύσης στο θέμα του οικοδομικών συνεταιρισμών και ιδιωτικής πολεοδόμησης, σε αντίθεση προς τα επιχειρήματα του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΚΑ:
- ΔΕΝ αυξάνει τη δημόσια περιουσία και τα δημόσια δάση, γιατί αν και ο φορέας υλοποίησης επέμβασης υποχρεούται για πρώτη φορά να δασώσει ή να αναδασώσει τουλάχιστον ίση έκταση με αυτήν της επέμβασης, ανεξαρτήτως αν η προς επέμβαση έκταση είναι δασική ή δάσος, του έχει ήδη δοθεί, για πρώτη φορά δασική ή άλλη έκταση μεγαλύτερης επιφάνειας προκειμένου να την «αξιοποιήσει»!
· ΔΕΝ προσαρμόζεται ουσιαστικά, αλλά κατ’ επίφαση, στις τελευταίες αποφάσεις του ΣτΕ ή στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είτε σε αυτές που αξιώνουν αποζημίωση όσων πολιτών δεν μπορούν να αξιοποιήσουν αυτά τα περιουσιακά τους δικαιώματα είτε σε αυτές που αφορούν σε επιμέρους ζητήματα οικοδομικών συνεταιρισμών.
- ΔΕΝ προωθεί την περιφερειακή και τοπική ανάπτυξη, καθώς η ενίσχυση που παρέχεται στους μικρούς και εγκαταλελειμμένους οικισμούς, μπορεί να επιφέρει κοινωνική αναζωογόνηση και τόνωση της οικονομίας, δεν εγγυάται ωστόσο την προστασία τους ούτε βεβαίως την περιφερειακή και τοπική αειφόρο ανάπτυξη, η οποία προϋποθέτει και ισχυρή προστασία του περιβάλλοντος. Οι εν λόγω οικισμοί θα είναι έρμαια των εκάστοτε επενδυτικών και επιχειρηματικών πιέσεων, αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης με αμφίβολα οφέλη.
- ΔΕΝ δίνει έμφαση στο περιβάλλον και στο περιβαλλοντικό όφελος των πολιτών, καθώς η παροχή νέων, μη προστατευόμενων εκτάσεων δίνεται στους πολίτες αποκλειστικά προς περαιτέρω αξιοποίηση.
- ΔΕΝ αυξάνει το περιβαλλοντικό ισοζύγιο καθώς εντείνει την πολεοδόμηση και την οικιστική επέκταση, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, παρά το γεγονός ότι παρέχεται η δυνατότητα στο κράτος να πάρει, στο πλαίσιο ανταλλαγής, ιδιωτικές εκτάσεις και να τις αποδώσει στο κοινωνικό σύνολο ως νέο δάσος και ως χώρους πρασίνου.
· ΔΕΝ προάγει την προστασία του περιβάλλοντος και ως εκ τούτου δεν ευθυγραμμίζεται με το σχετικό πλαίσιο των συνταγματικών επιταγών, παρά την θέσπιση αυστηρότερων περιβαλλοντικών όρων, καθώς σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις νομολογίες του ΣτΕ:
§ οι χωροταξικές-πολεοδομικές ρυθμίσεις δεν μπορεί να είναι δυσμενέστερες προγενεστέρων
§ δεν επιτρέπεται να οικοδομηθούν περιοχές με ευαίσθητα οικοσυστήματα, προστατευόμενες περιοχές ή άλλες που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς προστασίας
§ οι πολεοδομικοί κανόνες θεσπίζονται μετά από την εξέταση κάθε περιοχής, λαμβάνοντας υπόψη την μορφολογία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κλπ,
§ η εκτός σχεδίου δόμηση δεν μπορεί να γίνεται με όρους δόμησης που ισχύουν για τις εντός σχεδίου πόλης περιοχές
§ ένα κράτος δικαίου οφείλει να εφαρμόζει το νόμο με ενιαίο και ομοιόμορφο τρόπο
§ η χωροταξία και ο κυρίως ο περιφερειακός σχεδιασμός πρέπει να επιτελείται αποκεντρωμένα από τις περιφερειακές και τοπικές διοικήσεις.
Με γνώμονα την ανάγκη ανταπόκρισης της εθνικής αναπτυξιακής, χωροταξικής και πολεοδομικής πολιτικής της χώρας στις επιταγές της αειφόρου ανάπτυξης, θεωρούμε ότι τα αλλεπάλληλα νομοθετήματα, τα οποία προωθεί η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια επιχειρούν να «ξηλώσουν» και τα λίγα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς
- Οι παραλίες χαρίζονται σε ιδιώτες, τα δάση προσφέρονται στην ευκαιριακή ανάπτυξη, τα αυθαίρετα νομιμοποιούνται, οι περιοχές Natura βγαίνουν στο σφυρί, ο ορυκτός πλούτος λεηλατείται ανεξέλεγκτα.
- Η σπασμωδικότητα των Κυβερνητικών χειρισμών, με την ψευδεπίγραφη δικαιολογία των «μνημονιακών υποχρεώσεων», αλλά και της επίλυσης χρόνιων εκκρεμών ζητημάτων, εμπεριέχει την σκόπιμη ή επιπόλαιη παραγωγή νομοθεσίας, που αντί να στηρίζει την Αειφόρο Ανάπτυξη διαμορφώνει ένα ελαστικό πλαίσιο γενικευμένων κανόνων που νομιμοποιεί την κάθε είδους καταπάτηση, αυθαιρεσία, παρανομία, απευθυνόμενη –ιδιαίτερα- σε ειδικές κοινωνικές ομάδες που επιδίδονται στην πρακτική της «αρπαχτής».
Το νομοσχέδιο, παρά τις ενδεχόμενες καλές προθέσεις του αλλά και συγκεκριμένα ορθά άρθρα που περιέχει, οδηγεί τον πλούτο της χώρας σε τέλμα καθώς χαρακτηρίζεται από την πλήρη αντιστροφή του ορισμού της «βιώσιμης ανάπτυξης»
Η ύπαρξη αφανών δυσμενών πτυχών στο νομοσχέδιο ενισχύει την βεβαιότητα ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τα μεγαλύτερα ίσως προβλήματα στη σύγχρονη ιστορία μας, με τον Πολίτη αδύναμο να αντιδράσει καθώς νιώθει ότι αποφάσεις με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής του είναι ήδη ειλημμένες.
Στο πλαίσιο των ανωτέρω και με την βεβαιότητα ότι έχετε αντιληφθεί και διακρίνει το σύνολο των θετικών αλλά και αρνητικών στοιχείων του Νομοσχεδίου, καλείστε να διεκδικήσετε τις κατάλληλες τροποποιήσεις του και κατ’ ελάχιστο
- την απαγόρευση της μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δημόσιων δασών και δασικών εκτάσεων
- την υποχρεωτική αναδάσωση των δημόσιων δασών και δασικών εκτάσεων που καταστράφηκαν ή αποψιλώθηκαν από οποιαδήποτε αιτία και οποτεδήποτε
§ την συνταγματική προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, η έννοια και ο προσδιορισμός των οποίων έγινε από το Ν. 998/1979, στο άρθρο 3 του οποίου η διάκριση μεταξύ δάσους και δασικής έκτασης στηρίζεται στο βαθμό της κάλυψης από ξυλώδη βλάστηση με κοινό χαρακτηριστικό και των δύο αυτών κατηγοριών, τη συμβολή τους στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή την εξυπηρέτηση τηςδιαβίωσης του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον».