Από την ταχεία ανάπτυξη στη φάση ωρίμανσης: προκλήσεις και νέες προοπτικές για την ελληνική ενεργειακή αγορά
του Ευάγγελου Κουράκη

Από την ταχεία ανάπτυξη στη φάση ωρίμανσης: προκλήσεις και νέες προοπτικές για την ελληνική ενεργειακή αγορά

19 12 2025 | 12:00

Το 2025 έδρασε σημαντικά στη μετάβαση της ελληνικής αγοράς ενέργειας σε μία νέα, πιο ώριμη φάση. Η περίοδος του μεγάλου ενδιαφέροντος αλλά και της ταχείας ανάπτυξης, ιδίως στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, συνοδεύτηκε από έντονες πιέσεις στο σύστημα, αναδεικνύοντας ότι η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης δεν κρίνεται πλέον μόνο από τον ρυθμό ανάπτυξης έργων με σκοπό την εγκατάσταση νέας ισχύος, αλλά και (κυρίως) από τη λειτουργική ισορροπία της αγοράς και την ανθεκτικότητα των υποδομών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ, η επιτάχυνση της συζήτησης για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας και οι διαδοχικές παρεμβάσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο λειτούργησαν σωρευτικά. Τα στοιχεία αυτά κατέδειξαν τα όρια της υφιστάμενης προσέγγισης και υπογράμμισαν την ανάγκη για μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα, ιδίως σε μια αγορά που καλείται να στηρίξει μακροχρόνιες επενδύσεις. Παράλληλα, η εμπειρία της χρονιάς ανέδειξε κρίσιμα τρωτά σημεία του συστήματος, καθώς ο ταχύς ρυθμός αδειοδοτικής ωρίμανσης των έργων δεν συμβαδίζει με τα κορεσμένα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, ενώ οι περιορισμοί στη χορήγηση όρων σύνδεσης και στη δημιουργία νέας χωρητικότητας ενίσχυσαν τις υφιστάμενες πιέσεις στο σύστημα.

Σε αυτό το μείγμα απέκτησε κεντρική σημασία η δυνατότητα αποθήκευσης της παραγόμενης ενέργειας, ευχέρεια εξαιρετικά περιορισμένη μέχρι και σήμερα και ουσιαστικά μη πλήρως ρυθμισμένη ακόμη. Η έλλειψη επαρκών μηχανισμών αποθήκευσης, άλλωστε, είναι ένας από τους παράγοντες που οδήγησε στην ενίσχυση των περικοπών παραγωγής, καθιστώντας σαφές ότι η τεχνική δυνατότητα εγκατάστασης νέας ισχύος δεν συμβαδίζει πάντα με τη λειτουργική ικανότητα του συστήματος να την απορροφήσει. Το ζήτημα αυτό δεν είναι συγκυριακό, αλλά δομικό, και συνδέεται άμεσα με τον τρόπο σχεδιασμού της επόμενης φάσης της αγοράς. Και η αγορά φαίνεται να αφουγκράζεται και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή, καθώς οι πρόσφατοι διαγωνισμοί για έργα αποθήκευσης, τόσο με καθεστώς ενίσχυσης όσο και χωρίς επιδότηση, ανέδειξαν ένα ιδιαίτερα ισχυρό και ώριμο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται σαφές ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν μπορεί να βασίζεται στα εργαλεία και στις παραδοχές της προηγούμενης δεκαετίας. Η ενεργειακή αγορά εισέρχεται σε φάση όπου η ποιότητα της ενσωμάτωσης, η διαθεσιμότητα αποθήκευσης και η λειτουργική ευελιξία υπερισχύουν της απλής ποσοτικής μεγέθυνσης της εγκατεστημένης ισχύος.

Οι βασικές προκλήσεις της επόμενης φάσης

Η επόμενη φάση της ελληνικής ενεργειακής αγοράς συνοδεύεται από σαφείς και συγκεκριμένες προκλήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα συνεχιστεί η ανάπτυξη, αλλά με ποιους όρους και με ποιο βαθμό ανθεκτικότητας.

Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις αλληλένδετες προκλήσεις: η δυνατότητα του συστήματος να απορροφήσει νέα ισχύ χωρίς συστηματικές περικοπές, η μετάβαση σε αγορα-κεντρικούς μηχανισμούς με πραγματικό ανταγωνισμό και η αποκατάσταση της επενδυτικής ασφάλειας για έργα υψηλής κεφαλαιακής έντασης. Από τον τρόπο που θα απαντηθούν αυτά τα ζητήματα θα κριθεί αν η αγορά θα εισέλθει σε φάση ωρίμανσης ή αν θα παραμείνει εξαρτημένη από έκτακτες ρυθμίσεις.

Αποθήκευση ενέργειας: από τη ρύθμιση στην αγορά

Σε αυτό το περιβάλλον, η αποθήκευση ενέργειας φαίνεται ότι θα αποτελέσει καταλύτη για το προσεχές έτος. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα εμπορικά (merchant) έργα αποθήκευσης, τα οποία σηματοδοτούν τη μετάβαση από ένα καθεστώς ενισχύσεων σε ένα αγορακεντρικό μοντέλο.

Τα standalone έργα αποθήκευσης δεν λειτουργούν μόνο ως επενδυτική ευκαιρία, αλλά προσφέρουν ουσιαστικές υπηρεσίες στο σύστημα για την εξομάλυνση της μεταβλητότητας, την καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ και τον περιορισμό των ακραίων διακυμάνσεων στη χονδρεμπορική αγορά. Η επιτυχία τους, ωστόσο, προϋποθέτει σαφείς κανόνες συμμετοχής στην αγορά και προβλεψιμότητα ως προς τα έσοδα.

Παράλληλα, ανοίγεται το πεδίο για υβριδικά έργα ΑΠΕ με ενσωματωμένη αποθήκευση, τα οποία μπορούν να προσφέρουν πιο σταθερό προφίλ παραγωγής και να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα νέων επενδύσεων σε κορεσμένες περιοχές.

Τέλος, σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, συμπληρωματικό ρόλο στη συνολική ευελιξία του συστήματος μπορούν να διαδραματίσουν και έργα αντλησιοταμίευσης, καθώς και επιλεγμένες εφαρμογές πράσινου υδρογόνου, όπου οι τεχνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές προϋποθέσεις το επιτρέπουν.

Νέα έργα και νέες αγορές: CC(U)S και βιομηχανική απανθρακοποίηση

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι εξελίξεις στο πεδίο της δέσμευσης, χρήσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CC(U)S). Το πρόσφατο θεσμικό πλαίσιο δημιουργεί για πρώτη φορά τις βάσεις για την ανάπτυξη μεγάλων, κεφαλαιουχικών έργων που αφορούν τη βαριά βιομηχανία και τις ενεργοβόρες δραστηριότητες.

Τα έργα CC(U)S δεν αποτελούν απλώς περιβαλλοντική επιλογή. Ανοίγουν νέες αγορές, συνδέονται με την ανάπτυξη μπλε υδρογόνου και καθαρών καυσίμων και ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη. Ταυτόχρονα, απαιτούν υψηλό βαθμό θεσμικής σταθερότητας, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σαφή κατανομή ρίσκων. Όπως αναδείχθηκε και στο 5ο International Carbon Management Forum που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, η ανάπτυξη των έργων αυτών προϋποθέτει και την ενεργό στήριξη της Πολιτείας.

Από τη μεταβλητότητα στον στρατηγικό σχεδιασμό

Παρά τις πιέσεις και τις προσαρμογές που χαρακτήρισαν μεγάλο μέρος της προηγούμενης περιόδου, το 2025 λειτούργησε και ως έτος σταδιακής ωρίμανσης του δημόσιου διαλόγου και της θεσμικής προσέγγισης στον ενεργειακό τομέα. Έγιναν ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση ενός πιο συνεκτικού και προβλέψιμου πλαισίου, μέσα από την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Πολιτείας, ρυθμιστικών αρχών και αγοράς, καθώς και την αναγνώριση ότι η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα δίκτυα μεταφοράς και οι διασυνδέσεις αποκτούν κομβική σημασία. Η Ελλάδα διαθέτει όλα τα εχέγγυα —γεωγραφική θέση, δυναμικό ΑΠΕ, τεχνογνωσία και επενδυτικό ενδιαφέρον— για να εξελιχθεί σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο. Αυτό προϋποθέτει, ωστόσο, έναν σχεδιασμό που δεν θα περιορίζεται στην κάλυψη των τρεχουσών αναγκών, αλλά θα λαμβάνει υπόψη την προοπτική αυξημένης παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, ικανής να υποστηρίξει μεγάλα έργα, όπως ενεργοβόρες βιομηχανίες και σύγχρονες ψηφιακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων data centers.

Ο ρόλος του ΑΔΜΗΕ είναι ήδη καθοριστικός και μπορεί να καταστεί ακόμη πιο στρατηγικός, εφόσον υποστηριχθεί θεσμικά και επενδυτικά. Η ενίσχυση των δικτύων και των διεθνών διασυνδέσεων δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά βασικό πυλώνα για την ανάδειξη της ενέργειας σε βαριά βιομηχανία της χώρας, με ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα.

Σε αυτή τη βάση, η ενεργειακή πολιτική της επόμενης περιόδου καλείται να κινηθεί με όραμα και συνέπεια, επενδύοντας στη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και στη δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέπει στην ελληνική αγορά να περάσει από τη φάση της προσαρμογής στη φάση της στρατηγικής εδραίωσης.

______

Ο Ευάγγελος Κουράκης είναι Εταίρος και επικεφαλής του τμήματος Energy, Sustainability & Infrastructure της Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη και Γενικός Γραμματέας Foreign Investors Council.

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM