Το 2023 η χρονιά της αποθήκευσης και των υβριδικών συστημάτων
Σε ένα παλαιότερο άρθρο είχα αναφερθεί σε μία δημοφιλή αγγλική φράση «may you live in interesting times», η οποία προέρχεται από την αρχαία κινεζική κατάρα «είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς». Ανεξαρτήτως όμως αν είναι κατάρα η παραπάνω φράση, το γεγονός είναι ότι, σήμερα όλοι μας πραγματικά ζούμε όχι απλά σε ενδιαφέροντες καιρούς, αλλά σε τεκτονικές γεωπολιτικές και πολιτικοοικονομικές αλλαγές που σίγουρα θα απασχολήσουν τους ιστορικούς του μέλλοντος.
Με το κλείσιμο του 2022, μιας ακόμη ιστορικής χρονιάς που σημαδεύτηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με άμεσο αποτέλεσμα την πρωτοφανή κρίση τιμών κυρίως του φυσικού αερίου, ο τομέας της ενέργειας κυριάρχησε στην πολιτική ατζέντα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις φανέρωσαν τον υψηλό βαθμό εξάρτησης μας, τόσο ως Ευρώπη, όσο και ως Ελλάδα από τα συμβατικά καύσιμα. Φανέρωσαν επίσης και τις σημαντικές και δύσκολες αποφάσεις που πρέπει να παρθούν, προκειμένου να είναι εφικτή η ζητούμενη ενεργειακή μετάβαση, στους χρόνους που έχουμε θέσει.
Μέχρι σήμερα, το φυσικό αέριο ήταν και είναι το βασικό καύσιμο μετάβασης για την ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ. Ο προαναφερόμενος υψηλός βαθμός εξάρτησης μας θα πρέπει να μειωθεί σημαντικά, Σε πρώτη φάση, προφανώς θα πρέπει να εξασφαλιστούν εναλλακτικοί τρόποι προμήθειας συμβατικών καυσίμων, όπως προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), γεγονός που είναι εφικτό λόγω του γεωγραφικού χαρακτήρα της Ελλάδας με τα πολλά λιμάνια.
Παράλληλα όμως, με ένα στρατηγικό προγραμματισμό θα πρέπει να κινηθούμε γρήγορα στην ευρεία ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία θα συνδράμουν τα μέγιστα στην περαιτέρω ενσωμάτωση των δεδομένα αναγκαίων εγκαταστάσεων ΑΠΕ.
Οι βασικοί λοιπόν δρόμοι, προς τους οποίους πρέπει να κινηθεί η χώρα στο άμεσο μέλλον, ξεκινώντας από το 2023, είναι πρώτον η εξασφάλιση τροφοδοσίας συμβατικών ενεργειακών πόρων, και δεύτερον η μαζική και γρήγορη ενσωμάτωση συστημάτων αποθήκευσης και ΑΠΕ όλων των τεχνολογιών στο ΕΣΜΗΕ, καθώς η Ελλάδα αποτελεί εξαιρετικό πεδίο εφαρμογής όλων των ανωτέρω. Στο σημείο αυτό βέβαια θα πρέπει να αναφερθεί η επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης όλων των σχετικών υποδομών και δικτύων.
Αποθήκευση Ηλεκτρικής Ενέργειας
Το 2022 ήταν μια χρονιά σταθμός για την αποθήκευση καθώς, όχι μόνο υπήρξαν εξελίξεις αλλά ήταν και θετικές. Ειδικότερα, ολοκληρώθηκε το πρώτο θεσμικό πλαίσιο (Νόμος 4951/2022) που διέπει τα συστήματα αποθήκευσης, ενώ ταυτόχρονα - εξαιτίας της ευρωπαϊκής ενεργειακής κρίσης και των αντίστοιχων εξαιρετικά υψηλών τιμών του φυσικού αερίου - έγινε σαφέστερη η άμεση ανάγκη αλλαγής του τρόπου αντιστάθμισης της μεταβλητότητας των ΑΠΕ που προκύπτει από την συνεχώς αυξανόμενη διείσδυση τους στο ΕΣΜΗΕ.
Παράλληλα, έγινε μία πρώτη, σημαντική, προσπάθεια βελτίωσης της διαχείρισης του εξαιρετικά σημαντικού και ταυτόχρονα σπάνιου «αγαθού», του «ηλεκτρικού χώρου». Τον περασμένο Αύγουστο θεσμοθετήθηκε (ΦΕΚ 4333/Β΄/12.08.2022) το πλαίσιο προτεραιότητας στη χορήγηση Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης (ΟΠΣ) από τον Διαχειριστή του Δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ) και τον Διαχειριστή του Συστήματος (ΑΔΜΗΕ) στην ελληνική επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών που έχουν χαρακτηρισθεί ως κορεσμένα δίκτυα.
Στο πλαίσιο των παραπάνω, ο τομέας της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας αντέδρασε θετικά, γεγονός το οποίο αποτυπώνεται στο έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον. Ειδικότερα, μέχρι τον Αύγουστο του 2022, καταγράφηκαν 289 άδειες για μονάδες αποθήκευσης συνολικής ισχύος 21,7 GW, εκ των οποίων οι 273 (18,1 GW) αφορούν στην τεχνολογία των συσσωρευτών. Το ενδιαφέρον, μάλιστα, συνεχίζεται αμείωτο, δεδομένου ότι μόνο το Νοέμβριο του 2022 κατατέθηκαν 14 νέα αιτήματα στη ΡΑΕ για άδειες αποθήκευσης, συνολικής ισχύος 1,3 GW.
Επίσης, είναι προφανές πως όλες οι σημερινές ώριμες τεχνολογίες αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας είναι απαραίτητες, και θα πρέπει να υποστηριχθούν κυρίως ως προς το κεφαλαιουχικό τους κόστος, προκειμένου να υποστηρίξουν την περαιτέρω ένταξη ισχύος ΑΠΕ, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην απεξάρτηση από τα συμβατικά καύσιμα. Ειδικότερα, θα πρέπει α) να ξεκινήσουν το συντομότερο οι διαδικασίες υλοποίησης των αδειοδοτημένων αντλησιοταμιευτικών, προκειμένου να έχουμε αποθήκευση με μεγαλύτερο χρονικό εύρος, β) να υποστηριχθούν οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης με μπαταρίες με ή χωρίς ΑΠΕ, οι οποίες όχι μόνο έχουν πολύ μικρό χρόνο κατασκευής, αλλά και εξαιρετικά σύντομο χρόνο απόκρισης κατά την λειτουργίας τους, και γ) να υποστηριχθεί η πολλά υποσχόμενη τεχνολογία αποθήκευσης μέσω πράσινου υδρογόνου. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί και να τονιστεί η σημασία των συστημάτων που συνδυάζουν ΑΠΕ με αποθήκευση, καθώς αποτελεί το πιο αποτελεσματικό τεχνοοικονομικά μελλοντικό σχήμα παραγωγής προς την ενεργειακή μετάβαση.
Είναι, συνεπώς, σημαντικό η πολιτεία να καταφέρει να οδηγήσει με παράλληλους και γοργούς ρυθμούς την ανάπτυξη ΑΠΕ μαζί με την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας μεγάλης και μικρής κλίμακας, προκειμένου όλες οι ποσότητες πράσινης ενέργειας που θα παράγονται να αξιοποιούνται και να καλύπτουν τις ενεργειακές απαιτήσεις της χώρας μας.
Εν κατακλείδι, θέλω να επαναλάβω, ότι για την ανάπτυξη και την ενίσχυση του τομέα της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, δεν αρκεί απλά να νομοθετηθεί ένα σταθερό και απλοποιημένο θεσμικό πλαίσιο. Το εκάστοτε θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να διασφαλίζει ένα ισότιμο και φιλικό αδειοδοτικό περιβάλλον, αξιόπιστη πρόσβαση στο Δίκτυο καθώς και ανταγωνιστική συμμετοχή στις αγορές ενέργειας υπό την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας. Άλλωστε, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί ένα από τα πλέον βασικά όπλα στη φαρέτρα, της Ελλάδας και της Ευρώπης για την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των ΑΠΕ, την αναγκαία ενεργειακή επάρκεια, ασφάλεια, ανθεκτικότητα και τελική απεξάρτηση, προκειμένου να οδηγηθούμε στην κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050.
* Ο Δρ. Μανώλης Καραπιδάκης είναι καθηγητής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου και επιστημονικός υπεύθυνος της ΕΠΣΑΗΕ