Φυσικό Αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο: Ας Επικεντρωθούμε στη Ζήτηση, και η Προσφορά θα ακολουθήσει
Ο αριθμός των, σχετικών με το φυσικό αέριο, εξελίξεων που βρίσκονται είτε υπό συζήτηση είτε καθ' οδών, καθιστούν την Ανατολική Μεσόγειο ως μια πολύ συναρπαστική περιοχή για τον τομέα της ενέργειας και υδρογονανθράκων.
Προγραμματιζόμενα έργα τα οποία περιλαμβάνουν την κατασκευή δικτύων αγωγών, σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ), επέκταση εγκαταστάσεων αποθήκευσης, όπως και έρευνα και εξόρυξη, θα μπορούσαν να προκαλέσουν επανάσταση στην αγορά φυσικού αερίου της περιοχής. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που αντικατοπτρίζεται και στον αριθμό των έργων που αναζητούν Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση από το πλαίσιο διευκόλυνσης 'Συνδέοντας την Ευρώπη' (Connecting Europe Facility) και από το Επενδυτικό Πακέτο Junker. Για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά τα κεφάλαια, τα έργα αυτά θα πρέπει να εγκριθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να χαρακτηριστούν είτε ως Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest), είτε ως Ενδιαφέροντα για την Ενεργειακή Κοινότητα Έργα (Projects of Energy Community Interest). Για αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναθεωρήσει τη λίστα των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος το προσεχές φθινόπωρο. Η δεύτερη, ανανεωμένη λίστα, θα καθορίζει ποιά προγραμματιζόμενα έργα πληρούν τις προϋποθέσεις για άμεση χρηματοδότηση.
Λίαν προσφάτως, τον Μάιο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε την χρηματοδότηση 15 συμφωνιών που αφορούν έργα που δίνουν προτεραιότητα στην ενεργειακή υποδομή στην Ευρώπη, εντός του προγράμματος χρηματοδότησης για πλαίσιο διευκόλυνσης 'Συνδέοντας την Ευρώπη'. Εξ' αυτών, τέσσερα αφορούν έργα υποδομής φυσικού αερίου, ενώ όλα αυτά στοχεύουν την αγορά της Νοτιανατολικής Ευρώπης: δύο την Ελλάδα, ένα την Κροατία και μια διασυνοριακή διασύνδεση.
Εξετάζοντας μονάχα τα έργα βασικής υποδομής μεταφοράς φυσικού αερίου στην Ευρώπη - χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον τομέα upstream - απαιτούνται, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επενδύσεις τουλάχιστον 70 δις Ευρώ μέχρι το 2020, ενώ από Ευρωπαϊκούς πόρους θα δοθούν 4,7 δις ευρώ μεταξύ 2014 και 2020 για Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος σχετικά με το αέριο και τον ηλεκτρισμό. Όλα τα παραπάνω πλάνα υπόκεινται σε τελική έγκριση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων μέσα στο 2015 (European Fund for Strategic Investments).
Παραμερίζοντας την πολιτική θέληση, είτε σε εθνικό, είτε σε περιφερειακό επίπεδο, η οποία μπορεί να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα για την υλοποίηση συγκεκριμένων έργων, η εμπορική βιωσιμότητα των συγκεκριμένων έργων εξαρτάται αποκλειστικά από τις δυνάμεις της αγοράς και της ζήτησης.
Είναι ξεκάθαρο ότι έργα τα οποία εστιάζουν στη διασυνδεσιμότητα των εγχώριων αγορών και των αντίστοιχων δικτύων τους, έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τη ζήτηση φυσικού αερίου, ανοίγοντας τις αγορές αυτές σε πολλαπλούς περιφερειακούς παίκτες.
Αντίστοιχα, έργα τα οποία επικεντρώνονται στην επέκταση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης έχουν τη δυνατότητα, διοχετεύοντας ποσότητες αερίου, να προσδώσουν στην αγορά την αναγκαία, σε περιόδους υψηλών τιμών, ευελιξία. Έτσι, η επίδραση των αυξομειώσεων των τιμών στην αγορά, εξομαλύνεται. Συνεπώς, η εξασφάλιση ικανοποιητικών αποδόσεων από επενδύσεις σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στη Δυτική Ευρώπη (δηλαδή, Βέλγιο, Γαλλία και Γερμανία) καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, κάτι το οποίο με τη σειρά του έχει οδηγήσει στη μείωση της χωρητικότητας αποθήκευσης. Οι διαχειριστές επισημαίνουν ότι η εγγενής αξία του αποθηκευτικού συστήματος δεν είναι ούτε επαρκώς αναγνωρισμένη, ούτε και αντανακλάται στο υπάρχον κοστολόγιο μεταφοράς.
Αυτό αφήνει προγραμματισμένα έργα, τα οποία παίρνουν τη μορφή αγωγών, να φέρουν ποσότητες φυσικού αερίου από τρίτους, τερματικούς σταθμούς ΥΦΑ, και εξόρυξη και παραγωγή αερίου από εγχώριες πηγές. Τέτοια έργα επικεντρώνονται στην προσφορά καθώς έχουν τη δυνατότητα να προσελκύσουν περισσότερο όγκο, αλλά και εναλλακτικούς προμηθευτές (παρόχους) στην αγορά, ενισχύοντας έτσι τον ανταγωνισμό.
Αναφορικά με την προσέλκυση ποσοτήτων αερίου τρίτων από δίκτυα αγωγών, αυτή τη στιγμή συναντάμε αρκετά προγραμματισμένα έργα τα οποία ισχυρίζονται ότι θα είναι ικανά να προμηθεύσουν την ΕΕ με φυσικό αέριο από τη Κασπία, τη Ρωσία, ενδεχομένως από το Ιράν, αλλά και από άλλους παραγωγούς της Μέσης Ανατολής, σε ανταγωνιστικές τιμές αγοράς.
Αυτό σημαίνει ότι το κόστος του φυσικού αερίου στον τόπο παραγωγής, μαζί με τα έξοδα μεταφοράς, τα οποία περιλαμβάνουν και το κόστος του ίδιου του δικτύου αγωγών, θα μπορεί να είναι ανταγωνιστικό σε επίπεδα τιμών αγοράς. Αυτό επιτυγχάνεται από το γεγονός ότι η χρηματοδότηση των δικτύων αγωγών περιλαμβάνει συνήθως έναν αριθμό εγχώριων αλλά και διεθνών παικτών. Εν τω μεταξύ, πριν ακόμα την έναρξη της κατασκευής θα έχουν ήδη υπογραφεί μακροχρόνια συμβόλαια εξασφαλίζοντας τη χρηματοδότηση του έργου. Βεβαίως, όλα αυτά θεωρούνται έργα πνοής και αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε διαφορετικό στάδιο ωριμότητας, ενώ παράλληλα η ύπαρξη ζήτησης αποτελεί την κινητήριο δύναμη για την πραγματοποίησή τους. Από την άλλη, σε περίπτωση απουσίας της απαραίτητης ζήτησης, η σύναψη μακροχρόνιων συμβολαίων και η απαραίτητη χρηματοδότηση καθίστανται αδύνατα.
Η απλή και βάσιμη εμπορική λογική αυτή που υποστηρίζει τις μακροχρόνιες και εντάσεως κεφαλαίου επενδύσεις στον κλάδο, δεν αντανακλάται πάντα στα μοντέλα ρυθμιζόμενων αγορών ενέργειας. Εν προκειμένω, η τρέχουσα δημόσια συζήτηση γύρω από τον Κώδικα Δικτύου για τους Μηχανισμούς Κατανομής Δυναμικότητας (Network Code on Capacity Allocation Mechanisms) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα (ο συγκεκριμένος κώδικας είναι ο πρώτος μεταξύ των τεσσάρων κυριοτέρων που πρόκειται να υιοθετηθούν, διαμορφώνοντας τον πυρήνα του Ευρωπαϊκού Μοντέλου - Στόχου για το Φυσικό Αέριο). Ο συγκεκριμένος μάλιστα έχει προβλεφθεί ώστε να καθιερώσει μια σειρά θεμελιωδών αρχών οι οποίες θα διευκολύνουν τις επενδύσεις στη μεταφορά αερίου στην Ευρώπη. Μεταξύ άλλων προωθεί κανονισμούς οι οποίοι θα επιτρέπουν στους προμηθευτές/πλοιοκτήτες να προκρατήσουν όλο και μεγαλύτερη δυναμικότητα στις μελλοντικές εγκαταστάσεις διασύνδεσης στην Ευρώπη. Όμως, στη παρούσα μορφή του, αυτό το πλαίσιο μόλις που δίνει τα οικονομικά κίνητρα στους προμηθευτές για κάτι τέτοιο, με την [προκρατημένη] δυναμικότητα να καθορίζεται ανά περίσταση, μη εξασφαλίζοντας καθ' αυτόν τον τρόπο αποδόσεις.
Συνεπώς, παρότι τα προγραμματιζόμενα έργα μπορεί να χαίρουν ισχυρής πολιτικής στήριξης, το τρέχον ρυθμιστικό σύστημα σε ορισμένο βαθμό δοκιμάζει την εμπορική τους βιωσιμότητα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Gas Transmission Europe, Stephan Kaumphues, "αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στους επενδυτές να βάλουν χρήματα σε προγραμματισμένα έργα ακόμα και αν δεν υπάρχουν προκρατήσεις (για διαρκώς αυξανόμενη δυναμικότητα) [...] χρειαζόμαστε ένα σταθερό πλαίσιο που να μας επιτρέπει να αποσβέσουμε το κόστος αυτών των αγωγών. Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό που όμως λείπει από τους Μηχανισμούς Κατανομής Δυναμικότητας".[1]
Προχωρώντας στον τομέα upstream, τα περισσότερα σχέδια για έρευνα και εξόρυξη στην περιοχή περιλαμβάνουν εργασίες σε παράκτια ύδατα και σε ορισμένες περιπτώσεις σε πολύ μεγάλο βάθος. Το ενδεχόμενο εξόρυξης φυσικού αέριου από τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική είναι ιδιαίτερα ελκυστικό τόσο για τις εθνικές κυβερνήσεις, όσο και για την ΕΕ στο σύνολό της: ενώ οι οικονομίες των κρατών θα αδράξουν άμεσα τα οικονομικά οφέλη από την παραγωγή υδρογονανθράκων, η ανάπτυξη των ενδογενών πηγών είναι ένα αναπόσπαστο στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Ασφάλειας και της διαφοροποίησης της προσφοράς.
Παρόλα αυτά, το υψηλό κόστος και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την εξόρυξη και την παραγωγή σε υπεράκτια ύδατα και περισσότερο σε μεγάλα βάθη, δεν αναγνωρίζονται επαρκώς από τις κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής. Αυτό το κόστος καλύπτεται από τα κεφάλαια που δαπανώνται από τις εταιρίες εξόρυξης, οι οποίες και παίρνουν το πλήρες ρίσκο γεώτρησης σε κενά πηγάδια, ενώ, ακόμα και αν καταφέρουν να πετύχουν την ανακάλυψη ενός κοιτάσματος, η εμπορική βιωσιμότητα θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ανά μονάδα κόστος εξόρυξης, το οποίο περιλαμβάνει επίσης και την πρόβλεψη ρίσκου για ενδεχόμενη αποτυχημένη γεώτρηση, καθώς και τις τιμές αγοράς.
Όλα τα παραπάνω γεγονότα οδηγούν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Όταν ασχολούμαστε με έργα υποδομής για την προσφορά και παροχή ενέργειας η αγορά θα πρέπει να αυτοδιορθώνεται αυτόματα, αφού οι χρηματοδότες ενός έργου θα προχωρήσουν σε μία επένδυση μόνο όταν γνωρίζουν ότι η επένδυσή τους είναι βιώσιμη σε εμπορικούς και οικονομικούς όρους.
Είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα σχεδιαζόμενα έργα δεν πρόκειται να προχωρήσουν καθώς το ζήτημα της εμπορικής βιωσιμότητας δεν θα επιτρέψει σε ανταγωνιστικά μεταξύ τους έργα να υλοποιηθούν. Η αποκωδικοποίηση του νικητήριου συνδυασμού, αποτελεί ένα γρίφο, που ερμηνεύεται διαφορετικά από τον κάθε παράγοντα.
Παρά ταύτα, αξίζει κάποιος να προσπαθήσει να προσεγγίσει το ζήτημα από μια μακροχρόνια και ίσως πιο φιλοσοφημένη οπτική. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι σε ένα νεοφιλελεύθερο περιβάλλον αγοράς η προσφορά ακολουθεί την ζήτηση. Έχοντας αυτό κατά νου, οι κυβερνήσεις των κρατών της περιοχής θα πρέπει να επικεντρωθούν στο να συγκεντρώσουν τους πόρους τους έτσι ώστε να προωθήσουν έργα τα οποία θα αυξήσουν τη ζήτηση και την ευελιξία στην περιοχή, υποβαθμίζοντας παράλληλα τα προγραμματισμένα έργα που στοχεύουν στη προσφορά.
Οι ρυθμιστικές αρχές από την πλευρά τους οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι τα νέα πλαίσια που θα παρουσιαστούν δε θα παρεμποδίζουν την υγιή λειτουργία της αγοράς. Σημάδια αξιοπιστίας είναι απαραίτητα για το μέλλον της αγοράς, επιτρέποντας στους επενδυτές να κατευθυνθούν προς τα σωστά έργα.
Παίκτες της διεθνούς αγοράς θα είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να επενδύσουν είτε σε δίκτυα αγωγών, είτε στην εξόρυξη, δεδομένης μια υγιούς και καθοδηγούμενης από τη ζήτηση αγοράς, η οποία όμως σήμερα δεν αποτελεί πραγματικότητα για την περιοχή.
Ο Δρ Άγγελος Γκανούτας - Λεβέντης είναι υποδιευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ. Ο Κωνσταντίνος Λεβογιάννης, η Ντάρια Νοτσέβνικ και ο Χρήστος Μπρακούλιας είναι αναπληρωτές διευθυντές του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ στις Βρυξέλλες. Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι προσωπικές και δεν αντανακλούν τις απόψεις ολόκληρου του Φόρουμ ή των εταιριών που απασχολούν τους συγγραφείς.
[1] http://www.icis.com/resources/news/2015/04/24/9879470/eu-regulation-could-stymie-gas-interconnector-investment/