ΙΟΒΕ: Βαρύ το κόστος των ρύπων για βιομηχανία και οικονομία
Σημαντικές επιπτώσεις, τόσο για τις άμεσα επηρεαζόμενες βιομηχανίες 15 ενεργοβόρων παραγωγικών κλάδων, όσο και για την ελληνική οικονομία συνολικά, έχει η μη εφαρμογή από τη χώρα μας προγράμματος αντιστάθμισης του κόστους των ρύπων. Αυτό προκύπτει από ειδική μελέτη του ΙΟΒΕ, για την οποία υπήρξε χθες προδημοσίευση κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του Ινστιτούτου για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Συγκεκριμένα, η μελέτη του ΙΟΒΕ υπολογίζει μεταξύ άλλων ότι, με τιμή CO2 5 ευρώ τον τόνο, η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των βιομηχανιών οδηγεί σε απώλεια 1900 θέσεων εργασίας, σε απώλεια φορολογικών εσόδων του δημοσίου ύψους 15 εκατ. ευρώ το χρόνο και σε απώλεια προστιθέμενης αξίας ύψους 95 εκατ. ευρώ. Τα αποτελέσματα αυτά προκύπτουν χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο πτώχευσης κάποιων από τις υφιστάμενες επιχειρήσεις, οπότε, στην περίπτωση αυτή, οι απώλειες γίνονται δραματικά υψηλότερες. Μεγαλύτερες είναι οι συνέπειες και κατά την εξέταση σεναρίων με υψηλότερες τιμές του CO2.
Για τις ίδιες τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, το έμμεσο πρόσθετο κόστος λόγω του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων οδηγεί σε αύξηση του κόστους παραγωγής τουλάχιστον κατά 5% του ΑΕΠ. Οι κλάδοι που αναγνωρίζονται ως υποκείμενοι των επιπτώσεων του νέου συστήματος είναι οι εξής: Αλουμινίου, εξόρυξης ορυκτών, παραγωγή χημικών ουσιών, κατασκευή δερμάτινων ενδυμάτων, παραγωγή σιδήρου και χάλυβα, κατασκευή χαρτιού και χαρτονιού, παραγωγή λιπασμάτων, χαλκού, κλωστοϋφαντουργία, παραγωγή συνθετικών ινών, εξόρυξη σιδηρομεταλλευμάτων, παραγωγή πλαστικών, μολύβδου, ψευδαργύρου και κασσίτερου, παραγωγή πολτού.
Οι κλάδοι αυτοί συμβάλλουν άμεσα κατά 5,9% στην προστιθέμενη αξία και κατά 4,1% στην απασχόληση της εγχώριας μεταποίησης (12 χιλιάδες θέσεις εργασίας). Αντιπροσωπεύουν το 5,4% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών και το 14,3% των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, κάθε 10 άμεσες θέσεις εργασίας στους κλάδους αυτούς, συνδέονται με 66 θέσεις εργασίας συνολικά στην οικονομία. Επίσης κάθε μονάδα προστιθέμενης αξίας συνδέεται με 5,5 μονάδες προστιθέμενης αξίας στην οικονομία.
Χρηματοδότηση
Υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή προγράμματος αντιστάθμισης, κάτι που εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Νορβηγία κ.λπ., είναι ένα από τα «εργαλεία» μείωσης του ενεργειακού κόστους που έχει υποσχεθεί το ΥΠΕΚΑ στις βιομηχανίες, χωρίς ωστόσο να έχει γίνει κάτι μέχρι σήμερα. Επίσης για το θέμα τον περασμένο Φεβρουάριο, η ΡΑΕ είχε προτείνει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων αντιστάθμισης. Το πλάνο της ΡΑΕ προέβλεπε την εφαρμογή για τους βιομηχανικούς πελάτες ρήτρας ρύπων και το συνδυασμό της με την εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας για την αντιστάθμιση. Βεβαίως το μεγάλο ερωτηματικό για την εφαρμογή της αντιστάθμισης, είναι η χρηματοδότησή του. Μια από τις λύσεις που είχε εξεταστεί ήταν τα χρήματα να αναζητηθούν από το τέλος ΕΤΜΕΑΡ.
Το πρόβλημα
Το πρόβλημα έχει προκύψει από τη στιγμή (1η Ιανουαρίου 2013) που οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, έπαψαν να έχουν ένα ποσοστό δωρεάν δικαιωμάτων ρύπων (εκπομπών CO2) και υποχρεώνονται να πληρώνουν δικαιώματα για το σύνολο των εκπομπών τους. Οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες με τη σειρά τους (η ΔΕΗ εν προκειμένω) περνάνε το κόστος αυτό στην τιμή πώλησης της κιλοβατώρας, γεγονός που οδηγεί, μεταξύ άλλων, σε αύξηση του ενεργειακού κόστους των βιομηχανιών, το οποίο δεν μπορούν να αντέξουν.
Οι βιομηχανίες διεκδικούν ούτως ή άλλως από τη ΔΕΗ μια διαφορετική πολιτική όσον αφορά την μετακύληση του κόστους των ρύπων στην βιομηχανική κατανάλωση ρεύματος, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή προγράμματος αντιστάθμισης που προβλέπεται από κοινοτική οδηγία και έχει αξιοποιηθεί από άλλες χώρες, θεωρείται επείγουσα προτεραιότητα για τη στήριξη της χειμαζόμενης βιομηχανίας.