Η Ελλάδα αντιμέτωπη με τις σύνθετες ενεργειακές πραγματικότητες
Του Κωνσταντίνου Φίλη

Η Ελλάδα αντιμέτωπη με τις σύνθετες ενεργειακές πραγματικότητες

22 02 2013 | 09:25

Η χώρα μας, με χαρακτηριστική καθυστέρηση, εντάσσεται σχετικά δειλά στον ενεργειακό χάρτη, αναζητώντας ρόλο πέραν αυτού του πελάτη/καταναλωτή. Η γεωγραφική μας θέση σε συνάρτηση με την ανάγκη της αγοράς να ελαχιστοποιθούν τα ρίσκα, εμπλέκοντας στα projects κράτη με σχετική αξιοπιστία και προβλέψιμα ως προς τις προθέσεις τους, μας καθιστά μία ελκυστική επιλογή ως δυνητικό διαμετακομιστή. Παράλληλα, η επιτάχυνση των διαδικασιών τα τελευταία τρία χρόνια δίνει ελπίδες για την μετεξέλιξή μας σε παραγωγό/προμηθευτή.

Η κυβέρνηση ορθά προχωράει τις διαδικασίες για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση πιθανών ποσοτήτων ενέργειας που βρίσκονται στο ελληνικό υπέδαφος. Όσο, πάντως, και αν επιταχύνουμε και όλα κυλήσουν ομαλά, θα χρειαστούμε περίπου μία δεκαετία για την ολοκλήρωση, σε περίπτωση βέβαια που το κόστος άντλησης δεν κριθεί απαγορευτικό. Μέχρι τότε θα έχουν καθοριστεί εν πολλοίς τα projects που αφορούν την Ευρώπη, με τη χώρα μας να διεκδικεί μερίδιο της πίτας για τη μεταφορά ενέργειας στη Γηραιά Ήπειρο.

Συνεπώς, θα ήταν εθνικά επιζήμιο να επαναπαυθούμε στην ενδεχόμενη εξεύρεση ισχυρών ποσοτήτων πετρελαίου ή/και φυσικού αερίου στην ελληνική επικράτεια. Ποιά είναι, λοιπόν, η ενεργειακή πραγματικότητα μέσα στην οποία θα δραστηριοποιηθεί τα επόμενα χρόνια η χώρα μας;

Το ισχυρό αντιθετικό δίπολο Ρωσίας και Τουρκίας

Στο παρόν, θα αναφερθούμε στο ρόλο Ρωσίας (ως βασικού προμηθευτή της Ευρώπης) και Τουρκίας (που εξελίσσεται σε κόμβο μεταφοράς) στον τομέα του φυσικού αερίου.

Η μεν Ρωσία αξιοποιεί τον έλεγχο στο δίκτυο αγωγών εντός του μετασοβιετικού χώρου και προσφέρει στις πλουτοπαραγωγικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (Καζακστάν, Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν) καλύτερους οικονομικούς όρους και, κυρίως, προοπτική άμεσης υλοποίησης. Έχοντας ήδη διασφαλίσει σημαντικές για την τροφοδοσία της Ευρώπης ποσότητες δυσχεραίνει τις προσπάθειες των Βρυξελλών για τη διαφοροποίηση προμηθευτών.

Έτσι προωθεί τους Nord Stream (απευθείας υποθαλάσσια σύνδεση με Γερμανία) και South Stream –ενδεχομένως και με ελληνική συμμετοχή- προκειμένου να περιορίσει την εξάρτηση της από την μέχρι πρότινος «απείθαρχη» Ουκρανία και να ενισχύσει το μερίδιο της στην ενεργειακή πίτα της Ευρώπης. Εντούτοις, η σχέση εξάρτησης δεν είναι μονοδιάστατη, δεδομένου ότι οι χώρες της ΕΕ πληρώνουν αδρά και στην ώρα τους.

Η Τουρκία, από την άλλη, επιχειρεί συστηματικά να αναδειχθεί σε καθοριστικό κόμβο τροφοδοσίας της Ευρώπης. Έχει, όμως, τη δική της αυτόνομη ατζέντα που αποκλειστικό στόχο έχει την αποτελεσματικότερη προώθηση των συμφερόντων της, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της ΕΕ.

Ομολογουμένως, το τελευταίο διάστημα δεν επιδεικνύει υπεύθυνη συμπεριφορά έναντι της Δύσης, ούτε φαίνεται προσανατολισμένη στις ενεργειακές ανάγκες της Βρυξελλών. Με την προοπτική ένταξης να απομακρύνεται, δεν αποκλείεται η Άγκυρα να χρησιμοποιήσει στο μέλλον ζητήματα ενέργειας ως όπλο πολιτικού εξαναγκασμού.

Παράλληλα, η ισχύς, απόρροια του ελέγχου επί των Στενών, αλλά και η αμφίσημη τακτική με μαξιμαλιστικές αξιώσεις έναντι προμηθευτών και προμηθευόμενων, καθιστά την αναζήτηση εναλλακτικών έναντι της Τουρκίας αυτονόητη επιλογή ώστε να αποτραπεί η μετεξέλιξη της σε «ενεργειακό πνεύμονα» της ΕΕ.

Το παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα

Και εδώ η χώρα μας, έχει μία μοναδική ευκαιρία να εισέλθει δυναμικά στα ενεργειακά δρώμενα, αξιοποιώντας την κοινή διαπίστωση πως αποτελεί την πλέον προβλέψιμη ως προς τις προθέσεις της χώρα της ευρύτερης περιοχής. Oφείλουμε, λοιπόν, να δημιουργήσουμε γεγονότα δραστηριοποιούμενοι προς μία τριπλή ωφελιμιστική κατεύθυνση: αναβάθμιση γεωπολιτικού ρόλου, ενεργειακή επάρκεια, διασφάλιση αδιάλειπτης ροής εγχώρια και στα Βαλκάνια μέσω αποθηκευτικών χώρων, ακόμη και ενδιάμεσων σταθμών συμπίεσης.

Η δημιουργία LNG terminal στη Βόρεια Ελλάδα, όχι μόνο μας δίνει τη δυνατότητα συμπλήρωσης του αντίστοιχου στη Ρεβυθούσα με ένα σταθμό αυτή τη φορά εγγύτερα στη Βαλκανική, αλλά μας προσφέρει την ευκαιρία τροφοδοσίας του αγωγού IGB1, ο οποίος θα συνδέσει τη χώρα μας με τη Βουλγαρία με υγροποιημένο αέριο που μπορούμε να διασφαλίσουμε από οπουδήποτε, δεδομένου ότι το LNG μεταφέρεται με ειδικά τάνκερς από όλα τα μέρη του κόσμου. Στη δική μας περίπτωση, αν εν τέλει Κύπρος ή/και Ισραήλ αποφασίσουν να διαθέσουν τις ποσότητες τους σε μορφή LNG, η προοπτική ύπαρξης σταθμού στη Βόρεια Ελλάδα και η άμεση σύνδεση του με τον ελληνοβουλγαρικό αγωγό, δεδομένης και της απόλυτης εξάρτησης της Σόφιας από τη Μόσχα, μας καθιστά εκ των ελκυστικότερων επιλογών.

Αναγκαία συνθήκη προκειμένου μελλοντικά να είμαστε σε θέση ακόμη και να εκμεταλλευτούμε εμπορικά μέρος των ποσοτήτων που θα διέρχονται του εδάφους μας είναι το έγκαιρο άνοιγμα, με πιθανές συνέργειες, προς συμπληρωματικούς, για τη Γηραιά Ήπειρο, προμηθευτές.

Η Ελλάδα ως διαμετακομιστής

Την τελευταία δεκαετία η Αθήνα επιχείρησε μέσω τριών σχεδίων να εξελιχθεί σε κρίκο μεταφοράς ενέργειας από την Ανατολή στη Δύση.

Αρχικά με τον πετρελαιαγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, εν συνεχεία με τους αγωγούς αερίου South Stream και ITGI (Interconnector Turkey-Greece-Italy). Δυστυχώς το πρώτο και το τρίτο σχέδιο έχουν τεθεί εκτός μάχης, ενώ για το δεύτερο τα μηνύματα που λαμβάνουμε από τη Μόσχα δεν είναι ενθαρρυντικά.

Πλέον, έχουμε στρέψει την προσοχή μας στον TAP (Trans-Andriatic Pipeline) που προβλέπεται να μεταφέρει αζέρικο φυσικό αέριο μέσω Τουρκίας, Ελλάδας και Αλβανίας στην Ιταλία, με το ανταγωνιστικό σχέδιο να είναι μία μικρή εκδοχή του περιώνυμου Nabucco, ο Nabucco West.

Το ιδανικό σενάριο, βέβαια, είναι να προχωρήσουν τόσο ο TAP όσο και ο South Stream, καθώς επίσης και να προχωρήσουμε στις αναγκαίες πρωτοβουλίες που θα μας καταστήσουν ελκυστικό προορισμό ενεργειακών επενδύσεων και εν συνεχεία παραγωγό/προμηθευτή ενέργειας. Έχει, πάντως, τη σημασία του πως, ακόμα και αν μπλοφάρουν, οι μέτοχοι που εκμεταλλεύονται το πεδίο Shah Deniz II (και ειδικότερα η βρετανική BP) συνδέουν την επιλογή μεταξύ TAP και Nabucco West με την πορεία ιδιωτικοποίησης των ΔΕΠΑ/ΔΕΣΦΑ, αφήνοντας να εννοηθεί πως πιθανή εξαγορά τους από ρωσικά συμφέροντα θα αποδυναμώσει την υποψηφιότητα του διερχόμενου από την Ελλάδα TAP. Το γεγονός ότι η ιδιωτικοποίηση των ΔΕΠΑ/ΔΕΣΦΑ συμπίπτει χρονικά με την απόφαση για τη διάθεση του αζέρικου αερίου ενδέχεται να δημιουργήσει νέα δεδομένα που με τη σειρά τους δεν αποκλείεται να επηρεάσουν τις τελικές αποφάσεις.

Συνεπώς, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται άμεσα να αποσυνδέσει τις δύο εξελίξεις, και αν χρειαστεί να δημιουργήσει δικλείδες ασφαλείας για την ομαλή υλοποίηση του TAP, αφαιρώντας το δήθεν επιχείρημα ορισμένων κύκλων για πιθανότητα εμπλοκής σε περίπτωση που η ΔΕΠΑ περιέλθει στα χέρια του ρωσικού παράγοντα. Από την άλλη, λόγω του ότι σε περίπτωση αποτυχίας του ελληνικού πακέτου ιδιωτικοποιήσεων θα υπάρξει αυτόματη λήψη νέων επώδευνων μέτρων, ένα από τα βασικά κριτήρια δεν μπορεί παρά να είναι το οικονομικό. Και οι δυτικοί εταίροι μας αντί νουθεσιών και προτροπών, ας ενθάρρυναν τις επιχειρήσεις του να συμμετάσχουν στην ιδιωτικοποίηση ΔΕΠΑ/ΔΕΣΦΑ. Πλέον είναι αργά για απειλές και εκβιασμούς. Ως συνήθως συμβαίνει, κατόπιν της όποιας απόφασης όλοι ανεξαιρέτως θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, είτε τους αρέσει είτε όχι.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

(newmoney.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM